"ΤΕΛΏΝΗΣ & ΦΑΡΙΣΑΊΟΣ".
Ευαγγέλιο "κατά ΛΟΥΚΑΝ", κεφ. ΙΗ/18, εδάφ. 9 - 14.
Ευαγγέλιο "κατά ΛΟΥΚΑΝ", κεφ. ΙΗ/18, εδάφ. 9 - 14.
9 Είπε δε και προς τινάς, τους θαρρούντας εις εαυτούς ότι είναι δίκαιοι και καταφρονούντας τους λοιπούς, την παραβολήν ταύτην
10 Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν διά να προσευχηθώσιν, ο εις Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης.
11 Ο Φαρισαίος σταθείς προσηύχετο καθ' εαυτόν ταύτα Ευχαριστώ σοι, Θεέ, ότι δεν είμαι καθώς οι λοιποί άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και καθώς ούτος ο τελώνης
12 νηστεύω δις της εβδομάδος, αποδεκατίζω πάντα όσα έχω.
13 Και ο τελώνης μακρόθεν ιστάμενος, δεν ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς να υψώση εις τον ουρανόν, αλλ' έτυπτεν εις το στήθος αυτού, λέγων Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.
14 Σας λέγω, Κατέβη ούτος εις τον οίκον αυτού δεδικαιωμένος μάλλον παρά εκείνος διότι πας ο υψών εαυτόν θέλει ταπεινωθή, ο δε ταπεινών εαυτόν θέλει υψωθή.
ΣΧΟΛΙΑ :
Τούτη την παραβολή ο Κύριος την απευθύνει σε πιστούς ανθρώπους (εδ. 9) που είχαν αυτοπεποίθηση και θεωρούσαν τους εαυτούς τους εντελώς διαφορετικούς από τους άλλους. Νόμιζαν ότι ήταν δίκαιοι και καταφρονούσαν τους άλλους ανθρώπους. Σκοπός του Κυρίου ήταν να καταλάβουν οι ακροατές Του ότι ο Θεός δε δέχεται τις προσευχές που βγαίνουν μέσα από ένα τέτοιο πνεύμα και πως, αν συνεχίσουν να υψώνουν τους εαυτούς τους και να τους θεωρούν ανώτερους των "λοιπών ανθρώπων", θα ταπεινωθούν. Αντίθετα με όλα αυτά ο άνθρωπος μόνον μέσα από τη μετάνοια και την ταπείνωση θα μπορέσει να υψωθεί αληθινά, να λυτρωθεί διά Ιησού Χριστού από την αμαρτία του και να δικαιωθεί από το Θεό. Ο Κύριος με αυτήν την παραβολή μας δείχνει το σωστό πνευματικό προσανατολισμό που θα πρέπει να έχουμε στη ζωή.
Ας παρατηρήσουμε τα στοιχεία της ιστορίας που αναφέρεται:
1/ ο Ναός,
2/ ο Φαρισαίος,
3/ ο Τελώνης,
4/ οι προσευχές τους,
5/ ο Θεός,
6/ το αποτέλεσμα.
1/. Ο Ναός : Ο "πρώτος ναός" κτίστηκε από το Βασιλιά Σολομώντα το 10ο αιώνα π. Χ. (εγκαινιάστηκε το έτος 955 π.Χ.) και αποτέλεσε το κέντρο λατρείας του αρχαίου Ιουδαϊσμού. Ο Σολομών θα ήταν αυτός που σύμφωνα με εντολή του Θεού θα ανοικοδομούσε τον πρώτο ναό (Β' Χρονικών Σ/6: 9). Ο ναός που κατασκεύασε ο Σολομώντας καταστράφηκε από τους Βαβυλώνιους το έτος 587 π.Χ. Στην περικοπή που αναφέρουμε γίνεται λόγος για το "δεύτερο ναό" που οικοδομήθηκε από τον Ζοροβάβελ το έτος 516 μετά από διάταγμα επιστροφής των Ιουδαίων στην Ιερουσαλήμ (Έσδρας Α/1: 1-3), που εξέδωσε ο βασιλιάς της Περσίας ο Κύρος Β', ο Μέγας (600 - 530 π.Χ). Ο ναός αυτός είχε ανακαινιστεί από το Βασιλιά της Ιουδαίας Ηρώδη Α΄, το Μέγα (βασίλευσε από το έτος 37 π.Χ. - 4 μ.Χ.), προκειμένου να εξευμενίσει τους Ιουδαίους. Η ανακαίνιση έγινε γύρω στο έτος 20 π.Χ. και ο Ναός αυτός καταστράφηκε από τους Ρωμαίους στρατιώτες το έτος 70 μ.Χ. Συνολικά ο δεύτερος ναός υπήρχε επί 585 έτη. Ήταν «οίκος Θεού» και μέσα στο ναό, πέρα από τις τελετουργικές θυσίες, γίνονταν και προσευχές από τους πιστούς Ιουδαίους.
2/. Ο Φαρισαίος :
Ο Φαρισαίος είναι το υπόδειγμα
του «θρησκευόμενου» ανθρώπου, που επιδιώκει τη σωτηρία του, βασισμένος αποκλειστικά στις ατομικές ηθικές του επιδόσεις, στα προσωπικά του επιτεύγματα αρετής και
πιστότητας στον Νόμο του Θεού: "Νηστεύει δις του Σαββάτου, αποδεκατοί πάντα όσα κτάται,
δεν είναι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων". Με τον τρόπο αυτό αυτοδικαιώνεται παραμένοντας απόλυτα εγωκεντρικός, χωρίς ουσιαστικά να επιδεικνύει κανένα ενδιαφέρον για τους άλλους ανθρώπους γύρω του. Παρατηρούμε ότι στους ανθρώπους που κυριαρχεί η έπαρση και ο εγωισμός όχι μόνον δεν υπάρχει διάθεση να βοηθήσουν τους άλλους, αλλά λοιδορούν, κατηγορούν και συκοφαντούν αυτούς που με ταπεινότητα καρδιάς το κάνουν.
Η Φαρισαϊκή θρησκεία περιορίζονταν σ' ένα εξωτερικό "ασβέστωμα". Προσπαθούσαν να διατηρήσουν καθαρό «το έξωθεν του ποτηρίου και του πινακίου, όμως έσωθεν ήταν γεμάτοι από αρπαγή και ακρασία (αδικία)». Ήταν «τάφοι ωραίοι, απ’ έξω ασβεστωμένοι, όμως μέσα ήταν γεμάτοι από ακαθαρσία» (Ματθαίος ΚΓ/23: 26,27). Ο Κύριος είχε πει για τους Φαρισαίους: "Πάντα λοιπόν όσα αν είπωσι προς εσάς να φυλάττητε, φυλάττετε και πράττετε, κατά δε τα έργα αυτών μη πράττετε επειδή λέγουσι και δεν πράττουσι" (Ματθαίος ΚΓ/23: 3). Η Φαρισαϊκή θρησκεία ήταν μια επίμονη προβολή του «ΕΓΩ». Ήταν μια θρησκεία αυτοδικαίωσης με πολύ "εγώ" και καθόλου Θεό, τελείως ανεπαρκής, επιδερμική, απατηλή, εξωτερική και όχι εσωτερική, όπως άλλωστε είναι και όλες οι ανθρώπινες θρησκείες.
Έτσι λοιπόν ο Φαρισαίος ισοδυναμούσε με ένα θρησκευόμενο υποκριτή, τυπολάτρη. Ανήκε σε μια εγωπαθή ιεραρχία που νόμιζαν ότι αυτοί είχαν όλα τα δικαιώματα και οι άλλοι είχαν μόνον υποχρεώσεις. Ο Χριστός τους αποκάλυψε και τους καυτηρίασε λέγοντας: «Διότι δένουν φορτία βαρέα και δυσβάστακτα (που δύσκολα σηκώνονται) και τα τοποθετούν (φορτώνουν) πάνω στους ώμους των ανθρώπων, ενώ οι ίδιοι δεν θέλουν ούτε με το δάκτυλό τους να τα κινήσουν» (Μάρκος ΚΓ/23: 4).
Όλα τους τα έργα ήταν μια "βιτρίνα", για να τους βλέπουν οι άλλοι, γιατί ο σκοπός τους ήταν να προξενούν εντύπωση στους ανθρώπους. Ο ίδιος ο Κύριος είχε πει γι’ αυτούς: «Πλαταίνουν τα φυλακτά τους και φαρδαίνουν τις άκρες από τα ιμάτιά τους. Τους αρέσουν οι καλύτερες θέσεις στα δείπνα και τα πρώτα καθίσματα στη συναγωγή, για να τους χαιρετούν με σεβασμό στην αγορά και να τους φωνάζουν οι άνθρωποι δάσκαλέ μου» (Ματθαίος ΚΓ/23: 4-7).
Δεν πλησίαζαν τον αμαρτωλό άνθρωπο που είχε ανάγκη. Όταν έβλεπαν το Χριστό να παραβρίσκεται με τελώνες, πόρνες και άλλους ανθρώπους που συναισθάνονταν την ανάγκη σωτηρίας τους, τους φαινόταν παράξενο και το θεωρούσαν πολύ μεγάλο σκάνδαλο (Ματθαίος Θ/9: 11). "Βλέποντας δε ο Φαρισαίος, αυτός που τον είχε καλέσει, είπε μέσα του. Αυτός, αν ήταν προφήτης, θα γνώριζε ποια και τι λογής είναι η γυναίκα που τον αγγίζει, επειδή είναι αμαρτωλή" (Λουκάς Ζ/7: 39). Έφταναν μάλιστα στο σημείο ν' αποκαλούν τον Κύριο "φίλο τελωνών και αμαρτωλών" (Ματθαίος ΙΑ/11: 19).
Πώς είχε φτάσει σ’ αυτόν τον ξεπεσμό τούτη η θρησκεία; Όλες οι θρησκείες στους ίδιους δρόμους οδηγούν, γιατί είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα. Συμβολίζουν διαχρονικά τα «φύλα συκής» (Γένεση Γ/3: 7), που ποτέ δεν μπόρεσαν να "ντύσουν" τον άνθρωπο και έτσι τον άφησαν "γυμνό" ανάμεσα στους αιώνες. Παρατηρούμε ότι τούτος ο Φαρισαίος έρχεται στο Ναό για να προσευχηθεί. Ο τρόπος που πλησιάζει στο Ναό φανερώνει ολόκληρο τον εσωτερικό, ψυχικό του κόσμο. Έρχεται να προσευχηθεί χωρίς πίστη, χωρίς ταπείνωση, με μεγάλη υπεροψία, με απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτόν του, λόγω δήθεν κάποιων "καλών έργων" του. Ο άνθρωπος αυτός τόσο πολύ εξυψώνει τον εαυτόν του, ώστε τον βάζει στην ίδια θέση με το Θεό, θεωρώντας πως είναι ο μεγαλύτερος άγιος, παραβλέ-ποντας το Νόμο ο οποίος ανέφερε: "Η δικαιοσύνη του ανθρώπου είναι σαν ρυπαρό ιμάτιο στα μάτια του Θεού" (Ησαΐας ΞΔ/64: 6). Για να υπάρξει ταπείνωση και πίστη στο Θεό, θα πρέπει πρώτα να υπάρχει μετάνοια, όμως πώς να μετανοήσει, αφού δεν έχει συναίσθηση ότι είναι αμαρτωλός; Εξαιτίας όλων αυτών των στρεβλών αντιλήψεων πιστεύει ότι είναι πολύ ανώτερος από όλους τους άλλους ανθρώπους και με στόμφο ευχαριστεί το Θεό που "δεν είμαι καθώς οι λοιποί άνθρωποι..." (εδ. 11).
3/. Ο Τελώνης :
Το να βρεθεί την εποχή εκείνη τελώνης στο Ναό και να προσεύχεται ήταν κάτι απίθανο, κάτι εντελώς ασυνήθιστο. Πρόκειται για ένα φαινόμενο πάρα πολύ σπάνιο. Οι τελώνες δεν είχαν καμία απολύτως θεολογική κατάρτιση και δεν ασχολούντο καθόλου με το Θεό. Τους τελώνες οι Ιουδαίοι τους θεωρούσαν ως τα πιο μισητά πρόσωπα και τους χαρακτήριζαν εντελώς ανέντιμους και προδότες, γιατί πέραν των εκβιαστικών μεθόδων είσπραξης που εφάρμοζαν ήταν συνεργάτες των Ρωμαίων κατακτητών. Όλο τους το ενδιαφέρον ήταν στα χρήματα, τα οποία αποκτούσαν με ιδιαίτερα σκληρούς και απάνθρωπους τρόπους.
Ο Τελώνης της ιστορίας μας έχοντας επίγνωση της κατάστασής του δε θεωρεί τον εαυτό του άξιο για σωτηρία και έτσι γίνεται το υπόδειγμα του ανθρώπου που αναγνωρίζει την ολοκληρωτική αποτυχία του στη σχέση του με το Θεό. Δεν έχει να προβάλει κάτι καλό και δεν ελπίζει σε τίποτα απολύτως παρά μόνο στο Έλεος και την Αγάπη του Θεού. Έτσι εγκαταλείπει κάθε δική Του προσπάθεια δικαίωσης και παραδίδεται ταπεινά και ολοκληρωτικά στο Έλεος του Θεού.
Ένας Τελώνης λοιπόν και ένας Φαρισαίος βρέθηκαν μέσα στο Ναό για να προσευχηθούν.
Η προσευχή του Φαρισαίου: Ο Φαρισαίος καθώς πήγε μπροστά στο Ναό, στάθηκε ενώπιον του Θεού μ' ένα πνεύμα κομπασμού, προβολής και άκρατης υπερηφάνειας λέγοντας: «Ω! Θεέ μου σ’ ευχαριστώ, που εγώ δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, που είναι άρπαγες, μοιχοί, άδικοι, όπως αυτός ο Τελώνης». Κανένας δεν έχει δικαίωμα να δικαιώνει τον εαυτόν του και να καταδικάζει τους άλλους ως αμαρτωλούς. Ο Κύριος ήταν κατηγορηματικός: "μη κρίνετε, και δεν θέλετε κριθή μη καταδικάζετε, και δεν θέλετε καταδικασθή συγχωρείτε, και θέλετε συγχωρηθή" (Λουκάς Σ/6: 37). Ο Φαρισαίος, αντί να δείξει συμπόνια στο συνάνθρωπό του και ν' απλώσει το χέρι του να τον βοηθήσει, τον πληγώνει με τα τόσο σκληρά λόγια του. Η υπερηφάνεια ήταν η πρώτη αμαρτία που διέπραξε ο άνθρωπος μέσα στον κήπο της Εδέμ μετά τη δημιουργία του και η οποία τον οδήγησε στο θάνατο.
«Εγώ, Θεέ μου, νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα». Ο Μωσαϊκός Νόμος ζητούσε να γίνεται μια φορά το χρόνο νηστεία την ημέρα του "Εξιλασμού" (Λευιτικό ΚΓ/23: 28-31). Εδώ ο Φαρισαίος νηστεύει 104 φορές το χρόνο (52 εβδομάδες επί δύο). Αυτό ήταν ένα είδος υπέρβασης των υποχρεώσεων τους, για να δείξουν στους ανθρώπους το ζήλο τους και τη δήθεν μεγάλη αφοσίωση τους στο Θεό.
Αποδεκάτιζαν (προσέφεραν το ένα δέκατο) απ' όλα όσα είχαν, αλλά και εδώ βλέπουμε να υπερβάλουν. Ο Νόμος έλεγε: «κάθε χρόνο θα ξεχωρίζετε το ένα δέκατο από τα σπαρτά σας, απ’ όλη τη σοδειά που θα σας δίνουν τα χωράφια σας» (Δευτερονόμιο ΙΔ/14: 22,23). Από υπέρβαση όμως οι Φαρισαίοι συνήθιζαν να αποδεκατίζουν και να προσφέρουν στο Ναό ακόμα και το δέκατο από το δυόσμο, τον άνηθο, και το κύμινο που είχαν στον κήπο τους, ενώ ταυτόχρονα δε τηρούσαν τις σπουδαιότερες εντολές του Νόμου. Ο Κύριος και γι' αυτή τους την πράξη υπήρξε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντί τους. "Ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι αποδεκατίζετε το ηδύοσμον και το άνηθον και το κύμινον, και αφήκατε τα βαρύτερα του νόμου, την κρίσιν και τον έλεον και την πίστιν ταύτα έπρεπε να πράττητε και εκείνα να μη αφίνητε" (Ματθαίος ΚΓ/23: 23).
Για το Φαρισαίο η επικοινωνία του με το Θεό περιορίζεται αποκλειστικά στην τήρηση κάποιων τύπων και τελετουργιών. Είναι φανερό ότι ο άνθρωπος αυτός στην ουσία δεν προσεύχεται στο Θεό αλλά στον εαυτόν του. "προσηύχετο καθ' εαυτόν". Δεν προσπαθεί να πλησιάσει το Θεό, αλλά προσπαθεί με κάθε τρόπο να κάνει τυπικά ακριβώς ό,τι ορίζει η θρησκεία του. Δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για μετάνοια, για αγάπη προς το συνάνθρωπο, για ταπείνωση μπροστά στο Θεό. Θα λέγαμε ότι όλα αυτά του φαίνονται άγνωστα και ούτε καν του περνάνε από το μυαλό του.
Το μόνο στην ουσία που ενδιέφερε τους Φαρισαίους ήταν πώς θα τηρήσουν τα δόγματα, τους τύπους και τις παραδόσεις της θρησκεία τους. Παρατηρώντας αυτή τη συμπεριφορά ο Κύριος τους επέκρινε με τα λόγια: "Αφήσατε την εντολή του Θεού, κρατάτε την παράδοση των ανθρώπων" (Μάρκος Ζ/7: 8). Εκείνο που έχει να επιδείξει ο άνθρωπος αυτός είναι ότι νηστεύει δύο φορές την εβδομάδα και ότι αποδεκατίζει όλα του τα υπάρχοντα. Νόμιζε ότι ήταν δικαιωμένος με το να απέχει από το φαγητό, αντί να απέχει από την αμαρτία και με το να προσφέρει κάποια πράγματα στο Θεό, αντί να προσφέρει την καρδιά του (Παροιμίες ΚΓ/23: 26). Τούτος ο άνθρωπος μέσα στην τυπολατρία του και στην επιθυμία του να εκπληρώσει τους τύπους της θρησκείας του, χάνει την ευκαιρία να γνωρίσει το Θεό και με τον τρόπο αυτό δε γυρνάει στο σπίτι του δικαιωμένος (εδ. 14). Όλες οι "προσευχές" του, όλα τα "ευχαριστώ" του, όλες οι "νηστείες" του βρήκαν τον ουρανό κλειστό.
Υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν ότι θα σωθούν, επειδή εκτελούν διάφορους τύπους ή συμμετέχουν σε κάποιες θρησκευτικές τελετές ή προσφέρουν κάποια "θρησκευτικά" έργα. Παρατηρώντας τη ζωή του Κυρίου Ιησού Χριστού μέσα από τις αφηγήσεις των Ευαγγελίων Τον βλέπουμε ν' αντιστέκεται με πάθος και δύναμη στον "θρησκευτικό τυπικισμό" των ανθρώπων της εποχής του και σε πλήρη αντίθεση με όλα αυτά να κηρύσσει την πνευματικότητα ως μόνη προϋπόθεση για την επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό. Ο Κύριος ήταν κατηγορηματικός, καθώς μιλούσε με τη Σαμαρείτισσα στο πηγάδι του Ιακώβ: "έρχεται ώρα, και ήδη είναι, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί θέλουσι προσκυνήσει τον Πατέρα εν πνεύματι και αληθεία διότι ο Πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν (Ιωάννης Δ/4: 23). Ο Απόστολος Παύλος, καθώς νουθετεί στην πίστη τον Τιμόθεο, του επισημαίνει ένα κοινό χαρακτηριστικό που έχουν όλοι εκείνοι που προσπαθούν να δικαιωθούν με τα έργα τους και με την τήρηση κάποιων θρησκευτικών τύπων: «ενώ μεν έχουν μορφή ευσέβειας, όμως έχουν αρνηθεί τη δύναμή της κι αυτούς, απόφευγέ τους» (Β΄ Τιμοθέου Γ/3: 5).
Μελετώντας την εκκλησιαστική ιστορία παρατηρούμε ότι ο εχθρός με κάθε τρόπο προσπάθησε να αντικαταστήσει την αληθινή πνευματική λατρεία του Θεού με κάποιες εξωτερικές τυπολατρίες και λειτουργικές πράξεις - εκδηλώσεις. Για το Θεό η πραγματική λατρεία είναι πάντοτε κάτι που προέρχεται από την καρδιά του ανθρώπου και όχι κάτι εξωτερικό, τυπολατρικό. Η εξήγηση που δίνει ο Θεός στον προφήτη "Σαμουήλ" δεν αφήνει περιθώρια άλλων ερμηνειών. «ο άνθρωπος βλέπει το φαινόμενο, ο Κύριος όμως βλέπει την καρδιά» (Α΄ Σαμουήλ ΙΣ/16: 7).
Μπορεί όλα αυτά που έλεγε στην προσευχή του ο Φαρισαίος να ήταν αληθινά, όμως το "πνεύμα" με το οποίο προσευχόταν δεν ήταν αυτό που ζητάει ο Θεός, γιατί έλειπαν εντελώς τα εξής στοιχεία που θα πρέπει να διακρίνουν κάθε προσευχή πιστού ανθρώπου: Δεν είχε συναίσθηση της αμαρτίας και της αμαρτωλότητάς του και δεν είχε συναίσθηση ότι ο Θεός, που γνωρίζει τα έργα του, τον βλέπει και τον ακούει. Μιλούσε με το Θεό ως ίσος προς ίσο. Παράβλεπε τη θεμελιώδη διάταξη του Νόμου η οποία αναφέρει: "Ο Θεός στους υπερήφανους αντιστέκεται, ενώ στους ταπεινούς δίνει χάρη" (Α΄ Πέτρου Ε/5: 5).
Αυτοδικαιωνόταν και δεν έβλεπε καμία απολύτως έλλειψη στον εαυτόν του, ελλείψεις και μάλιστα πάρα πολλές, έβλεπε σε όλους τους άλλους. Νόμιζε ότι ήταν «εντάξει» με το Θεό. Θεωρούσε τον εαυτόν του σαν εκλεκτό του Θεού, ξεχωριστό και διαφορετικό από τους άλλους ανθρώπους. Παρατηρούμε ότι εκτός από το ξεκίνημα δεν αναφέρει πουθενά αλλού το Θεό, ενώ συνεχώς ο λόγος του περιστρέφεται γύρω από τον εαυτόν του. Δε ζητούσε στην προσευχή του «πρώτον την βασιλείαν και την δικαιοσύνη του Θεού» (Ματθαίος Σ/6: 33).
Δεν αρκεί ο άνθρωπος να προσεύχεται. Για να εισακουστεί η προσευχή μας από το Θεό, θα πρέπει αυτή να είναι σύμφωνη με το Λόγο του Θεού. Σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να πας στην Τράπεζα να πάρεις χρήματα από το λογαριασμό σου χωρίς ταυτότητα ή βιβλιάριο. Ας είναι δικά σου τα χρήματα, ας σου ανήκουν, πρέπει να πας με το σωστό τρόπο να τα πάρεις. Μόνον η σωστή προσευχή έχει θετικά αποτέλεσμα στη ζωή μας και έχουμε ανάγκη ο Κύριος να μας διδάξει. "Και ενώ αυτός προσευχόταν σε κάποιον τόπο, καθώς σταμάτησε, κάποιος από τους μαθητές του, είπε σ' αυτόν: Κύριε, δίδαξέ μας να προσευχόμαστε, όπως και ο Ιωάννης δίδαξε τους μαθητές του" (Λουκάς ΙΑ/11: 1).
Ποια είναι τα στοιχεία μιας σωστής προσευχής; Ποια προσευχή έχει τις σωστές προϋ-ποθέσεις; Πρώτα απ' όλα η σωστή προσευχή θα πρέπει να γίνεται με "καθαρή καρδιά". «Αγαπτοί, εάν η καρδιά ημών δεν μας κατακρίνει, έχομεν παρρησίαν προς τον Θεός και ότι αν ζητούμε λαμβάνομεν παρ’ αυτού, διότι φυλάττομεν τα εντολάς αυτού και πράττομεν τα αρεστά ενώπιον αυτού» (Α΄ Ιωάννου Γ/3: 21). Ό,τι ζητάμε θα πρέπει να το ζητάμε με καθαρή καρδιά, με καθαρή συνείδηση. Εάν η καρδιά μας δεν είναι καθαρή και μας κατακρίνει για το ένα σφάλμα ή το άλλο, τότε μην περιμένουμε να εισακουστεί η προσευχή μας. Καθαρή είναι η καρδιά του ανθρώπου, αν δεν υπάρχει μέσα της πικρία, κακία, μίσος, ζήλια, ασυγχωρησία.
Όταν έρχεσαι να προσευχηθείς, να φέρεις το αίτημά σου μπροστά στο Θεό, για να εισακουστεί η προσευχή σου, θα πρέπει να έχεις συγχωρήσει τον αδελφό σου, το συνάνθρωπό σου (Ματθαίος Ε/5: 24).
Δικαιολογίες όπως: «Δεν ξέρεις τι κακό μου έκανε, δεν ξέρεις πόσα έχασα, δεν ξέρεις πόσο με αδίκησε...», στα μάτια του Θεού δεν ευσταθούν. Αντίθετα στέκονται εμπόδιο και δεν επιτρέπουν στο Θεό να ενεργήσει μέσα στη ζωή μας.
Ο Λόγος του Θεού είναι ξεκάθαρος. Εάν προσεύχεσαι και θέλεις να εισακουστεί η προσευχή σου, εάν θέλεις να ενεργήσει ο Θεός μέσα στη ζωή σου, θα πρέπει να έχεις συγχωρήσει τον αδελφό σου, τον συνάνθρωπό σου. Στην "Κυριακή προσευχή", που ο ίδιος ο Κύριος μας υπέδειξε τι πρέπει να ζητάμε: «Συγχώρησον εις ημάς τας αμαρτίας ημών, καθώς και ημείς συγχωρούμεν αυτούς που αμάρτησαν σε μας» (Ματθαίος Σ/6: 12). Ο Λόγος του Θεού μας λέγει: «Μη νικάσαι υπό του κακού, αλλά νίκα δια του αγαθού το κακόν"(Ρωμαίους ΙΒ/12: 21). Όταν κάποιος έρχεται εναντίον μας, μας συκοφαντεί, μας κάνει κακό, δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι εχθρός μας είναι ο σατανάς και όχι ο άνθρωπος. Δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι άνθρωποι είναι "δέσμιοι" από τον εχθρό, ο οποίος τους χρησιμοποιεί ως όργανά του, για να μας κάνει κακό. Ας είμαστε προσεκτικοί, γιατί η μάχη που καλούμαστε να δώσουμε δεν είναι «με σάρκα και αίμα» (Εφεσίους Σ/6: 12), αλλά είναι με τον ίδιο το διάβολο τον οποίον θα νικήσουμε όχι με τις δικές μας δυνάμεις, αλλά «διά του υποτάξαντος αυτόν» (Α' Κορινθίους ΙΕ/15: 27). Θα νικήσουμε με τη δύναμη του Αναστημένου και δοξασμένου Ιησού Χριστού. Είναι ανάγκη να συγχωρούμε. Ο ίδιος ο Κύριος επάνω στο σταυρό προσευχόταν για τους σταυρωτές Του και έλεγε: «Πατέρα συγχώρησέ τους γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκάς ΚΓ/23: 34). Βέβαια οι σταυρωτές επέλεξαν να μη μετανιώσουν και συνέχισαν να αλαλάζουν: «το αίμα να έρθει επάνω μας και στα παιδιά μας» (Ματθαίος ΚΖ/27: 25).
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΦΩΝΗ ΜΕ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.
«Έαν ζητούμε κάτι σύμφωνα με το θέλημά του μας ακούει και αν ξέρουμε ότι ακούει τα αιτήματά μας ξέρουμε ότι λαμβάνουμε ό,τι ζητήσουμε» (Α΄ Ιωάννου Ε/5: 15). Ό,τι ζητάμε, θα πρέπει να είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού. Ο Λόγος του Θεού μας λέει: "δε λαμβάνουμε, διότι ζητάμε κακώς, για τις ηδονές μας κλπ και όταν ζητάμε κακώς, ο Θεός δε μας ακούει" (Ιακώβου Δ/4: 3).
Το θέλημα του Θεού είναι αποτυπωμένο μέσα στον αιώνιο και αψευδή Λόγο Του. Για να γνωρίζουμε το θέλημα του Θεού, θα πρέπει να γνωρίζουμε το Λόγο του Θεού (Καινή & Παλαιά Διαθήκη). Για να τον γνωρίζουμε, θα πρέπει να τον μελετάμε.
Ο Λόγος του Θεού μας αναφέρει: «Και αύτη είναι η παρρησία, την οποίαν έχομεν προς Αυτόν, ότι εάν ζητώμέν τι κατά το θέλημα αυτού, ακούει ημάς. Και εάν εξεύρωμεν ότι ακούει ημάς ό,τι αν ζητήσωμεν, εξεύρομεν ότι λαμβάνομεν τα ζητήματα, τα οποία εζητήσαμεν παρ' αυτού (Α΄ Ιωάννου Ε/5: 14,15). Πρέπει να ζητάμε από το Θεό πράγματα που είναι σύμφωνα με το θέλημά Του. Επίσης «και ό,τι αν ζητώμεν λαμβάνομεν παρ' αυτού, διότι φυλάττομεν τας εντολάς αυτού και πράττομεν τα αρεστά ενώπιον αυτού» (Α΄ Ιωάννου Γ/3: 22).
Το θέλημα του Θεού είναι να τηρούμε τις εντολές Του. Μόνον αν τηρούμε τις εντολές Του, θα εισακουστεί η προσευχή μας. Οι εντολές του Θεού "δεν είναι βαριές" (Α΄ Ιωάννου Ε/5: 3,4) και κάθε τι που έχει γεννηθεί από Θεό νικά τον κόσμο. Οι εντολές του Θεού είναι:
Να έχουμε αγάπη προς το Θεό, αγάπη ο ένας για τον άλλο και να τηρούμε το Λόγο Του. Είπε ο εκ γενετής τυφλός σε εκείνους τους φανατικούς Φαρισαίους: «Εξεύρομεν δε ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλ' εάν τις είναι θεοσεβής και κάμνει το θέλημα αυτού, τούτον ακούει» (Ιωάννης Θ/9: 31).
Στο Ευαγγέλιο «κατά Μάρκον» (κεφ. ΙΑ/11, εδ. 22 – 24) αναφέρεται: «Και αποκριθείς ο Ιησούς, λέγει προς αυτούς Έχετε πίστιν Θεού. Διότι αληθώς σας λέγω ότι όστις είπη προς το όρος τούτο, Σηκώθητε και ρίφθητι εις την θάλασσαν, και δεν διστάσει εν τη καρδία αυτού, αλλά πιστεύσει ότι εκείνα τα οποία λέγει γίνονται, θέλει γίνει εις αυτόν ό,τι εάν είπει. Διά τούτο σας λέγω, Πάντα όσα προσευχόμενοι ζητείτε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και θέλει γίνει εις εσάς». Ο,τιδήποτε έχουμε ανάγκη και ό,τι ο Θεός μας έχει υποσχεθεί, θα το λαμβάνουμε μέσα από την πίστη μας. "Χωρίς πίστη δεν μπορείς να ευχαριστήσεις το Θεό" (Εβραίους ΙΑ/11: 6).
Ο,τιδήποτε έκανε ο Ιησούς το έκανε με πίστη. Ενεργώ με πίστη σημαίνει ότι ενεργώ σύμφωνα με το Λόγο του Θεού. «Δια πίστεως ο Αβελ έκανε καλύτερη θυσία από τον Κάϊν». (Εβραίους ΙΑ/11: 4). Η προσευχή θα πρέπει να αρχίζει «δια πίστεως» και να τελειώνει «δια πίστεως».
Προσευχόμαστε, ζητάμε από το Θεό και ο Θεός μας ακούει. Πρέπει όμως να πιστέψουμε ότι θα το λάβουμε ό,τι ζητήσαμε και να μην έχουμε καμία αμφιβολία μέσα στην καρδιά μας. Στο ευαγγέλιο του Αποστόλου "Μάρκου" (κεφ. ΙΑ/11, εδ. 24), αναφέρεται: «Πάντα όσα προσευχόμενοι ζητείτε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και θέλει γίνει εις εσάς». Πρέπει να πιστέψουμε και να αρχίσουμε να Τον ευχαριστούμε. Η μεγαλύτερη έκφραση πίστης είναι η αληθινή ευχαριστία και η δοξολογία προς το Θεό, ενώ η μεγαλύτερη προσευχή είναι: «γεννηθήτω το θέλημά Σου».
Ο Τελώνης:
Η γενική του στάση δείχνει ότι βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους ταπείνωσης, απόλυ-της συντριβής και δεν ασχολείται με τη συμπεριφορά και τις αμαρτίες των άλλων ανθρώπων. Ήταν γεμάτος από ειλικρινή μετάνοια και κυρίως είχε πλήρη συναίσθηση ότι ήταν αμαρτωλός (εδ. 13). Ήταν συνήθεια, όταν κάποιος προσευχόταν, να σηκώνει τα μάτια του προς τον ουρανό. Τούτος ο τελώνης όμως, μέσα από αυτοκριτική του εαυτού του, νιώθοντας την εσωτερική του αθλιότητα, αναγνωρίζοντας την αμαρτωλότητά του, δεν ήθελε να σηκώσει τα μάτια του προς τον ουρανό, γιατί ήξερε ότι ο ουρανός είναι θρόνος του Θεού. Δεν ήθελε καν να πλησιάσει στο μέρος, όπου οι άλλοι προσεύχονταν, αλλά στεκόταν μακριά και με σκυμμένο το κεφάλι χτυπούσε διαρκώς το στήθος του και έλεγε: «ο Θεός να σκεπάσει με έλεος εμένα τον αμαρτωλό». Ήταν ταπεινωμένος και βαθύτατα λυπημένος. Δεν έρχεται στο Θεό μέσα από κάποιες τυπικές θρησκευτικές διαδικασίες,
αλλά με μια ραγισμένη, ταπεινωμένη και μετανιωμένη καρδιά. Έρχεται βρώμικος, ελεεινός και τρισάθλιος στην παρουσία Του, για να πει: "Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ". Μέσα από την ταπείνωση την απλότητα και την ειλικρίνεια οδηγείται με τη χάρη του Θεού στη δικαίωση. Η ταπεινότητα είναι η βασική αρετή για να εισακουστεί ο άνθρωπος από το Θεό. Γι' αυτήν την αρετή πολλές φορές ο Ιησούς Χριστός μίλησε στους ανθρώπους.
Ο άνθρωπος αυτός έχει συνειδητοποιήσει ότι είναι ένας αμαρτωλός και άρα είναι υπόδικος απέναντι στη δικαιοσύνη του Θεού. Είναι καταδικασμένος σε θάνατο εξαιτίας της αμαρτίας του, διότι "διότι ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος" (Ρωμαίους Σ/6: 23) και γι' αυτό ζητάει το Έλεος του Θεού. Στην προσευχή του Φαρισαίου υπάρχουν πολλές και ωραίες φράσεις, όμως δεν υπάρχει η λέξη: «αμαρτωλός». Ο Τελώνης αναγνωρίζει την αμαρτωλότητά και δε βρίσκει κανένα ελαφρυντικό για τον εαυτόν του. Αναγνωρίζει ότι δε μπορεί να κάνει τίποτα από μόνος του για ν' αλλάξει τη ζωή του και ζητάει το Έλεος του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος βεβαιώνει ότι «ο Θεός είναι πλούσιος σε Έλεος» (Εφεσίους Β/2: 4). Στην επιστολή "Α' Πέτρου" (κεφ. Α/1, εδ. 3) αναφέρεται: «Ευλογητός ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όστις κατά το πολύ έλεος αυτού ανεγέννησεν ημάς εις ελπίδα ζώσαν διά της αναστάσεως του Ιησού Χριστού εκ νεκρών».
5/. Ο Θεός :
Άραγε για όλα αυτά που συνέβησαν πώς ενήργησε ο Θεός; Ο Λόγος του Θεού μας διαβεβαιώνει ότι "ο Τελώνης γύρισε στο σπίτι του δικαιωμένος". Γύρισε στο σπίτι του έχοντας μέσα του τη βεβαιότητα της σωτηρίας του. Γνώριζε ότι ο Θεός, παρ' ότι ήταν πολύ αμαρτωλός, τον δέχτηκε. "Όποιος πιστεύει στο Χριστό έχει ζωή αιώνια" (Ιωάννης Γ/3: 16). «Μεταβέβηκεν (έχει μεταβεί) εκ του Θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάννου Ε/5: 24).
Ο Φαρισαίος θα εξακολουθούσε να πλέει σε πελάγη της δικής του αυτοπροβολής και αυτοδικαίωσης. Θα εξακολουθούσε να τηρεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα, όμως χωρίς να είναι δικαιωμένος από το Θεό. Όλα όσα προσέφερε στο Θεό εκείνη την ημέρα στην παρουσία Του θα είναι "λαμπάδες" που δε θ' ανάβουν, που θα παραμείνουν σβηστές στην αιωνιότητα. Ο Θεός δεν τον δικαίωσε, γιατί δε στηρίχτηκε σε Εκείνον, αλλά στηρίχτηκε στον εαυτόν του και σε κάποιους νεκρούς θρησκευτικούς τύπους. Εδώ φαίνεται καθαρά η αντίθεση μεταξύ των "τύπων" και της "πνευματικότητας". "Ο Θεός είναι Πνεύμα, και οι προσκυνούντες αυτόν εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να προσκυνώσι" (Ιωάννης Δ/4: 24).
6/ Συμπέρασμα:
Δύο άνθρωποι, δύο τύποι, έρχονται μπροστά στο Θεό. Ο ένας στέκεται υπερήφανος, προκλητικός, αλαζόνας, υπερεκτιμεί και προβάλει τον εαυτόν του. Ο άλλος συντετριμμένος για τις αμαρτίες του, μην τολμώντας να υψώσει τα μάτια του στο μεγαλείο της αγιότητας του Θεού, ζητάει επίμονα το Έλεός Του. Και οι δύο αυτοί άνθρωποι είναι αμαρτωλοί, όμως έχουν μια τελείως διαφορετική συμπεριφορά απέναντι στο Θεό. Ο ένας αισθάνεται δίκαιος, καλός θεωρώντας ότι δεν έχει ανάγκη να ζητήσει από το Θεό το έλεός Του και να λάβει τη σωτηρία του. Όλα αυτά τα θεωρεί πράγματα περιττά γι' αυτόν και έτσι χάνει τη σωτηρία του και την αιώνια ζωή. Ο άλλος αναγνωρίζει την αθλιότητά του, ταπεινώνεται μπροστά στο Θεό, θλίβεται για την αμαρτωλότητά του και έτσι λαμβάνει άφθονη τη χάρη και το έλεος του Θεού.
Στη διαχρονική πορεία του ανθρώπου, οι δύο αυτές φυσιογνωμίες επιζούν χωρίς τίποτα να έχει αλλάξει ανάμεσά τους. Μπορεί ο άνθρωπος κάποιες φορές να ταυτίζεται με τη στάση του Φαρισαίου, όμως ο Θεός ταυτίζεται με τη στάση του τελώνη. Η κρίση του Θεού θα είναι διαφορετική για τους δύο αυτούς τύπους ανθρώπων και θα πηγάζει από τη δικαιοσύνη Του. Ο Τελώνης είχε την ειλικρίνεια να αναγνωρίσει την αμαρτωλότητά του και να ζητήσει το Έλεος του Θεού, γι' αυτό και έφυγε δικαιωμένος. Ο Φαρισαίος ικανοποιημένος με τον εαυτόν του δε ζήτησε τίποτα από το Θεό και γι' αυτό δεν πήρε τίποτα. Ο Κύριος με αυτήν την παραβολή θέλησε να καταγγείλει για άλλη μια φορά, την έπαρση, τον τυπικισμό, την υπερηφάνεια, την αυτοδικαίωση, την αυταρέσκεια που επιδεικνύουν κάποιοι άνθρωποι στην παρουσία Του, στηριζόμενοι σε "τύπους" και "νεκρά έργα" (Εβραίους Θ/9: 14).
«Οποίοι είμεθα εμείς;» Άραγε εμάς πώς μας βλέπει ο Θεός; Σε τι δρόμο βρισκόμαστε; Ο Φαρισαίος της ιστορίας μας βάδιζε σε λάθος δρόμο. Στο βιβλίο των "Παροιμιών" (ΙΣ/16: 25), αναφέρεται: "Υπάρχει οδός ήτις φαίνεται ορθή εις τον άνθρωπον, αλλά τα τέλη αυτής οδηγούν στο θάνατο". Ας αναλογιστεί ο καθένας μας πού βρίσκεται και που βαδίζει; Είμαστε στο σωστό δρόμο; Αν όχι υπάρχει ελπίδα; Ασφαλώς ναι. «Σήμερα, που είναι καιρός ευπρόσδεκτος, που είναι καιρός σωτηρίας» (Β΄ Κορινθίους Σ/6: 2), ας κάνουμε τον έλεγχό μας. Μας δίνεται μια ακόμα πολύτιμη ευκαιρία για σκέψεις, για προβληματισμό, για αλλαγή πορείας, όπου αυτή απαιτείται. Το Πνεύμα του Θεού μας αποδεικνύει ότι βρισκόμαστε σε πλάνη, αν νομίζουμε ότι με τις δικές μας δυνάμεις, με την εκπλήρωση κάποιων εξωτερικών θρησκευτικών τύπων κλπ μπορούμε να σωθούμε και μας τονίζει ιδιαίτερα ότι: «Κατά χάριν είστε σεσωσμένοι, κι αυτό δεν είναι από σας, Θεού το δώρο για να μην καυχηθεί κάποιος» (Εφεσίους Β/2: 8).
Αλίμονο σ’ εκείνο τον άνθρωπο που δεν πέρασε από το δρόμο του Τελώνη, μοιραία βρίσκεται στο δρόμο του Φαρισαίου και η τήρηση των νεκρών θρησκευτικών του έργων θα τον οδηγήσουν στην αιώνια απώλεια, μακριά από το Θεό του Ελέους και της Αγάπης. --