Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

ΔΑΒΙΔ & ΙΩΝΑΘΑΝ.

 

        ΔΑΒΙΔ  & ΙΩΝΑΘΑΝ.    --    Ένα υπόδειγμα αληθινής φιλίας.

 

            Βιβλίο «Α’ Σαμουήλ»,  κεφάλαια:   ΙΗ/18  --  ΙΘ/19 – Κ/20.

 

Ο Σαούλ υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς του Ισραήλ. Η βασιλεία του διήρκησε τριάντα χρόνια (1040 – 1010 π.Χ.). Η σύζυγός του ονομαζόταν Αχινοάμ (Α’ Βασιλέων ΙΔ/14: 50) και απέκτησαν τέσσερις γιούς ( Ιωνάθαν, Ιεβοσθέ,   Μελχισουέ, Αμιναδάβ) και δύο κόρες (Μερόβ και Μιχάλ). Η Μιχάλ που ήταν η μικρότερη κόρη υπήρξε η πρώτη σύζυγος του Δαβίδ (Α’ Βασιλέων ΙΔ/14: 49).  

Στην αρχή ο Σαούλ κυβέρνησε με πολλή σοφία, δύναμη και δικαιοσύνη. Κέρδισε μεγάλες μάχες νικώντας τους Φιλισταίους και απαλλάσσοντας έτσι το λαό από τη σκλαβιά. Με την πάροδο όμως των χρόνων τον κατέλαβε μεγάλη περηφάνια και άρχισε να μην υπακούει στο θέλημα του Θεού, που του φανέρωνε ό προφήτης Σαμουήλ. Μετά από τη συμπεριφορά του αυτή ο Θεός τον αποδοκίμασε από το να βασιλεύει στο λαό Του. «επειδή, η απείθεια είναι όπως το αμάρτημα της μαγείας και το πείσμα, όπως η ασέβεια και η ειδωλολατρία επειδή, εσύ απέρριψες τον λόγο του Κυρίου, γι' αυτό και ο Κύριος σε απέρριψε από το να είσαι βασιλιάς» (Α’ Σαμουήλ ΙΕ/15: 23).

Μετά απ’ αυτά ο Θεός πρόσταξε τον πρ. Σαμουήλ να πάει στη Βηθλεέμ, στο σπίτι του Ιεσσαί και να χρίσει ένα από τα παιδιά του βασιλιά στον Ισραήλ. Ο Ιεσσαί παρουσίασε στον προφήτη του Θεού έναν – έναν τους πρώτους επτά γιούς του, όμως το Πνεύμα του Θεού έδειξε ότι κανένας απ’ αυτούς δεν ήταν αρεστός στο Θεό, για να γίνει βασιλιάς. Τέλος ήρθε και ο όγδοος γιός που ήταν πολύ μικρός, περίπου δέκα επτά ετών και ο οποίος έβοσκε τα πρόβατα του πατέρα του. Το Πνεύμα του Θεού φώτισε τον Σαμουήλ και του είπε: «Αυτόν χρίσε για βασιλιά, είναι ο εκλεκτός μου» (Α’ Σαμουήλ ΙΣ/16: 12). Αμέσως ο Σαμουήλ έχρισε το Δαβίδ βασιλιά και έκανε θυσία στο Θεό. Από τότε το Πνεύμα του Θεού ήρθε στο νεαρό Δαβίδ, τον φώτιζε και οδηγούσε τα βήματά του.

Λόγω της παρακοής του και της αποδοκιμασίας του από τον Θεό ο βασιλιάς Σαούλ έπεσε σε μελαγχολία. Οι φίλοι του τον συμβούλεψαν να φέρει στο παλάτι κάποιον να του παίζει μουσική, για να  ευχαριστείται η ψυχή του. Ένας υπηρέτης μάλιστα σύστησε το Δαβίδ από τη Βηθλεέμ, που ήταν ένα νεαρό, γενναίο παλικάρι που ήξερε να παίζει πολύ ωραία λύρα. Ο Δαβίδ ήρθε στο παλάτι και ο Σαούλ τον έκανε υπασπιστή του. Με τη λύρα του και τα τραγούδια του έδιωχνε τη στεναχώρια από το Σαούλ.

Όταν ο Δαβίδ σκότωσε τον Γολιάθ, ο Αβενήρ, που ήταν αρχηγός του Ισραηλιτικού στρατού, τον έφερε στο Σαούλ. Ο βασιλιάς, επειδή ήταν πολύ ευχαριστημένος με το Δαβίδ τον διόρισε να είναι από τους αρχηγούς του στρατού του και τον πήρε, για να μένει στην κατοικία του. Λίγο καιρό μετά, όταν ο στρατός επέστρεφε από μια μεγάλη μάχη με τους Φιλισταίους, οι γυναίκες του Ισραήλ τους επιδοκίμαζαν και έψελναν: «Ο Σαούλ πάταξε τις χιλιάδες του, και ο Δαβίδ τις μυριάδες του» (Α’ Σαμουήλ ΙΗ/18: 7). Το γεγονός αυτό έκανε το Σαούλ να τυφλωθεί από έντονη ζηλοφθονία, επειδή ο Δαβίδ έλαβε μεγαλύτερη τιμή απ’ αυτόν. Στο βιβλίο «Άσμα Ασμάτων» (Η/8: 16) αναφέρεται: «η ζηλοτυπία είναι σκληρή σαν τον Άδη». Πέραν αυτού ο Σαούλ είδε το Δαβίδ ως απειλή για το θρόνο του, καθώς γινόταν όλο και πιο δημοφιλής. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να προσπαθήσει επανειλημμένα να τον δολοφονήσει. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες του Σαούλ να τον σκοτώσει, ο Δαβίδ έδειξε μεγάλο σεβασμό στον χρισμένο από το Θεό βασιλιά και αρνήθηκε τον βλάψει, όταν του δόθηκε η ευκαιρία (Α’ Σαμουήλ ΚΣ/26: 8).

Ο γιος του Σαούλ, ο Ιωνάθαν, ο οποίος ήταν γενναίος πολεμιστής και ήταν ο επόμενος στη σειρά, για να γίνει βασιλιάς, επειδή ήταν πρωτότοκος, τρέφει εντελώς διαφορετικά αισθήματα για τον Δαβίδ. Όχι μόνον δεν τον ζηλεύει για τις μεγάλες επιτυχίες του, αλλά τον αγαπάει και τον εκτιμάει πάρα πολύ και τα ίδια ακριβώς συναισθήματα τρέφει και ο Δαβίδ γι’ αυτόν. Έτσι λοιπόν υπόσχονται ο ένας στον άλλον να μείνουν για πάντα φίλοι. Ο Λόγος του Θεού αναφέρει: «Ο Ιωνάθαν και ο Δαβίδ συνδέθηκαν με στενή φιλία και ο Ιωνάθαν τον αγάπησε όπως τον εαυτό του» (Α’ Σαμουήλ ΙΗ/18: 1). Η φιλία τους ήταν αγνή, ειλικρινής πάνω από κάθε ιδιοτέλεια. Ο Ιωνάθαν έδωσε την πανοπλία του στον Δαβίδ και μαζί το τόξο του, ένα πολύ ιδιαίτερο δώρο, αφού ο Ιωνάθαν ήταν ξακουστός τοξότης (Α’ Σαμουήλ ΙΗ/18: 3,4). Η σημασία αυτού του δώρου ήταν  ότι  αναγνώριζε ότι ο Δαβίδ θα γινόταν μια μέρα βασιλιάς στον Ισραήλ. Αντί να ζηλεύει ή να φθονεί ο Ιωνάθαν υποτάχτηκε στο θέλημα του Θεού και θυσίασε το δικό του δικαίωμα στο θρόνο. Οι δύο άνδρες έκαναν μεταξύ τους διαθήκη, μία επίσημη συμφωνία, η οποία τους συνέδεε ως φίλους που θα υποστήριζαν ο ένας τον άλλον. Ο όρκος φιλίας τους είχε δοθεί στο «Όνομα του Θεού» και «ενώπιον του Θεού».

41 Και καθώς το παιδάκι αναχώρησε, σηκώθηκε ο Δαβίδ από το μεσημβρινό μέρος, και έπεσε μπροστά του στη γη, και προσκύνησε τρεις φορές και φιλήθηκαν μεταξύ τους, και έκλαψαν και οι δύο ο Δαβίδ, μάλιστα, έκανε μεγάλον κλαυθμό.

42 Και ο Ιωνάθαν είπε στον Δαβίδ: Πήγαινε με ειρήνη, καθώς εμείς οι δύο ορκιστήκαμε στο όνομα του Κυρίου, λέγοντας: Ο Κύριος ας είναι ανάμεσα σε μένα και σε σένα, και ανάμεσα στο σπέρμα μου και στο σπέρμα σου, παντοτινά! Και σηκώθηκε και αναχώρησε ενώ ο Ιωνάθαν μπήκε στην πόλη  (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 41,42).

Η φιλία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή των πιστών ανθρώπων και εκτός των άλλων αποτελεί έναν παράγοντα που ενισχύει την πίστη μας και την αφοσίωσή μας στο Θεό στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Στο βιβλίο των «Παροιμιών» (ΚΖ/27: 17) αναφέρεται: «Ο σίδηρος ακονίζει τον σίδηρον και ο άνθρωπος ακονίζει το πρόσωπον του φίλου αυτού». [όπως δύο κομμάτια σιδήρου τρίβονται μεταξύ τους και γίνονται κοφτερά, έτσι και οι αληθινοί φίλοι μπορούν να επιδράσουν ο ένας στον άλλον, να ενθαρρύνει ο ένας τον άλλον και να βελτιωθούν προσωπικά και πνευματικά]. Ο Ιωνάθαν και ο Δαβίδ ενισχύθηκαν και έλαβαν θάρρος πολλές φορές ο ένας από τον άλλον μέσα στις δοκιμασίες και τις μεγάλες δυσκολίες της ζωής.  Ο αιώνιος Λόγος του Θεού αναφέρει: «Σε κάθε καιρό αγαπάει ο φίλος, και ο αδελφός γεννιέται για καιρό ανάγκης» (Παροιμίες ΙΖ/17: 17). «Ο άνθρωπος που έχει φίλους, πρέπει να συμπεριφέρεται φιλικά και υπάρχει φίλος στενότερος από αδελφό» (Παροιμίες ΙΗ/18: 24).

 Μια μέρα ο Σαούλ λέει στον Ιωνάθαν και σε όλους τους υπηρέτες του να προσπαθήσουν να σκοτώσουν το Δαβίδ (Α’ Σαμουήλ ΙΘ/19: 1). Η απάντηση του Ιωνάθαν ήταν: «Και ο Ιωνάθαν μίλησε στο Σαούλ, τον πατέρα του, ευνοϊκά για το Δαβίδ και του είπε: «Ας μη αμαρτήσει ο βασιλιάς ενάντια στον δούλο του, ενάντια στον Δαβίδ επειδή, δεν αμάρτησε εναντίον σου, και επειδή τα έργα του στάθηκαν πολύ καλά σε σένα δεδομένου ότι, ριψοκινδύνεψε τη ζωή του, και θανάτωσε τον Φιλισταίο, και ο Κύριος έκανε μεγάλη σωτηρία σε ολόκληρο τον Ισραήλ είδες και χάρηκες γιατί, λοιπόν, θέλεις να αμαρτήσεις ενάντια σε αθώο αίμα, θανατώνοντας τον Δαβίδ χωρίς αιτία;» (Α’ Σαμουήλ ΙΘ/19: 4,5). Ο Ιωνάθαν έπεισε τον Σαούλ ότι δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από το Δαβίδ, καθώς δεν είχε κάνει κάτι εναντίον του Βασιλιά. Η ένθερμη παράκληση του Ιωνάθαν για τον αδικημένο φίλο του ηρέμησε  το Σαούλ ο οποίος υποσχέθηκε να μην κάνει κακό στον Δαβίδ. Έτσι ο Δαβίδ επέστρεψε ξανά στην κατοικία του Σαούλ όπως και πριν.

Κάποια μέρα, ενώ ο Δαβίδ έπαιζε μουσική, ο Σαούλ έριξε και πάλι το δόρυ του με σκοπό να τον σκοτώσει. Ο Δαβίδ απέφυγε το δόρυ το οποίο καρφώθηκε στον τοίχο. Αυτή είναι η τρίτη φορά που ο Σαούλ προσπαθεί να τον εξοντώσει. Μετά τα γεγονότα αυτά ο Δαβίδ αντιλαμβάνεται ότι θα πρέπει να φύγει μακριά, γιατί κινδυνεύει η ζωή του. Τη νύχτα εκείνη   πηγαίνει στο δικό του σπίτι, αλλά ο Σαούλ στέλνει μερικούς άντρες, για να τον σκοτώσουν. Η Μιχάλ η γυναίκα του γνωρίζει τα σχέδια του πατέρα της και γι’ αυτό λέει στον άντρα της: «Αν δεν φύγεις απόψε, αύριο θα είσαι νεκρός». Την ίδια νύχτα η Μιχάλ βοηθάει το Δαβίδ να διαφύγει από ένα παράθυρο (Α’ Σαμουήλ ΙΘ/19: 1-18). Ο Δαβίδ αναγκάζεται τώρα να κρύβεται από τον έναν τόπο στον άλλον επί επτά χρόνια περίπου, ώστε να μην μπορέσει να τον βρει ο Σαούλ.

Ο Ιωνάθαν, καθώς βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αγαπά, τον πατέρα του με τον οποίο ήταν πολύ δεμένος (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 2) και το φίλο του τον Δαβίδ, τον οποίον με κάθε τρόπο υποστηρίζει εκτιμώντας την οσιότητά του, έχει αντιληφθεί πόσο άδικος είναι ο πατέρας του και προειδοποιεί το Δαβίδ για τον κίνδυνο που διατρέχει. Παρ’ ότι η ανδρεία του Δαβίδ έκανε το βασιλιά Σαούλ να τον βλέπει σαν αντίζηλο, ο Ιωάνθαν δεν ένιωθε ίχνος αντιζηλίας, αντίθετα η καρδιά του έχει πλημμυρίσει από αγάπη και εκτίμηση γι’ αυτόν. Έτσι λοιπόν Ιωάναθαν και ο Δαβίδ έχουν γίνει δύο πολύ καλοί αχώριστοι φίλοι. Είναι βέβαιο ότι ο Ιωνάθαν είχε καταλάβει ότι ο Δαβίδ είχε χρηστεί από το Θεό και θα γινόταν ο επόμενος βασιλιάς στον Ισραήλ και σεβόμενος απόλυτα την απόφαση αυτή του Θεού στέκεται στο πλευρό του προσπαθώντας με κάθε τρόπο να τον προστατεύσει.

Καθώς οι δύο φίλοι συναντήθηκαν, για να συζητήσουν, ο Δαβίδ ρωτάει τον Ιωνάθαν: «Τι έκανα; Ποιο είναι το αδίκημά μου, και ποιο το αμάρτημά μου μπροστά στον πατέρα σου, για το οποίο ζητάει την ψυχή μου;» (Α΄ Σαμουήλ Κ/20: 1). Η απάντηση του Ιωνάθαν ήταν: «Μη γένοιτο! Εσύ δεν θα πεθάνεις δες, ο πατέρας μου δεν θα κάνει τίποτε, ούτε μεγάλο ούτε μικρό, που να μη το φανερώσει σε μένα και γιατί ο πατέρας μου θα έκρυβε αυτό το πράγμα από μένα; Δεν είναι έτσι» (εδ. 2). «Και ο Δαβίδ ορκίστηκε ακόμα, και είπε: Ο πατέρας σου, βέβαια, ξέρει ότι εγώ βρήκα χάρη μπροστά σου γι' αυτό, λέει: Ας μη το ξέρει αυτό ο Ιωνάθαν, μήπως λυπηθεί. Αλλά, ζει ο Κύριος, και ζει η ψυχή σου, δεν είναι παρά ένα βήμα ανάμεσα σε μένα και τον θάνατο» (εδ. 3). Ο Ιωνάθαν είχε νικήσει το αίσθημα της ζήλιας από το οποίο είχε νικηθεί ο πατέρας του ο Σαούλ.

Ιωνάθαν και Δαβίδ κατέστρωσαν ένα σχέδιο, για να δοκιμάσουν το Σαούλ και να καταλάβουν τις προθέσεις του. Καθώς θα ετελείτο η εορτή της «νεομηνίας» (Αριθμοί Ι/10: 10 & ΚΗ/28: 11), μία γιορτή που σηματοδοτούσε την έναρξη του νέου σεληνιακού μήνα, η οποία καταργήθηκε από το Χριστό (Κολοσσαείς Β/2: 16), αν από το τραπέζι του βασιλιά γινόταν αντιληπτή η απουσία του Δαβίδ, ο Ιωνάθαν θα έλεγε στον πατέρα του ότι είχε ζητήσει να εξαιρεθεί για να συμμετάσχει σε κάποια οικογενειακή θυσία. Αν ο Σαούλ αντιδρούσε με θυμό, αυτό θα ήταν σημάδι εχθρότητας προς το Δαβίδ. Ο Ιωνάθαν ευλόγησε το Δαβίδ και αναγνώρισε έμμεσα το γεγονός ότι αυτός θα ήταν ο μελλοντικός βασιλιάς, λέγοντας: «… ο Κύριος ας είναι μαζί σου, καθώς στάθηκε με τον πατέρα μου!» (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 13).

Όταν ο Σαούλ παρατήρησε ότι ο Δαβίδ απουσίαζε, ο Ιωνάθαν  του απάντησε: «Και ο Ιωνάθαν απάντησε στον Σαούλ: Ο Δαβίδ μού ζήτησε ένθερμα να πάει μέχρι τη Βηθλεέμ και είπε: Ας πάω, παρακαλώ, επειδή η συγγένειά μας κάνει θυσία στην πόλη· και ο αδελφός μου, αυτός μου παρήγγειλε να παραβρεθώ τώρα, λοιπόν, αν βρήκα χάρη στα μάτια σου, άφησέ με, παρακαλώ, να πάω, και να δω τα αδέλφια μου γι' αυτό δεν ήρθε στο τραπέζι τού βασιλιά» (Κ/20: 28,29).

Όταν ο βασιλιάς άκουσε αυτά τα λόγια, έγινε έξαλλος και πάνω στο θυμό του πρόσβαλε τον υιό του και θέλοντας να τον κάνει να σκεφτεί ιδιοτελώς του είπε ότι ο Δαβίδ αποτελούσε απειλή για την άνοδό του στο θρόνο και τον κάλεσε να διεκδικήσει τα συμφέροντά του. Ο Ιωνάθαν όμως δε σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο. Αντίθετα ήθελε να τιμήσει το Θεό δείχνοντας υποταγή και ευλάβεια σε εκείνον τον οποίο είχε επιλέξει, για να γίνει ο επόμενος βασιλιάς στον Ισραήλ. Εξαιτίας αυτής της άψογης συμπεριφορά του οι άνθρωποι είπαν για τον Ιωνάθαν: «Μαζί με τον Θεό εργάστηκε» (Α’ Σαμουήλ ΙΔ/14: 45).

 Ο Σαούλ πρόσταξε τον Ιωάναθαν να του φέρει το Δαβίδ έχοντας σκοπό να τον θανατώσει. Η απάντηση του Ιωνάθαν ήταν: «Γιατί να θανατωθεί; Τι κακό έκανε;». Σε μια έκρηξη οργής ο Σαούλ έριξε το δόρυ του εναντίον του γιου του. Ο Ιωνάθαν γλύτωσε, αλλά ένιωσε βαθιά λύπη μέσα του για τον άδικο κατατρεγμό του Δαβίδ. Αυτή η πράξη πλήγωσε βαθιά και ταπείνωσε τον Ιωνάθαν που έφυγε θυμωμένος (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 24-34).

Το επόμενο πρωί πήγε στον αγρό κοντά στο μέρος όπου κρυβόταν ο Δαβίδ, έριξε ένα βέλος, όπως είχαν συμφωνήσει, δείχνοντάς του ότι ο Σαούλ είχε ακόμα σκοπό να τον σκοτώσει. Καθώς οι δύο άντρες βρέθηκαν μόνοι έκλαψαν και αγκαλιάστηκαν μαζί. Ο Ιωνάθαν αποχαιρέτησε με βαριά καρδιά το νεαρό φίλο του καθώς ο Δαβίδ θ’ άρχιζε πλέον να ζει ως φυγάς (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 35-42). Μετά απ’ αυτά ο Δαβίδ πήγε να κρυφτεί (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 35-42). Ο Ιωνάθαν είδε το φυγά μόνο μία φορά ακόμη, όταν ο Δαβίδ κρυβόταν από τον Σαούλ «στην έρημο της Ζιφ, στη Χορές».

Ο Ιωνάθαν ενθάρρυνε τον Δαβίδ με τα λόγια: «Μη φοβάσαι, επειδή δεν θα σε βρει το χέρι τού Σαούλ, του πατέρα μου κι εσύ θα βασιλεύσεις στον Ισραήλ, κι εγώ θα είμαι δεύτερος από σένα μάλιστα και ο Σαούλ ο πατέρας μου το ξέρει αυτό» (Α’ Σαμουήλ ΚΓ/23: 17). Ο  άνθρωπος αυτός θα πρέπει να παραμένει πάντοτε μεγάλος στη μνήμη μας, γιατί μπόρεσε  να πει τη δυσκολότερη λέξη που υπάρχει στον κόσμο: «εγώ δεύτερος». Τι ωραίο να δώσεις την πρώτη θέση στον αδελφό σου. Να του πεις: «αδελφέ μου, εσύ να είσαι πρώτος και εγώ να είμαι δεύτερος, τρίτος,…..». Τούτα τα λόγια, που πολλές φορές αγνοήσαμε μέσα στη ζωή μας, δείχνουν πάνω απ’ όλα προβολή του θελήματος του Θεού, αγάπη, πνευματικότητα, οσιότητα, τιμιότητα, αδέκαστη φιλία και πάνω απ’ όλα μεγάλη δύναμη ψυχής. Ο Απ. Παύλος προτρέπει τους Χριστιανούς της πόλεως των Φιλίππων ως εξής: «μη πράττοντες μηδέν εξ αντιζηλίας ή κενοδοξίας, αλλ' εν ταπεινοφροσύνη θεωρούντες αλλήλους υπερέχοντας εαυτών» (Φιλιππησίους Β/2: 3).

Το μόνο που ζήτησε ο Ιωνάθαν από το Δαβίδ ήταν να του ορκιστεί ο Δαβίδ πως «ποτέ δεν θα απέσυρε την αγάπη του για το σπιτικό τους, ακόμα και όταν ο Θεός θα εξάλειφε όλους τους εχθρούς του Δαβίδ από το πρόσωπο της γης και θα γινόταν βασιλιάς». Ο Δαβίδ του υποσχέθηκε ότι θα φροντίζει όλους όσους θα ανήκαν στο σπιτικό του (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 14). Η αληθινή φιλία σύμφωνα με τη Βίβλο συμπεριλαμβάνει πίστη, αλήθεια, θυσία, συμβιβασμό, συναισθηματική προσκόλληση.

Τι ακριβώς εκτίμησε ο Ιωνάθαν στο Δαβίδ και συνδέθηκαν με μια τόσο μεγάλη και βαθιά φιλία μαζί του; Με ποια κριτήρια θα πρέπει και εμείς να επιλέγουμε τους φίλους μας; Ο Ιωνάθαν εκτίμησε τη μεγάλη πίστη στο Θεό που είχε ο Δαβίδ. Μπροστά στο κολοσσιαίο μέγεθος του σιδηρόφρακτου Γολιάθ, όταν τόσο ο βασιλιάς όσο και οι στρατιώτες είχαν πανικοβληθεί, ο Δαβίδ σκέφτηκε ότι, αν πήγαινε στη μάχη στο «Όνομα του Θεού», θα ήταν πιο δυνατός από τον αντίπαλο και ας ήταν αυτός πάνοπλος και τεθωρακισμένος (Α’ Σαμουήλ ΙΖ/17: 45-47). Την ίδια πίστη είχε εκφράσει και ο Ιωνάθαν μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν μαζί με τον οπλοφόρο του επιτέθηκαν σε μια ολόκληρη φρουρά οπλισμένων στρατιωτών και τη νίκησαν (Α’ Σαμουήλ, κεφ. ΙΔ/14). Η σκέψη που διακατείχε τον Ιωνάθαν στην προσπάθειά του αυτή ήταν: «δεν υπάρχει στον Κύριο εμπόδιο, να σώσει με πολλούς ή με λίγους» (Α’ Σαμουήλ ΙΔ/14: 6).

Ιωνάθαν και Δαβίδ είχαν ως κοινό σημείο την ισχυρή πίστη και τη βαθιά αγάπη για το Θεό. Πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο αναπτύχτηκε η φιλία τους παρά τη διαφορετική τους κοινωνική τους θέση. Ο ένας ήταν πρίγκιπας και ο άλλος ήταν ένας ταπεινός βοσκός. Εκτός αυτού υπήρχε και σημαντική διαφορά ηλικίας. Ο Ιωνάθαν ήταν σε ηλικία πενήντα περίπου ετών και ο Δαβίδ ίσως ήταν και μικρότερος από είκοσι ετών.  

 

Βιβλίο «Α’ Σαμουήλ», κεφ. ΛΑ/31.

  Ενώ ο Σαούλ με το στρατό του πολεμούσε στο όρος Γελβωέ, εναντίον των Φιλισταίων, ο στρατός νικήθηκε και ο Σαούλ τραυματίστηκε βαριά. Τότε ο Σαούλ είπε στον οπλοφόρο του, «σύρε την ρομφαία και διαπέρασε μια με αυτή, για να μην έρθουν οι εχθροί και με διαπεράσουν και με εμπαίξουν». Όμως ο οπλοφόρος δεν ήθελε να το κάνει, γιατί φοβόταν. Έτσι ο Σαούλ πήρε την ρομφαία του και έπεσε πάνω σ’ αυτή και πέθανε (Α’ Βασιλέων ΛΑ/31: 1- 6). Οι Φιλισταίοι κρέμασαν το πτώμα του Σαούλ μαζί με τα πτώματα των γιων του στα τείχη της Βαιθσάν. Αυτά τα πήραν και τα έθαψαν μετά οι κάτοικοι της πόλεως Ιαβείς (Α’ Βασιλέων ΛΑ/31: 12, 13).

  Η φράση «ούτως απέθανεν ο Σαούλ και οι τρεις γιοί αυτού» (εδ.6), έρχεται να περιγράψει την τραγική κατάληξη του βασιλιά Σαούλ και να κλείσει ένα μεγάλο κεφάλαιο άρνησης και ανυπακοής στο θέλημα του Θεού. Άραγε τον τιμώρησε ο Θεός τον Σαούλ; Όχι βέβαια, απλά ίσχυσε ο διαχρονικός νόμος : «Μη πλανιέστε, ο Θεός δεν εμπαίζεται επειδή, ό,τι αν σπείρει ο άνθρωπος, αυτό και θα θερίσει», για το λόγο ότι αυτός που σπέρνει στη σάρκα του θα θερίσει από τη σάρκα φθορά αλλά εκείνος που σπέρνει στο Πνεύμα, θα θερίσει από το Πνεύμα, αιώνια ζωή (Γαλάτας Σ/6: 7,8).

«και εθρήνησεν ο Δαβίδ τον θρήνον τούτον επί τον Σαούλ και επί τον Ιωνάθαν τον υιόν αυτού» (Β΄  Σαμουήλ Α/1: 17). Όταν έμαθε ο Δαβίδ για το θάνατο του Σαούλ, όχι μόνον δε χάρηκε, όχι μόνον δε γιόρτασε, αλλά έκανε «κλαυθμών μέγαν» (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 41). Πένθησε αυτός και επέβαλε αυτό και στους άλλους. «πάντες διέσχισαν τα ιμάτια αυτών, έκλαυσαν και επένθησαν». Αυτή είναι η σωστή, η ανθρώπινη συμπεριφορά, που δεν θα πρέπει να λείψει ποτέ από τη ζωή μας.  

Μετά από τα συγκλονιστικά αυτά τα γεγονότα ο Δαβίδ έγραψε ένα ύμνο, για να ψάλει ο λαός του Ιούδα προς τιμή του Σαούλ και των γιών του:

19 Ω, δόξα τού Ισραήλ, κατακοντισμένη επάνω στους ψηλούς τόπους σου! Πώς έπεσαν οι δυνατοί!

20 Μη αναγγείλετε στη Γαθ, μη διακηρύξετε στις πλατείες τής Ασκάλωνας.

Μήπως και χαρούν οι θυγατέρες των Φιλισταίων, μήπως και αγαλλιαστούν οι θυγατέρες των απερίτμητων (Στην εξωτερική έχθρα, ο λαός του Θεού θα πρέπει να είναι εσωτερικά και εξωτερικά ενωμένος).

21 Βουνά που είστε στη Γελβουέ, ας μη υπάρχει δρόσος ούτε βροχή, επάνω σε σας, ούτε χωράφια που δίνουν απαρχές·

Επειδή, εκεί πετάχτηκε η ασπίδα των ισχυρών, η ασπίδα τού Σαούλ σαν να μη χρίστηκε με λάδι.

22 Από το αίμα των φονευμένων, από το λίπος των δυνατών, το τόξο τού Ιωνάθαν δεν στρεφόταν πίσω, και η ρομφαία τού Σαούλ δεν γύριζε αδειανή.

23 Ο Σαούλ και ο Ιωνάθαν ήσαν οι αγαπημένοι και αξιαγάπητοι, στη ζωή τους, και στον θάνατό τους δεν χωρίστηκαν.

Ήταν ελαφρότεροι από τους αετούς, δυνατότεροι από τα λιοντάρια.

24 Θυγατέρες τού Ισραήλ, κλάψτε για τον Σαούλ, αυτόν που σας έντυνε με κόκκινα μαζί με καλλωπισμούς, που σας έβαζε χρυσά στολίδια επάνω στα ενδύματά σας.

25 Πώς έπεσαν οι δυνατοί μέσα στη μάχη!

Ιωνάθαν, τραυματισμένε επάνω στους ψηλούς τόπους!

26 Περίλυπος είμαι για σένα, αδελφέ μου, Ιωνάθαν

Μου στάθηκες προσφιλέστατος· η αγάπη σου σε μένα ήταν εξαίσια· υπερέβαινε την αγάπη των γυναικών.

27 Πώς έπεσαν οι δυνατοί, και χάθηκαν τα όπλα τού πολέμου!  (Β’ Σαμουήλ Α/1: 19 – 27).

 

  Μόνον ένας άνθρωπος  «κατά την καρδίαν του Θεού» (Πράξεις ΙΓ/13: 22)  θα μπορούσε να συνθέσει έναν τέτοιο θρήνο για έναν τόσο μεγάλο εχθρό του. Αυτά τα λόγια αποτελούν πραγματικά μνημείο ανεξικακίας, αγάπης, οσιότητας.

Ήρθε η ώρα και ο Δαβίδ έγινε βασιλιάς στον Ισραήλ. Η εξουσία δίνει ένα αίσθημα υπεροχής και είναι εκεί που θα δοκιμαστεί πραγματικά ο άνθρωπος. Συνήθως η αδυναμία των δυνατών και όλων αυτών που κατέχουν εξουσία είναι να σπεύσουν να αντεκδικηθούν των αντιπάλων τους. Ο Δαβίδ δεν πέφτει σ’ αυτήν την παγίδα. Καλεί όλους όσους τίμησαν τον νεκρό Σαούλ, αυτόν, που όταν ζούσε, τον καταδίωκε μέχρι θανάτου, για να τους τιμήσει όχι με ωραία λόγια, αλλά με πράξεις.

Η εκδίκηση δεν έχει θέση στην καρδιά του χριστιανού ανθρώπου. Ο λόγος του Θεού μας διδάσκει: «εις μηδένα μη ανταποδίδετε κακόν αντί κακού προνοείτε τα καλά ενώπιον πάντων ανθρώπων» (Ρωμαίους ΙΒ/12: 17). Ο Δαβίδ διέταξε να μη βρέξει και να μην σπαρθεί το μέρος όπου είχε πεθάνει ο Σαούλ και όχι μόνον δεν σκότωσε  τους υπόλοιπους από τον οίκο του Σαούλ, αλλ’ αντίθετα έδειξε μεγάλη καλοσύνη σ’ αυτούς. Τους έδωσε γη και τροφή, ενώ σε έναν από τους απογόνους του Σαούλ, τον πλέον ανάξιο, που άκουγε στο όνομα Μεμφηβοσθέ του προσέφερε μια θέση στο βασιλικό τραπέζι (Β’ Σαμουήλ  Δ/4: 4  & Θ/9: 10).

Παρά το γεγονός ότι ο Δαβίδ ήταν απορημένος από την συμπεριφορά του Σαούλ, που θα έπρεπε να είναι ο δάσκαλός του και ο πατέρας του, ένα φωτεινό παράδειγμα γι’ αυτόν, παρέμεινε πιστός στον Σαούλ ακόμα και μετά το θάνατό του. Είναι εύκολο να είσαι πιστός σε κάποιον που σε αγαπάει, όμως τι γίνεται με εκείνον που έχει αποφασίσει να σε καταστρέψει; Θα προσπαθείς  να εκδικηθείς για τον εαυτόν σου ή θα σταθείς ένας άνθρωπος «κατά την καρδίαν του Θεού», αφήνοντας το θέμα της κρίσης στα χέρια Του. Στο θέμα αυτό ο Απ. Πέτρος μας προτρέπει: «Όστις  (ο Χριστός) λοιδορούμενος δεν αντελοιδόρει, πάσχων δεν ηπείλει, αλλά παρέδιδεν εαυτόν εις τον κρίνοντα δικαίως» (επιστολή Α’ Πέτρου Β/2: 23).

 Κλείνοντας, ας μην ξεχάσουμε μία ακόμα ρύση μέσα από τον Λόγο του Θεού. «Όλα αυτά έγιναν παραδείγματα σ' εκείνους, και γράφτηκαν για τη νουθεσία μας, στους οποίους έφτασαν τα τέλη των αιώνων» (Α’ Κορινθίους  Ι/10: 6 & 11).---

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

ΚΑΊΝ & ΑΒΕΛ.

 

        ΚΑΪΝ & ΑΒΕΛ.

     
 βιβλίο "ΓΕΝΕΣΗΣ",  κεφ. Δ/4,  εδ. 1-7 .   (Παλαιά Διαθήκη).


1 ΚΑΙ ο Αδάμ γνώρισε τη γυναίκα του Εύα κι εκείνη συνέλαβε, και γέννησε τον Κάιν και είπε: Απέκτησα άνθρωπον με τη βοήθεια του Κυρίου. 

2 Κι επιπλέον γέννησε τον αδελφό του τον Άβελ. Και ο Άβελ ήταν βοσκός προβάτων, ενώ ο Κάιν ήταν γεωργός. 
3 Και ύστερα από ημέρες ο Κάιν πρόσφερε από τους καρπούς της γης προσφορά στον Κύριο. 
4 Και ο Άβελ πρόσφερε κι αυτός από τα πρωτότοκα των προβάτων του, και από το πάχος τους. Και ο Κύριος κοίταξε με ευμένεια επάνω στον Άβελ, κι επάνω στην προσφορά του
5 επάνω στον Κάιν, όμως, κι επάνω στην προσφορά του δεν κοίταξε. Και ο Κάιν αγανάκτησε πάρα πολύ, και κατσούφιασε το πρόσωπό του. 
6 Και ο Κύριος είπε στον Κάιν: Γιατί αγανάκτησες; Και γιατί κατσούφιασε το πρόσωπό σου; 
7 Αν εσύ ενεργείς σωστά, δεν θα είσαι ευπρόσδεκτος; Αν, όμως, δεν ενεργείς σωστά, στην πόρτα βρίσκεται η αμαρτία. Αλλά, σε σένα θα είναι η επιθυμία του, κι εσύ θα εξουσιάζεις επάνω του.

      Επιστολή "προς ΕΒΡΑΙΟΥΣ", κεφ.  ΙΑ/11, εδ. 4. 

    "Με πίστη ο Άβελ πρόσφερε στον Θεό καλύτερη θυσία παρά ο Κάιν, διαμέσου τής οποίας δόθηκε μαρτυρία ότι ήταν δίκαιος, επειδή ο Θεός έδωσε μαρτυρία για τα δώρα του και μ' αυτή, παρόλο που πέθανε, μιλάει ακόμα".


          ΣΧΟΛΙΑ :

       Στις ημέρες που ζούμε ακούγονται πολλές φωνές γύρω μας προερχόμενες από πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο άνθρωπος περισσότερο από κάθε άλλη φορά βρίσκεται "πελαγωμένος", "μπερδεμένος", "συγχυσμένος", ανάμεσα σε πολλούς δρόμους και κρίσιμες επιλογές. Στο βιβλίο των "Παροιμιών" (κεφ. ΙΔ/14, εδ. 12) αναφέρεται: "υπάρχει οδός ήτις φαίνεται ορθή εις τον άνθρωπον, αλλά τα τέλη αυτής φέρουσιν εις θάνατον". Μύριες θεωρίες ακούγονται γύρω μας. «Με ποιους να πας και ποιους ν’ αφήσεις», όπως λέει και  ο ποιητής, ενώ ένας στίχος λέει: «πεντακόσιες θεωρίες κι ο μικρότερος χαμένος». Η κάθε φωνή που ακούγεται γύρω μας υποστηρίζει ότι κατέχει την αλήθεια. Όλοι επικαλούνται την αλήθεια και όλοι υποτίθεται στο όνομά της ενεργούν, όμως πού πραγματικά βρίσκεται η αλήθεια;

       Ανάμεσα σε όλες τις φωνές που ακούγονται γύρω μας μία είναι η σωστή, η αυθεντική φωνή,  η φωνή του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αυτή η φωνή κράζει ανά τους αιώνες: «Εγώ είμαι η ΑΛΗΘΕΙΑ» (Ιωάννης ΙΔ/14: 6). Είναι γεγονός ότι τα πάντα γύρω μας, μας πρόδωσαν. Τα σαθρά ανθρώπινα συστήματα με τα "ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα", τα φανταστικά οράματα για ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη κλπ απέτυχαν και δεν μπόρεσαν να βγάλουν τον άνθρωπο από τα μεγάλα αδιέξοδά του και τους κινδύνους της ζωής. Στις μέρες μας ο άνθρωπος είναι ψυχικά και πνευματικά γυμνός, κουρασμένος, φορτωμένος, πληγωμένος, ναυαγισμένος, συγχυσμένος περισσότερο από κάθε άλλη φορά από κάθε άλλη εποχή παρά την εξέλιξη και τον πολιτισμό που δημιούργησε.    

        Όμως μέσα σ’ αυτά τα αδιέξοδα αντηχεί και σήμερα η φωνή του Κυρίου Ιησού Χριστού. «Ελάτε σε Μένα όλοι οι φορτωμένοι και οι κουρασμένοι και Εγώ θα σας αναπαύσω» (Ματθαίος ΙΑ/11: 28). Ο πολύπαθος Ιώβ λέγει: «Ο Θεός μιλάει άπαξ και δις, αλλά ο άνθρωπος δεν ακούει» (Ιώβ ΛΓ/33: 14).

     Ο Θεός μέσα στην Πανσοφία Του έπλασε τον άνθρωπο και τον εγκατέστησε κυρίαρχο μέσα στον Παράδεισο, ένα χώρο ευδαιμονίας, στον οποίο ο Θεός κατέβαινε τα ωραία εκείνα δειλινά, συνομιλούσε με τον άνθρωπο και είχε κοινωνία μαζί του (Γένεση Γ/3: 8). Μέσα σ’ αυτό το ειδυλλιακό περιβάλλον δεν άργησε να εισχωρήσει η αμαρτία. Ο άνθρωπος παρασυρόμενος από τον αιώνιο εχθρό της ψυχής, τον ανθρωποκτόνο διάβολο (Ιωάννης Η/8: 44), παράκουσε την εντολή του Θεού με αποτέλεσμα να εκπέσει, ν' αμαρτήσει και στη συνέχεια ν’ απομακρυνθεί από τον Παράδεισο του Θεού (Γένεση Γ/3: 24).

       Από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε ο άνθρωπος έξω από το χώρο της Εδέμ, μακριά από το πρόσωπο του Θεού, αισθάνθηκε την ανάγκη να επικοινωνήσει με το δημιουργό του. Όμως πώς να επικοινωνήσει; Η αμαρτία είχε μπει στη ζωή του και είχε δημιουργήσει απροσπέλαστο χάσμα. Είχε ορθώσει ανυπέρβλητα εμπόδια και κάθε επικοινωνία με το Θεό ήταν αδύνατη. Για να υπάρξει επικοινωνία, έπρεπε να  τακτοποιηθεί το ανυπέρβλητο εμπόδιο της αμαρτίας. Πώς όμως να φύγει αυτό το εμπόδιο; Ή θα έπρεπε ο άνθρωπος να στηριχθεί στις δικές του δυνάμεις, για να το πετύχει, πράγμα αδύνατον, ή θα έπρεπε να ακολουθήσει τον τρόπο τον οποίον υποδείκνυε ο Θεός.

      Θα εξετάσουμε την "πορεία" δύο ανθρώπων, που ήταν από τους πρώτους που προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με το Θεό. Πρόκειται για τα δύο πρώτα παιδιά του Αδάμ και της Εύας, τoν Κάιν και τον Άβελ. Ο Κάιν ήταν γεωργός, ενώ ο Άβελ ήταν ποιμένας προβάτων. Δύο άνθρωποι, δύο θρησκείες, δύο χαρακτηριστικοί τύποι, δύο κόσμοι εντελώς διαφορετικοί. Τούτοι οι άνθρωποι ξεκινούν μαζί, γεννήθηκαν από αμαρτωλούς γονείς και συνεπώς είναι και οι δύο αμαρτωλοί. Και στους δύο αυτούς ανθρώπους δεν κατοικεί αγαθό μέσα τους (Ρωμαίους Ζ/7: 18). Σύμφωνα με το Λόγο του Θεού: «δι’ ενός ανθρώπου, (Αδάμ) η αμαρτία μπήκε σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος» (Ρωμαίους Ε/5: 12).  Τούτοι οι δύο άνθρωποι αισθάνονται την ανάγκη να επικοινωνήσουν με το Θεό, να προσευχηθούν, να στείλουν την ευχαριστία τους και τη δοξολογία τους, να μεταφέρουν τα προβλήματά τους.

      Κοινή η πορεία της ζωής τους μέχρι που φτάνουν μπροστά στο θυσιαστήριο. Ο Κύριος, καθώς δεν είναι προσωπολήπτης (Πράξεις Αποστόλων Ι/10: 34), δίνει και στους δύο τις ίδιες ευκαιρίες να έρθουν κοντά Του, να Τον πλησιάσουν και να Τον γνωρίσουν, να επικοινωνήσουν μαζί Του. Ο ίδιος καλεί και σήμερα τον κάθε άνθρωπο, τον κάθε "Θωμά", τον κάθε δύσπιστο ή άπιστο: "έλα Θωμά, Γιώργη, Κώστα, Μαρία ….." να με γνωρίσεις, να δεις τις πληγές μου, να πειραματιστείς τη λύτρωση η οποία απορρέει από το πολύτιμο αίμα που χύθηκε πάνω στο σταυρό του Γολγοθά και που «καθαρίζει ημάς, από πάσης αμαρτίας» (επιστολή Α΄ Ιωάννου Α/1: 7).

    Καθώς βρέθηκαν και οι δύο μπροστά στο θυσιαστήριο, μας εξηγεί ο αιώνιος και αψευδής Λόγος του Θεού τι ακολούθησε:  

    «Ύστερα λοιπόν από καιρό προσέφερε ο Κάιν από τους καρπούς της γης, προσφορά στον Κύριο. Και ο Άβελ πρόσφερε κι’ αυτός από τα πρωτότοκα των προβάτων του, τα παχιά κομμάτια τους. Και είδε με ευχαρίστηση ο Κύριος τον Άβελ και την προσφορά του, αλλά τον Κάιν και την προσφορά του δεν είδε μ’ ευχαρίστηση» (Γένεση Δ/4: 3-4).

    Εδώ και πολλά χρόνια άκουσα μία ομιλία στην οποία ο ομιλητής είπε: "Τη θυσία του Κάιν την απέρριψε ο Θεός, τη θυσία του Άβελ όμως τη δέχθηκε. Τη δική σου θυσία -  προσευχή τη δέχεται ο Θεός ή την απορρίπτει;" Προβληματίστηκα πολύ, γιατί δεν μπορούσα να δώσω μια θετική απάντηση και αυτό το ερώτημα με απασχολούσε. 

    Προσπαθώντας να βρω μια απάντηση πήρα τα πράγματα από την αρχή. Ο Αδάμ και η Εύα ήταν μέσα στον Παράδεισο. Εκεί εμφανίζεται ο διάβολος με τη μορφή του φιδιού και προσπαθεί να ενσπείρει μέσα τους αμφιβολίες για την ορθότητα των λόγων του Θεού. Άλλα είχε πει ο Θεός, αλλιώς τα μετέφερε ο σατανάς. Ήταν φανερό ότι ο ένας από τους δύο έλεγε ψέματα. Ο Αδάμ και η Εύα έπρεπε να καταλήξουν ποιος ήταν ο ψεύτης, ο Θεός ή ο σατανάς και κατέληξαν τελικά ότι ο Θεός και δημιουργός τους ήταν ο ψεύτης. Μετά την επιλογή τους αυτή άνοιξαν τα μάτια τους και αντί να γίνουν, "όπως ο Θεός", που τους είχε υποσχεθεί ο διάβολος (Γένεση Γ/3: 7), κατάλαβαν ότι ήταν γυμνοί.  Προσπάθησαν να  καλύψουν τη γύμνια τους με "φύλα συκιάς", χωρίς όμως να μπορέσουν να το πετύχουν. Ο Θεός, για να τους ντύσει, έσφαξε δύο ζώα και  με τα δέρματά τους κάλυψε τη γύμνια τους (Γένεση Γ/3: 21). Με τον τρόπο αυτό θέλησε να τους διδάξει δύο βασικά πράγματα:
1/ Ότι η σωτηρία του ανθρώπου είναι δώρο του Θεού και δεν μπορεί να επιτευχθεί με τα ανθρώπινα έργα (φύλα συκιάς). Ο Λόγος του Θεού κατηγορηματικά αναφέρει: "κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι, δια της πίστεως και τούτο δεν είναι από σας, Θεού το δώρον" (Εφεσίους Β/2: 8).

2/ Η επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό και γενικά η σωτηρία του μπορεί να επιτευχθεί μόνον μέσα από το θάνατο ενός αθώου αντικαταστάτη. Χρειάζεται αίμα για να καλυφθεί η αμαρτία. "Και σχεδόν με αίμα καθαρίζονται πάντα κατά τον νόμον, και χωρίς χύσεως αίματος δεν γίνεται άφεσις" (Εβραίους Θ/9: 22). 

     Ο Θεός είναι απόλυτα Άγιος, ενώ ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός. «Ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος» (Ρωμαίους Σ/6: 23), συνεπώς ο άνθρωπος θα έπρεπε να πεθάνει λόγω της αμαρτίας του. Αυτό επιβάλει η Θεία Δικαιοσύνη. Ο Θεός ως απόλυτα Άγιος και απόλυτα Δίκαιος δε μπορούσε να πει ότι είναι αθώος ο άνθρωπος για την αμαρτία του, γιατί θα είχε καταλύσει την δικαιοσύνη Του. Ένας δικαστής, ακόμα και αν φέρουν στο εδώλιο το ίδιο του το παιδί με κάποιες κατηγορίες, δεν μπορεί να πει: "αθώος ο κατηγορούμενος", γιατί έτσι θα καταλύσει την δικαιοσύνη, είναι υποχρεωμένος να επιβάλει την ποινή που ορίζει ο νόμος. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν ο ξεπεσμένος αμαρτωλός άνθρωπος να επικοινωνήσει με τον Θεό; Τη λύση από αγάπη και πάλι την έδωσε ο Θεός. Καθώς ο αμαρτωλός άνθρωπος θα ερχόταν ενώπιον του δίκαιου Θεού, ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό θα έμπαινε ένας αθώος, ο οποίος θα πέθαινε στη θέση του ανθρώπου, για να μην πεθάνει ο άνθρωπος. Αυτό έγινε για πρώτη φορά, όταν ο Θεός έσφαξε δύο ζώα, για να ντύσει με τα δέρματά τους τον Αδάμ και την Εύα (Γένεση Γ/3: 21). Με τον τρόπο αυτό καθιερώθηκαν οι θυσίες στην Παλαιά Διαθήκη. 

       Οι θυσίες  τις οποίες είχε ζητήσει ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη από το λαό Του ήταν:

1/ Θυσία ολοκαυτώματος (Λευιτικό, κεφ. Α/1).

2/ Την εξ αλφίτων προσφορά (Λευιτικό, κεφ. Β/2).

3/ Την ειρηνική θυσία (Λευιτικό, κεφ. Γ/3).

4/ Την προσφορά για την αμαρτία (Λευιτικό, κεφ. Δ/4).

5/ Την προσφορά για τις παραβάσεις (Λευιτικό, κεφ. E/5). 

      Όλες οι προσφορές ήταν "θυσίες αίματος" εκτός από την προσφορά "εξ αλφίτων", η οποία γινόταν χωρίς προζύμι (κεφ. Β/2, εδ. 11) και η οποία ήταν τύπος της δίκαιης ζωής του Χριστού. Η προσφορά αυτή γινόταν μετά τη θυσία του ολοκαυτώματος και της χύσεως του "αθώου αίματος". Στη σειρά που έχει καθιερώσει ο Θεός η θυσία του "ολοκαυτώματος", που συμβολίζει τη σωτηρία του ανθρώπου διά του "αθώου αίματος", έρχεται πρώτη, κατόπιν ακολουθεί η "εξ αλφίτων" προσφορά, που συμβολίζει τη Χριστιανική ζωή και πορεία. Δε μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει την "κατά Χριστόν" ζωή, αν πρώτα δεν "αναγεννηθεί" (Ιωάννης Γ/3: 3) από το Πνεύμα το Άγιο, δεχόμενος δια της πίστεως το αθώο λυτρωτικό αίμα, την  αντικαταστατική θυσία, τη θυσία ολοκαυτώματος του Κυρίου Ιησού Χριστού πάνω στο σταυρό του Γολγοθά «ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ παρέδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν προσφορὰν καὶ θυσίαν εἰς τὸν Θεὸν εις ὀσμὴν ευωδίας» (Eφεσίους Ε/5: 2). Μετά απ' όλα αυτά ακολουθούν οι υπόλοιπες θυσίες των καλών έργων. Είναι φανερό ότι τον τρόπο επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό δια της διαμεσολάβησης του θανάτου ενός αθώου τον γνώριζαν από τους γονείς τους πολύ καλά ο Κάιν και ο Άβελ. Έτσι λοιπόν τα δύο τούτα αδέλφια έρχονται μπροστά στο θυσιαστήριο του Θεού.

 

         1/ Ο Κάιν.

         Σύμφωνα με την επιστολή "προς Εβραίους"  η προσφορά του Κάιν δεν προσφέρθηκε με πίστη, σε αντίθεση με την προσφορά του Άβελ για την οποία αναφέρεται: "Διά πίστεως ο Άβελ προσέφερε προς τον Θεόν καλητέραν θυσίαν παρά τον Κάϊν....." (κεφ. ΙΑ/11, εδ. 4).  "...διά πίστεως....".  Σημαίνει ότι  γνώριζε το Λόγο του Θεού, που προέβλεπε το χύσιμο του "αθώου αίματος". Η αιματηρή θυσία ολοκαυτώματος προεικόνιζε τη μοναδική αιματηρή θυσία του Ιησού Χριστού που έγινε μία φορά (Εβραίους Ι/10: 10). Ο Θεός λέει στο Λόγο Του: "...όταν ίδω το αίμα, θέλω σας παρατρέξει...." (Έξοδος ΙΒ/12: 13). Σε καμία περίπτωση μέσα στην ιεραρχία, που ο Θεός έχει βάλει, δε μπορεί να υπάρξει κάποια άλλη προσφορά.

       Θα  πρέπει  να  τονίσουμε  ότι σε  αντίθεση με την κοινή πεποίθηση ο Κάιν δεν ήταν κανένας  αθεϊστής  που  αρνιόταν  το  Θεό, αντίθετα ήταν άνθρωπος θρησκευόμενος, είχε συναίσθηση του καθήκοντός προς το Θεό και αισθανόταν  πραγματικά την ανάγκη  να επικοινωνήσει  μαζί Του, για να  Τον ευχαριστήσει  και  να  λάβει  ευλογία  και σωτηρία από Αυτόν.  Από τη βιβλική αναφορά φαίνεται ότι ο Κάιν επιθυμούσε περισσότερο να έρθει ενώπιον του Θεού και ήταν πιο "θρήσκος" από τον αδελφό του τον Άβελ. 

       Στο  βιβλίο  της   "Γένεσης"  (κεφ. Δ/3: 3) αναφέρεται: "και μεθ' ημέρας προσέφερε ο Κάιν από των καρπών της γης προσφοράν προς τον Κύριον". Πρώτος ο Κάιν προσέφερε θυσία στον Κύριο και ήταν αυτός  που προέτρεψε  τον αδελφό του  να πάνε να προσευχηθούν. Είναι φανερό ότι είχε θρησκευτικές αρχές,  πεποιθήσεις,  πίστευε   στην   υποχρέωση   του  ανθρώπου  και  στην  ανάγκη  προσφοράς   και επικοινωνίας με το Θεό, έχοντας συναίσθηση του καθήκοντός του ενώπιον του Θεού.

      Ο Κάιν ως γεωργός που ήταν έρχεται μπροστά στον Κύριο και προσφέρει "από τους καρπούς της γης", που ο ίδιος καλλιεργούσε. Ίσως να ήταν οι καλύτεροι καρποί, οι πιο πλούσιοι που υπήρχαν πάνω στη γη και σίγουρα είχαν αποκτηθεί με πολύ κόπο και με σκληρή δουλειά. Για να βγουν πέρα οι καρποί, έπρεπε να καθαρίσει το χωράφι, να τ' οργώσει, να φυτέψει, να ποτίσει και γενικά να καλλιεργήσει σωστά, για να έχει σοδειά. Αυτή είναι μία εικόνα όλων εκείνων που θέλουν να παρουσιάσουν τα "καλά τους έργα" μπροστά στο Θεό. Εδώ βρίσκεται και το μοιραίο λάθος του Κάιν, ο οποίος με δική του πρωτοβουλία έβαλε την "εξ αλφίτων" προσφορά (Λευιτκό, κεφ. Β΄) μπροστά από τη "θυσία του ολοκαυτώματος" (Λευιτικό, κεφ.  Α'), παραβιάζοντας έτσι τη σειρά και τις απαιτήσεις του Θεού. Το αποτέλεσμα τραγικό!  Καθώς απέρριψε την προσφορά του αίματος, ο Θεός απέρριψε την προσφορά του, τη θυσία του, την προσευχή του και ο,τιδήποτε άλλο προερχόταν απ' αυτόν!  

       Ο Κάιν είχε απορρίψει τον τρόπο που ο Θεός υπέδειξε, για να γίνει δεκτή από Αυτόν μία θυσία, μια ευχαριστία, μια προσευχή και έτσι, όχι μόνον αγνόησε το Λόγο του Θεού, αλλά έκανε κάτι πολύ χειρότερο, τον ερμήνευσε μ' ένα δικό του τρόπο και τον διέστρεψε έτσι, ώστε να ταιριάζει στη φιλοσοφία του και στην εν γένει αντίληψή του για τη ζωή. Ο Κάιν προσέφερε στο Θεό μία δικής του έμπνευσης θυσία, μη υπακούοντας στον τρόπο της επικοινωνίας που ο Θεός είχε ορίσει. Με άλλα λόγια είχε μία ξεχωριστή, δική του αντίληψη για τα πράγματα του Θεού και πάνω σ' αυτήν είχε δημιουργήσει τη θρησκεία του. Η θρησκεία είναι το αντίδοτο του σατανά στην Αλήθεια του Ευαγγελίου. Ο εχθρός παρουσιάζει θρησκεία, για να κρύψει την αλήθεια. Με άλλα λόγια ο Κάιν είχε προσπαθήσει να λάβει την αποδοχή του Θεού έξω από το θέλημα Του. Μπορεί να ήταν θρήσκος, ειλικρινής, φιλόδοξος και γεμάτος ζήλο, όμως δεν πίστευε ειλικρινά σ' εκείνα τα οποία ο Θεός είχε διακηρύξει (Β΄ Τιμοθέου  Γ/3: 5) και γι' αυτό αγνόησε το Λόγο του Θεού και έδωσε τη δική του ερμηνεία σχετικά με τον τρόπο της θυσίας του και της επικοινωνίας  μαζί Του. Μπορεί να έφερε μια φαινομενικά ωραία και εντυπωσιακή προσφορά στο Θεό, όμως η πνευματική λατρεία δε βρίσκεται στα εξωτερικά πράγματα, αλλά στα βάθη της καρδιάς του ανθρώπου, ο οποίος ειλικρινά εκζητεί το Θεό και σε αυτό αποβλέπει ο Κύριος (Α' Σαμουήλ ΙΣ/16: 7).

    Με τον τρόπο που ενήργησε ο Κάιν έγινε το πρότυπο όλων εκείνων που αγνοούν το θέλημα του Θεού, συνειδητά ή ασυνείδητα και τολμούν να πλησιάζουν τον Άγιο Θεό, «άνευ χύσεως αίματος» (Εβραίους Θ/9: 22). Τούτοι οι άνθρωποι μπορεί να ομολογούν Θεό, να ομολογούν ότι είναι δημιουργήματα εξαρτημένα από το Θεό, αλλά δεν ομολογούν ότι είναι αμαρτωλοί και ως εκ τούτου είναι καταδικασμένοι σε αιώνιο θάνατο μακριά από το Θεό. Δε λαμβάνουν υπόψη τους ότι «ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος» (Ρωμαίους Σ/6: 23). Για να πλησιάσουν το Θεό, στηρίζονται στο "εγώ" τους, στην προσωπική τους δύναμη και ικανότητα, παραβλέποντας τη "χάρη" και τη σωτηρία του Θεού δια της πίστεως (Εφεσίους Β/2: 8). Μετά απ' όλα αυτά είναι φανερό ότι η καρδιά τους δεν είναι "ευθεία" ενώπιον του Κυρίου. 

     Ας θυμηθούμε το Φαρισαίο που προσευχόταν μπροστά στο ιερό: Επρόκειτο για ατέλειωτη λατρεία του "εγώ" του. "Εγώ νηστεύω, εγώ αποδεκατίζω, εγώ δεν είμαι σαν και τούτο τον τελώνη, εγώ .....". Ο δε τελώνης δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να στρέψει προς τον ουρανό και κτυπώντας τα στήθη του έλεγε: "Κύριε λυπήσουμε τον αμαρτωλό". Έρχεται ο Χριστός, στον οποίον ανήκει η κρίση, να πει : "Σας διαβεβαιώνω ότι ο τελώνης κατέβηκε δικαιωμένος στο σπίτι του" (Λουκάς ΙΗ/18: 14).

      Η αυτοδικαίωση είναι η «οδός του Κάιν». Πρόκειται για μια αυτό-προσδιοριζόμενη λατρεία του Θεού που περνάει μέσα από ανθρώπινες ενέργειες, οι οποίες έχουν σαν κίνητρο το "εγώ", που απορρίπτουν την "διά  του αίματος" δικαίωση του ανθρώπου  (Κολοσσαείς Α/1: 14). Μία προσέγγιση του Θεού, όπως την ορίζει ο άνθρωπος και όχι όπως την ορίζει ο Θεός. Όλη τούτη η συμπεριφορά να είναι έξω από το θέλημα του Θεού. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι ο Θεός την προσφορά του Κάιν δεν την είδε με ευχαρίστηση. Την απέρριψε, γιατί δεν ήταν σύμφωνη με το θέλημά Του και εξαιτίας αυτού δεν προσφέρθηκε με πίστη. Η αναίμακτη προσφορά του Κάιν δείχνει την απροθυμία του να παραδεχτεί την ενοχή του και την ανάγκη του για κάλυψη και συγχώρηση της αμαρτίας του. 

        Βλέπουμε πόσο σαθρή και πόσο επιπόλαιη ήταν η βάση πάνω στην οποία προσπάθησε ο Κάιν να θεμελιώσει τη σχέση του με το Θεό. Δεν ακολούθησε τον τρόπο, που ο Θεός είχε υποδείξει, δεν πρόσφερε "αιματηρή θυσία", αλλά προσπάθησε με άλλους τρόπους, τους οποίους ο ίδιος εμπνεύστηκε, να ευχαριστήσει το Θεό. Έτσι, παρ’ ότι είχε εξωτερική φαινομενική ευλάβεια στο Θεό, δεν υπήρχε ουσιαστική εσωτερική ευσέβεια. Ο Απ. Παύλος αναφέρει προς τον Τιμόθεο σχετικά με τους ανθρώπους αυτούς: «έχοντες μεν μορφήν ευσεβείας, ηρνημένοι δε την δύναμη αυτής» (Β΄ Τιμοθέου Γ/3: 5). Η λανθασμένη εσωτερική του διάθεση στον τρόπο προσέγγισης του Θεού είχε σαν αποτέλεσμα το λανθασμένο  τρόπο προσφοράς του.

       Αλήθεια πόσοι άνθρωποι ανάμεσα στους αιώνες προσπάθησαν να πλησιάσουν το Θεό, κτίζοντας πάνω στην ίδια σαθρή και επιπόλαια βάση! "Μόνον δια της θυσίας του Υιού μου", λέει ο Θεός (Εβραίους Θ/9: 26) μπορεί ο αμαρτωλός να πλησιάσει το Θεό. Ο άνθρωπος όμως παραβλέπει το θέλημα του Θεού και προσπαθεί με τα θρησκευτικά του έργα, τις προσφορές του, τα ωραία λόγια, με τις ανθρώπινες θεωρίες και φιλοσοφίες να εξιλεωθεί απέναντι στο Θεό. Αρνείται να δεχθεί τον τρόπο σωτηρίας, που ο Θεός έχει υποδείξει. Αρνείται την «κατά χάριν» σωτηρία του Θεού (Εφεσίους Β/2: 8) και προσπαθεί από μόνος του, στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις, να σωθεί. Τα αποτελέσματα είναι τραγικά για τον άνθρωπο.

 

        2/ Ο Άβελ.

     Λίγο αργότερα ο Άβελ έκανε και αυτός θυσία στον Κύριο. Μια θυσία απόλυτης υπακοής στο θέλημα του Θεού,  που απέρρεε από μια καρδιά πίστης και βαθιάς εξάρτησης απ' Αυτόν. Ο Λόγος του Θεού αναφέρει: "Χωρίς πίστη είναι αδύνατον κάποιος να ευαρεστήσει το Θεό"  (Εβραίους ΙΑ/11: 6).

        Ο Άβελ, ο οποίος ήταν ποιμήν προβάτων, έλαβε ένα πρόβατο, το έβαλε πάνω στο θυσιαστήριο,  το έσφαξε  και  έχυσε  το  αίμα  του, προσφέροντας έτσι "αιματηρή θυσία" στο Θεό. Με  τον  τρόπο  αυτό  υπάκουσε  κατά  πάντα  στο  θέλημά Του, αναγνωρίζοντας  ότι  ήταν αμαρτωλός και ως εκ τούτου είχε ανάγκη σωτηρίας από κάποιον αντικατάστη.  Ο  Λόγος  του  Θεού  μας αναφέρει:  «πάντες  ήμαρτον  και   υστερούνται  της  δόξης  του  Θεού»  (Ρωμαίους Γ/3: 23). Εξαιτίας της  αμαρτίας του ήταν άξιος θανάτου και ο μόνος τρόπος που υπήρχε,  για να εισακουστεί από το Θεό, ήταν  να πεθάνει  στη θέση του ένας αθώος αντικαταστάτης του, μια ψυχή που δε θα είχε ενοχή και αμαρτία. Στην ουσία ο  Άβελ  ζητούσε  συγχώρηση από το Θεό με βάση το αίμα κάποιου αθώου, που θα χυνόταν για χάρη του και το οποίο θα τον αντικαθιστούσε στο θάνατο. Η ορθότητα της θυσίας του Άβελ αναδείκνυε την πίστη του

στον ερχόμενο, απόλυτα Άγιο Σωτήρα, ο Οποίος θα συνέτριβε την κεφαλή του σατανά με το θρίαμβο του σταυρού Του (Γένεση Γ/3: 15).

     Αναγνώρισε ότι με το θάνατο του αθώου θα ικανοποιείτο η Δικαιοσύνη του Θεού, αφού έτσι θα είχε πληρωθεί το τίμημα της αμαρτίας, που είναι: Θάνατος (Ρωμαίους Σ/6: 23). Για να μην πεθάνει ο αμαρτωλός Άβελ θα πέθαινε στη θέση του ένα αθώο αρνάκι, η θυσία του οποίου προεικόνιζε την τελεία θυσία του Χριστού!

     Αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο στην "Παλαιά Οικονομία" μπορούσε να επικοινωνήσει και να ευαρεστήσει ο άνθρωπος το Θεό. Αυτό είχε καθιερωθεί και συνέβαινε, μέχρις ότου να έρθει από τον ουρανό  το υποσχεθέν «Σπέρμα της γυναικός», ο μόνος Αθώος Αμνός του Θεού, ο Κύριος Ιησούς Χριστός Αθώος και να χύσει το πολύτιμό Του αίμα του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, πραγματοποιώντας έτσι μία ΜΟΝΑΔΙΚΉ ΘΥΣΊΑ, η οποία έχει αιώνια λυτρωτική ισχύ. Ο Λόγος του Θεού μας αναφέρει: "Μία θυσία, άπαξ γενομένη, για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων» (Α΄ Πέτρου  Γ/3: 18). Θα γινόταν μια θυσία που θα καταργούσε όλες τις άλλες θυσίες και η οποία θα ισχύει, όσο θα διαρκεί η "περίοδος της χάριτος του Θεού" στην οποία ζούμε.

     Δε σώζουν τον άνθρωπο οι γνώσεις, τα καλά του έργα, οι προσφορές του, τον σώζει ΜΌΝΟΝ το αίμα του Ιησού Χριστού (προς Ρωμαίους Ε/5: 1,2), που χύθηκε πάνω στο σταυρό και δόθηκε ως "λύτρον αντί πολλών" (Μάρκος Ι/10: 45). Πλήρωσε Αυτός, ο Άγιος, ο Αναμάρτητος, ο Ιησούς Χριστός για τον κάθε άνθρωπο. Πέθανε Αυτός, για να μην πεθάνουμε εμείς.  

 

     Συμπέρασμα: Μοναδική προϋπόθεση σωτηρίας του ανθρώπου είναι η αναγνώριση της θυσίας του Υιού του Θεού, που αποτελεί τη μεγάλη και μοναδική προσφορά του Θεού για τη σωτηρία κάθε ανθρώπου που θα πιστέψει σ' Αυτόν (Πράξεις Αποστόλων Δ/4: 12). Εγώ έπρεπε να πεθάνω, που είχα αμαρτήσει και ήρθε ο Χριστός και πήρε τη θέση τη δική μου, πάνω στο σταυρό και πέθανε Αυτός, για να μην πεθάνω εγώ. Έγινε Αυτός «ζωντανή θυσία» (Ρωμαίους ΙΒ/12: 1) πάνω στο σταυρό του Γολγοθά και πλήρωσε για τον κάθε αμαρτωλό άνθρωπο. Τώρα που το χρέος της αμαρτίας μου έχει πληρωθεί, το δέχομαι διά πίστεως και ο Θεός με δέχεται και σε δέχεται δια της θυσίας του Υιού Του, που ήταν θυσία ολοκαυτώματος και μας αποκαλεί παιδιά Του και κληρονόμους Του (Ρωμαίους Η/8: 17).

     Ο Κύριος Ιησούς Χριστός με το θάνατό Του πάνω στο σταυρό «έσχισε το καταπέτασμα του Ναού» (Ματθαίος ΚΖ/27: 51), δηλαδή γκρέμισε το φραγμό που είχε ορθώσει η αμαρτία, ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό και έτσι ο πιστός άνθρωπος τώρα μπορεί να εισέρχεται στα Άγια των Αγίων και να αποκαλεί το Θεό, Πατέρα.

     Αυτή είναι «η οδός του Άβελ», η αναγνώριση της αμαρτωλότητας του ανθρώπου και η εξιλέωσή του ΜΌΝΟΝ δια του αίματος της αθώας θυσίας. Αυτήν τη θυσία την πραγματοποίησε για τον κάθε άνθρωπο ο Κύριος Ιησούς Χριστός πριν από περίπου 2.000 χρόνια. Πρόκειται για μία θυσία «άπαξ γενομένη για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων" (Ρωμαίους Σ/6: 10). Σ’ αυτήν τη θυσία ευαρεστείται και σήμερα ο Θεός και όποιον πιστεύει στο λυτρωτικό αίμα του Χριστού ο Θεός τον συγχωρεί, τον καθαρίζει και τον δικαιώνει και εξαλείφει την αμαρτία του. "Εξήλειψα ως πυκνήν ομίχλην τας παραβάσεις σου, και ως νέφος τας αμαρτίας σου" (Ησαΐας ΜΔ/44: 22).   

    

       3/ Ο Θεός.

    Μετά από τις παραπάνω προσφορές ήρθε η ώρα να μιλήσει ο Θεός, ο οποίος ήταν και ο αποδέκτης αυτών των θυσιών. Όπως διαβάσαμε, η "θυσία του Άβελ" ικανοποίησε το Θεό, ο οποίος τη δέχθηκε με ευχαρίστηση. Τη "θυσία του Κάιν" όμως ο Θεός δεν τη δέχθηκε, την απέρριψε, δεν την είδε με ευχαρίστηση.

     Από την απάντηση του Θεού βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Θεός δέχεται μόνον αυτούς που έρχονται προς Εκείνον, κάτω από τους όρους και τις συνθήκες, που ο Ίδιος έχει θέσει. Πρόκειται για όρους πίστης, ταπείνωσης, υπακοής, σεβασμού, καθαρής συνείδησης και πάνω απ’ όλα αναγνώρισης της θυσίας του Χριστού, του "αθώου αίματος", που χύθηκε πάνω στο σταυρό του Γολγοθά για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων, ενώ απορρίπτει την προσφορά όλων εκείνων που στηρίζονται στο «εγώ» τους και προσπαθούν κάτω από τη «γνώση του καλού και του κακού» και κάτω από τα ανθρώπινα "θρησκευτικά τους έργα" να ευαρεστήσουν το Θεό. Δε θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι δε σωθήκαμε με τη ζωή του Χριστού, η οποία ήταν καθ' όλα αγία, αλλά με το θάνατό Του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά (Ματθαίος ΚΖ/27: 50).  

      Η θυσία του Άβελ έγινε αποδεκτή από το Θεό, διότι ο Άβελ έχοντας βαθιά και ειλικρινή πίστη στο Θεό υπάκουσε και εφάρμοσε κατά πάντα το θέλημά Του. Δεν προσπάθησε στη σχέση του με το Θεό ν' αλλάξει ή να βελτιώσει, να προσθέσει ή ν' αφαιρέσει, ή να κάνει κάτι που εκείνος σύμφωνα με την αντίληψή του νόμιζε σωστό. Έκανε ακριβώς ό,τι ο Θεός είχε ζητήσει. Αναγνώρισε ότι ήταν αμαρτωλός και έθεσε το αίμα ενός αθώου θύματος (αρνάκι) ανάμεσα στον εαυτόν του και το Θεό. Έτσι πέθανε το αθώο θύμα (ο αμνός), που προεικόνιζε τον άμωμο Κύριο

Ιησού Χριστό, που είναι «ο Αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτία του κόσμου», για να ζήσει ο αμαρτωλός άνθρωπος: «Τῇ ἐπαύριον βλέπει ὁ Ἰωάννης τὸν Ἰησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει Ἰδού, ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ιωάννης Α/1: 29)

       Με τον τρόπο αυτό ο Άβελ έδειξε την πιστότητά του και την απόλυτη υπακοή του  στο θέλημα του Θεού. Σύμφωνα με την επιστολή «προς Εβραίους» (κεφ. ΙΑ/11, εδ. 4) «διά πίστεως ο Άβελ προσέφερε προς το Θεό καλυτέραν θυσίαν, παρά του Κάιν, δια τη οποίας εμαρτυρήθει ότι είναι δίκαιος, επειδή ο Θεός έδωκε μαρτυρίαν περί των δώρων αυτού, δι’ αυτής (της θυσίας), καίτοι αποθανών, έτι ελάλει». Χάρη στην πίστη και την ειλικρινή υπακοή του ο Θεός τον χαρακτήρισε δίκαιο.

    Είναι ανάγκη ν' αναγνωρίσουμε μέσα από την καρδιά μας, όπως ακριβώς αναγνώρισε και ο Άβελ, ότι τίποτα, μα τίποτα, από τα πράγματα του κόσμου, καμία, μα καμία δική μας προσπάθεια ή  προσφορά μας δεν μπορεί να ανοίξει το δρόμο προς το Θεό, προς τη σωτηρία μας. Όσο ωραία, όσο ευγενική, όσο πλούσια και να είναι, δεν μπορεί να καθαρίσει τη συνείδησή μας από το ρύπο και το βάρος της αμαρτίας μας. Γιατί; Ο Λόγος του Θεού μας το εξηγεί: Διότι «άνευ χύσεως αίματος δεν γίνεται άφεσις» (Εβραίους Θ/9: 22).

 

     Ανάλογα με τον τρόπο που προσπαθούμε να πλησιάσουμε το Θεό ταυτιζόμαστε καθημερινά ή με το δίκαιο Άβελ ή με τον άνομο Κάιν. Ο Ιησούς Χριστός με τη θυσία Του έγινε για όλους τους ανθρώπους η οδός, η ζωή, η αλήθεια, ο άρτος ο πνευματικός, το νερό της ζωής, έγινε το Α & το Ω της πνευματικής μας ζωής. Ο Λόγος του Θεού μας διαβεβαιώνει ότι «εν Χριστώ, είστε πλήρεις» (Κολοσαείς Β/2: 10). Άλλωστε «δεν υπάρχει δι’ ενός άλλου σωτηρία, ούτε όνομα άλλο είναι δεδομένο, υπό τον ουρανό, για να σωθούμε» (Πράξεις Δ/4: 12).

     Η δικαίωση του ανθρώπου απέναντι στο Θεό εξαρτάται αποκλειστικά από τη θέση που θα πάρει απέναντι σ’ αυτήν τη μοναδική, αντικαταστατική θυσία του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αν την αναγνωρίσουμε και τη δεχτούμε με πίστη, ενωνόμαστε με το Χριστό και  δικαιωνόμαστε ενώπιον του Θεού όχι από δικά μας έργα, αλλά «κατά χάριν». Αν την απορρίψουμε, είμαστε μακριά από το θέλημα του Θεού και οδεύουμε προς την αιώνια απώλεια. Ο άνθρωπος εξαιτίας της αμαρτίας του είναι γυμνός, πνευματικά απροστάτευτος και ακάλυπτος, πλησιάζοντας όμως το Θεό δια της θυσίας του Χριστού, ο Θεός τον δέχεται, τον καθιστά παιδί Του (Ιωάννης Α/1: 12) και κληρονόμο της αιώνιας δόξας Του (Ρωμαίους Η/8: 17) και τον ντύνει με την τέλεια δικαιοσύνη του Κυρίου Ιησού Χριστού (Ησαΐας ΞΑ/61: 10). 

     

        Συμπέρασμα.

     Ο Θεός, επειδή δεν είναι προσωπολήπτης (Πράξεις Ι/10: 34), εκτίμησε τη θυσία του Άβελ, γιατί αυτή προσφέρθηκε με ειλικρινή καρδιά, με πίστη στο Θεό και κατά το θέλημά Του. Η δικαίωση του ανθρώπου προέρχεται από τη θυσία του Χριστού. Η σχέση μας με το Θεό περνάει μέσα από Εκείνον, περνάει μέσα από το "αθώο αίμα" που χύθηκε πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, μέσα από το αίμα του Ιησού Χριστού, που δόθηκε "ως τίμημα, για την εξαγορά πολλών" (Ματθαίος Κ/20: 28 & Μάρκος Ι/10: 45).

      Ας ησυχάσουμε στην αγάπη Του και ας περιμένουμε "ξάγρυπνοι" την επιστροφή Του, που, όπως όλα δείχνουν, πλησιάζει. Σύμφωνα με την επιστολή "Α΄ προς Θεσσαλονικείς" (κεφ. Δ/4: 13), "θα έρθει με κέλευσμα, με σάλπιγγα Θεού, με φωνή αρχαγγέλου, για να συναντήσει στις νεφέλες τους δικούς Του, όλους εκείνους που Τον περιμένουν" (Ησαΐας Λ/30: 18). Θα είναι η "Αρπαγή της Εκκλησίας", θα είναι ο θρίαμβος του Αναστημένου και Δοξασμένου Κυρίου Ιησού Χριστού.

 

     Και είπε ο Κύριος προς τον Κάιν, γιατί οργίστηκες, αν εσύ ενεργείς σωστά, δεν θα είσαι ευπρόσδεκτος; Αν, όμως, δεν ενεργείς σωστά, στην πόρτα βρίσκεται η αμαρτία"  (Γένεση Δ/4: 6). Ο Θεός απέρριψε τη θυσία της ανυπακοής, όμως δεν έπαψε να είναι Θεός και της δεύτερης ευκαιρίας, που για τον καθένα από μας είναι ο Θεός της "χιλιοστής" ευκαιρίας. Η Αγάπη, το Έλεος και η μακροθυμία Του φανερώνεται από το γεγονός ότι όχι μόνον δεν τον απέρριψε, αλλά άρχισε υπομονετικά ο Θεός να συζητά με τον Κάιν, δίνοντάς του ακόμα μια ευκαιρία, για να κάνει το σωστό. 

    "αν πράττεις καλώς", αν μετανοήσεις, αν προσφέρει τη σωστή θυσία για την εξιλέωση της αμαρτίας σου, τότε ασφαλώς και θα είσαι ευπρόσδεκτος  (Γένεση Δ/4: 7). "Εις την θύραν κείται η αμαρτία". Με άλλα λόγια του λέει ότι είναι εύκολο σ' αυτόν να προσφέρει μια "προσφορά περί αμαρτίας". Δηλαδή να λάβει ένα αρνί και να το θυσιάσει και με τον τρόπο αυτό να γίνει ευπρόσδεκτος από το Θεό. Ο Θεός του επισημαίνει πως αν δεν επέλεγε να ζήσει δια της πίστεως και της υπακοής, τότε θα τον κυβερνούσε η αμαρτία. Ο Κάιν, αντί να μετανοήσει και να πράξει το σωστό, σκανδαλίστηκε με το Θεό, γιατί η καρδιά του δεν ήταν ειλικρινής και ευθεία ενώπιόν Του. Μίσησε το Θεό και με όλο του το μίσος ξέσπασε πάνω στον αδελφό του τον Άβελ. «τότε ο Κάιν είπε στον Άβελ, τον αδερφό του: Πάμε στα χωράφια και εκεί όρμησε ο Κάιν εναντίον του αδελφού του Άβελ και τον σκότωσε» (Γένεση Δ/4: 8).

     Από τότε, μέχρι σήμερα και μέχρι την ώρα που θα έρθει ο Ιησούς Χριστός και θα κλείσει η "περίοδος της χάριτος" του Θεού, ο άδικος ανηλεώς θα κυνηγάει τον δίκαιο.

     "Και εξήλθεν ο Κάιν από προσώπου του Κυρίου, και κατώκησεν εν τη γη Νωδ, προς ανατολάς της Εδέμ" (Γένεση Δ/4: 16). Η τιμωρία του Κάιν εξαιτίας της ανυπακοής του ήταν η απομάκρυνσή του από την παρουσία του Θεού. Εάν ο Κάιν μετανοούσε και ζητούσε συγχώρηση για για την άστοχη πράξη του και συμμορφωνόταν με το θέλημα του Θεού, ο Θεός θα τον συγχωρούσε και θ' αποδεχόταν τη θυσία του, όμως αντί να καταφύγει σ' Αυτόν, έφυγε μακριά από την παρουσία Του.  

     Όλοι όσοι αρνούνται τον Ιησού Χριστό θα είναι αιώνια αποχωρισμένοι από την παρουσία του Θεού (Β' Θεσσαλονικείς Α/1: 8,9). Αυτή είναι "η οδός του Κάιν" (επιστολή Ιούδα, εδ. 11). Η οδός της απιστίας, η οδός των έργων του νόμου, της αντίστασης στο θέλημα του Θεού, η οδός του αδελφοκτόνου μίσους, της πλάνης της εχθρότητας, της άρνησης μετάνοιας. Μία οδός πλατιά και ευρύχωρη που οδηγεί στην αιώνια απώλεια "και πολλοί είναι οι εισερχόμενοι δι' αυτής" (Ματθαίος Ζ/7: 13).

       Ο φόνος του δίκαιου Άβελ είναι η πρώτη προσπάθεια του Σατανά να καταστρέψει "το Σπέρμα της γυναικός" (Γένεση Γ/3: 15). Το "δίκαιο σπέρμα" από το οποίο θα προερχόταν ο Σωτήρας Χριστός. Ο Θεός αντί του Άβελ έδωσε στους πρωτόπλαστους τον Σηθ (Γένεση Δ/4: 25). Τα αιώνια σχέδιά Του δεν αναστέλλονται, δεν αναβάλλονται και δεν εξαρτώνται από την ανθρώπινη συμπεριφορά.  Έτσι "όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού, όστις εγεννήθη εκ γυναικός και υπετάγη εις τον νόμον, διά να εξαγοράση τους υπό νόμον, διά να λάβωμεν την υιοθεσίαν" (Γαλάτας Δ/4: 4,5). 

      Μπορεί να ακούγεται ότι υπάρχουν δεκάδες και εκατοντάδες θρησκείες γύρω μας, όμως στην πραγματικότητα δύο μόνον θρησκείες υπάρχουν. Είναι η "θρησκεία του Κάιν", που ζητά τη σωτηρία μέσα από τους τύπους και σαθρά ανθρώπινα έργα και η "πίστη του Άβελ"που ζητά τη σωτηρία με τη Xάρη του Θεού, μέσα από το "αθώο αίμα" της θυσίας του Ιησού Χριστού, για την εξιλέωσή του από την αμαρτία (Α΄ Ιωάννου  Α/1: 7) και τον αιώνιο θάνατο. 

       Οπουδήποτε κηρύττεται στους ανθρώπους ότι έχουν ανάγκη να πιστέψουν στο Χριστό και μόνον σ’ Αυτόν, για να σωθούν (Πράξεις Δ/4: 12), εκεί βρίσκεται η ευπρόσδεκτη από το Θεό «θυσία του Άβελ». Αντίθετα, όπου απορρίπτεται το αίμα του Χριστού, όπου δεν κηρύττεται η «κατά χάριν» σωτηρία του ανθρώπου (Εφεσίους Β/2: 8), όπου δεν υπάρχει ειλικρινής πίστη στο Θεό, εκεί έχουμε επανάληψη της «θυσίας του Κάιν».

 

       Κάιν & Άβελ, δύο διαφορετικοί κόσμοι εντελώς αντίθετοι. "Χάσμα μέγα" τους χωρίζει (Λουκάς ΙΣ/16: 26). Δεν θα ενωθούν ποτέ και δεν θα συναντηθούν ποτέ στην αιωνιότητα.  ---

 

 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------



      βιβλίο "ΓΈΝΕΣΗΣ" κεφ. Δ/4, εδ. 9- 16.    (Παλαιά Διαθήκη).
     9 Και ο Κύριος είπε στον Κάιν: Πού είναι ο Άβελ, ο αδελφός σου; Κι εκείνος είπε: Δεν ξέρω, μήπως φύλακας του αδελφού μου είμαι εγώ;
10 Και ο Θεός είπε: Τι έκανες; Η φωνή του αίματος του αδελφού σου βοά σε μένα από τη γη
11 και, τώρα, επικατάρατος να είσαι από τη γη, που άνοιξε το στόμα της για να δεχθεί το αίμα του αδελφού σου από το χέρι σου
12 όταν εργάζεσαι τη γη, στο εξής δεν θα σου δίνει τον καρπό της περιφερόμενος και φυγάδας θα είσαι επάνω στη γη.
13 Και ο Κάιν είπε στον Κύριο: Η αμαρτία μου είναι μεγαλύτερη από ό,τι να συγχωρεθεί
14 δες, εσύ με καταδιώκεις σήμερα από το πρόσωπο της γης, και από το πρόσωπό σου θα κρυφτώ, και θα είμαι περιφερόμενος και φυγάδας επάνω στη γη και οποιοσδήποτε με βρει, θα με φονεύσει.
15 Και ο Κύριος είπε σ' αυτόν: Γι' αυτό, οποιοσδήποτε φονεύσει τον Κάιν θα τιμωρηθεί επταπλάσια. Και ο Κύριος έβαλε ένα σημάδι στον Κάιν, για να μη τον φονεύσει οποιοσδήποτε τον βρει.
16 Και ο Κάιν βγήκε έξω από το πρόσωπο του Κυρίου, και κατοίκησε στη γη Νωδ, προς τα ανατολικά της Εδέμ.