Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΑΣ.

 

 Ευαγγέλιον «κατά Λουκάν», κεφ. ΙΓ/13, εδ. 11 – 17.

 

10 Εδίδασκε δε εν μια των συναγωγών το σάββατον.

11 Και ιδού, γυνή τις είχε πνεύμα ασθενείας δεκαοκτώ έτη και ήτο συγκύπτουσα και δεν ηδύνατο παντελώς να ανακύψη.

12 Ιδών δε αυτήν ο Ιησούς, εφώναξε και είπε προς αυτήν Γύναι, ηλευθερωμένη είσαι από της ασθενείας σου

13 και έθεσεν επ' αυτήν τας χείρας· και παρευθύς ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν.

14 Αποκριθείς δε ο αρχισυνάγωγος, αγανακτών ότι εις το σάββατον εθεράπευσεν ο Ιησούς, έλεγε προς τον όχλον. Εξ ημέραι είναι, εις τας οποίας πρέπει να εργάζησθε εν ταύταις λοιπόν ερχόμενοι θεραπεύεσθε, και μη τη ημέρα του σαββάτου.

15 Απεκρίθη λοιπόν προς αυτόν ο Κύριος και είπεν· Υποκριτά, δεν λύει έκαστος υμών εν τω σαββάτω τον βουν αυτού ή τον όνον από της φάτνης και φέρων ποτίζει;

16 αύτη δε, ούσα θυγάτηρ του Αβραάμ, την οποίαν ο Σατανάς έδεσεν, ιδού, δεκαοκτώ έτη, δεν έπρεπε να λυθή από του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου;

17 Και ενώ, αυτός έλεγε ταύτα, κατησχύνοντο πάντες οι εναντίοι αυτού, και πας ο όχλος έχαιρε δι' όλα τα ένδοξα έργα τα γινόμενα υπ' αυτού.

 

ΣΧΟΛΙΑ:

Στο σημερινό Ευαγγελικό μας ανάγνωσμα βλέπουμε τον Κύριο, καθώς βρίσκεται καθ’ οδόν προς την Ιερουσαλήμ, διερχόμενος από την περιοχή της Περαίας,  να διδάσκει την ημέρα του Σαββάτου στη Συναγωγή. Η Περαία ήταν  μια ιστορική περιοχή του αρχαίου Ισραήλ που βρισκόταν στην ανατολική πλευρά του Ιορδάνη (Ιωάννης Ι/10: 40). [σήμερα βρίσκεται εντός των ορίων της Ιορδανίας]. Απ’ αυτόν τον χώρο είχε εγκαινιάσει πριν από τρία χρόνια ο Κύριος τη δημόσια διακονία Του διαβάζοντας από το βιβλίο του προφήτη «Ησαΐα» (ΞΑ/61: 1,2) «Πνεύμα Κυρίου του Θεού είναι επ' εμέ διότι ο Κύριος με έχρισε διά να ευαγγελίζομαι εις τους πτωχούς με απέστειλε διά να ιατρεύσω τους συντετριμμένους την καρδίαν, να κηρύξω ελευθερίαν εις τους αιχμαλώτους και άνοιξιν δεσμωτηρίου εις τους δεσμίους, διά να κηρύξω ενιαυτόν ευπρόσδεκτον του Κυρίου και ημέραν εκδικήσεως του Θεού ημών διά να παρηγορήσω πάντας τους πενθούντας….». Και συμπληρώνει ο Κύριος: «Αυτή η προφητεία εκπληρώθηκε σήμερα». 

«Και εισήλθε κατά το ειωθός αυτώ εν τη ημέρα των σαββάτων εις την συναγωγήν» (Λουκάς Δ/4: 16). Συνήθιζε ο Κύριος κάθε Σάββατο να πηγαίνει στη Συναγωγή για κοινή προσευχή και για μελέτη του Λόγου του Θεού. Ακούμε στις μέρες μας διάφορες φωνές που λένε: «εγώ προσεύχομαι στο σπίτι μου δεν το θεωρώ αναγκαίο να πάω στην Εκκλησία, για να προσευχηθώ». Στις ημέρες μας μάλιστα ακούγεται και το εξής: «Αυτά που ακούω στην Εκκλησία τ’ ακούω και στο youtube» και πολλά άλλα. Ο συγγραφέας της επιστολής «προς Εβραίους» (Ι/10: 25) επισημαίνει αυτόν τον μεγάλο κίνδυνο για την Εκκλησία με τα λόγια: «μη αφήνοντες το να συνερχώμεθα ομού, καθώς είναι συνήθεια εις τινάς, αλλά προτρέποντες αλλήλους, και τοσούτω μάλλον, όσον βλέπετε πλησιάζουσαν την ημέραν». Η συνήθεια ήταν παλιά, πολύ πριν το youtube. Ας δούμε όμως πως λειτουργούσαν οι πιστοί  στην πρώτη Χριστιανική Εκκλησία και αυτό θα πρέπει να είναι το παράδειγμά μας: «ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων και εν τη κοινωνία και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς» (Πράξεις Β/2: 42). Έτσι θα πρέπει να ενεργούμε, ώστε να έχουμε οντότητα ως Εκκλησία και κοινή λατρεία με το Θεό.

Καθώς λοιπόν ο Κύριος διάβαζε και επεξηγούσε με εξουσία από το Θεό τις Άγιες Γραφές, μια ανάπηρη βασανισμένη γυναίκα που παρευρίσκονταν στη Συναγωγή τράβηξε την προσοχή Του. Το σώμα αυτής της γυναίκας ήταν διαρκώς λυγισμένο, κυρτωμένο και αυτό συνέβαινε, γιατί ήταν δεμένη από ένα δαιμονικό πνεύμα ασθένειας πάνω από δεκαοχτώ χρόνια. Πρόκειται για το ίδιο πνεύμα που είχε επιφέρει τις πληγές και τα τόσα άλλα δεινά στον πολύπαθο Ιωβ, που είχε παρουσιάσει τον «σκόλοπα» στη σάρκα του Απ. Παύλου (Β’ Κορινθίους ΙΒ/12: 7).

Η γυναίκα αυτή υπέφερε από κύρτωση της σπονδυλικής της στήλης, μία ασθένεια που την είχε ολοκληρωτικά παραμορφώσει. Στην κατάσταση που βρισκόταν ήταν αδύνατον να σταθεί όρθια και ν’ αντικρίσει το πρόσωπο των άλλων ανθρώπων. Έτσι η αναπηρία της την εμπόδιζε να δει το Πρόσωπο του Χριστού. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν ν’ ακούει τα λόγια Του. Η τόσο σοβαρή ασθένεια που είχε έκανε πολύ δύσκολη και πολύ επίπονη κάθε μετακίνησή της. Παρά τη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η γυναίκα αυτή δεν παρέλειπε να επισκέπτεται τη Συναγωγή και ν’ ακούει το Λόγο του Θεού. Πρόκειται για ένα φωτεινό παράδειγμα «πνευματικής συνέπειας». Τι να πει κανείς για την αξία της  συνέπειας; Ας σκύψουμε το κεφάλι, γιατί «εις πολλά πταίομεν άπαντες» (Ιάκωβος Γ/3: 2). Πόσες φορές εμείς με ευτελείς δικαιολογίες (δεν κοιμήθηκα καλά, με πόναγε το χέρι μου, το κεφάλι μου, είχα μια ανησυχία.. κλπ…..) δεν ήρθαμε στην Εκκλησία αναβάλλοντας την κοινωνία μας με το Θεό, καθώς μας έχει διαβεβαιώσει: «όπου είναι δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το όνομά μου, εκεί είμαι εγώ εν τω μέσω αυτών» (Ματθαίος ΙΗ/18: 20), αναβάλλοντας έτσι και την κοινωνία μεταξύ μας.    

Παρατηρούμε ότι η γυναίκα της ιστορίας μας δε ζητάει τη θεραπεία της και δεν καλεί αυτή το Χριστό να έρθει κοντά της. Ο Κύριος παίρνει την πρωτοβουλία και την πλησιάζει. Έχει αντιληφθεί σε τι τραγική κατάσταση βρίσκεται τούτη η γυναίκα και τη συμπονάει και θλίβεται γι’ αυτήν. Ο Απ. Πέτρος την ημέρα της Πεντηκοστής διακηρύττει προς τα συγκεντρωμένα πλήθη: «διήλθεν (ο Χριστός) ευεργετών και θεραπεύων πάντας τους καταδυναστευομένους υπό του διαβόλου, διότι ο Θεός ήτο μετ' αυτού» (Πράξεις Ι/10: 38). Ο Χριστός ήρθε ανάμεσά μας συμπόνεσε τον άνθρωπο για τον πόνο, την ταλαιπωρία της αρρώστιας, την αγωνία, το φόβο και άκουσε τις κραυγές των ανθρώπων: «Κύριε το παιδί μου… τον δούλο μου… το κοράσιόν  μου… έχω ρύσιν αίματος δώδεκα χρόνια…. χανόμαστε, δε σε μέλλει;… χάνομαι υπό της πείνης....». Δεν υπάρχει ψυχή που ειλικρινά να έκραξε σε Αυτόν και να μην πήρε απάντηση σύμφωνα πάντα με την πίστη της.

Ο Κύριος, βλέποντας την πίστη τούτης της γυναίκας, καθώς για δέκα οκτώ ολόκληρα χρόνια δε σταμάτησε να ελπίζει στο Έλεος και την προστασία του Θεού, δε σταμάτησε να πιστεύει ότι ο Θεός στο τέλος θα ενδιαφερθεί γι’ αυτήν και θα επέμβει λυτρωτικά στη ζωή της την κατάλληλη ώρα. Ίσως γι’ αυτό και δε ζητάει κάτι από τον Κύριο. Ξέρει ότι ο Θεός γνωρίζει το πρόβλημά της, θα το είχε πει πολλές φορές στην προσευχή της και έχει μάθει να περιμένει. Στην προκειμένη όμως περίπτωση φαίνεται ότι δε μπορούσε να περιμένει άλλο το Έλεος και η Αγάπη του Θεού που ξέσπασαν πάνω της. Ο Ψαλμωδός μας προτρέπει: «Ανάθες εις τον Κύριον την οδόν σου και έλπιζε επ' αυτόν, και αυτός θέλει ενεργήσει» (Ψαλμός ΛΖ/37: 5).  

 Ένα μεγάλο μάθημα είναι αυτό για τον καθένα μας, να μη σταματήσουμε ποτέ να ελπίζουμε στο Έλεος του Θεού, ακόμα και στον πιο «ενάντιο άνεμο» τούτης της ζωής. Ο ίδιος ο Κύριος μέσα από την παραβολή «της χήρας και του άδικου κριτή» μας έχει διαβεβαιώσει πως θ’ αποδώσει το δίκιο σ’ εκείνους που κραυγάζουν σ’ αυτόν: «Και είπεν ο Κύριος Ακούσατε τι λέγει ο άδικος κριτής ο δε Θεός δεν θέλει κάμει την εκδίκησιν των εκλεκτών αυτού των βοώντων προς αυτόν ημέραν και νύκτα, αν και μακροθυμεί δι' αυτούς; σας λέγω ότι θέλει κάμει την εκδίκησιν αυτών ταχέως» (Λουκάς ΙΗ/18: 6-8). Ο Κύριος βλέπει την καρδιά τούτης της γυναίκας και δεν της ζητάει καν πίστη στο Πρόσωπό Του, γιατί η παρουσία της και μόνον στη συναγωγή στην κατάσταση που βρισκόταν, πιστοποιεί την πίστη της και την ακλόνητη εμπιστοσύνη της στο Θεό.

Ο Κύριος παρατηρώντας τούτη τη γυναίκα μέσα στη συναγωγή διέκοψε την ομιλία Του και απευθυνόμενος  της λέει: «Γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου». «Γυναίκα έχεις πλέον απελευθερωθεί από την ασθένειά σου». Αμέσως έβαλε επάνω της τα χέρια Του, για να  ενισχύσει την πίστη της και να την κάνει να αισθανθεί τη δύναμή Του. Ξαφνικά όλα άλλαξαν μέσα στη ζωή τούτης της γυναίκας,  μ’ ένα μόνο Λόγο του Κυρίου. Τα δέκα οκτώ χρόνια της αρρώστιας της εξαφανίστηκαν και πλέον μια υγιής γυναίκα βρίσκεται στη θέση της.  Αμέσως σηκώθηκε όρθια και για πρώτη φορά είδε τα πρόσωπα των αδελφών της και αντίκρυσε το Πρόσωπο του Κυρίου. Αυτή είναι η δύναμη του Ιησού Χριστού. Ο Κύριος την κάλεσε κοντά Του και της χάρισε την τέλεια θεραπεία, πάνω από κάθε δική της ελπίδα ή προσμονή. «Εις δε τον δυνάμενον υπερεκπερισσού να κάμη υπέρ πάντα όσα ζητούμεν ή νοούμεν, κατά την δύναμιν την ενεργουμένην εν ημίν» (Εφεσίους Γ/3: 20). 

Ένας λόγος του Κυρίου αρκεί για ν’ αλλάξουν όλα γύρω μας. Στους κακούς και πονηρούς καιρούς που ζούμε έχουμε ανάγκη να θυμόμαστε ότι, αν με μετάνοια Τον εμπιστευτούμε μ’ ένα μόνο λόγο Του μπορεί ν’ αλλάξει τα πάντα γύρω μας και να φέρει «καιρούς αναψυχής» (Πράξεις Γ/3: 19) στη ζωή μας. Μ’ ένα μόνον «σιώπα, ησύχασον» (Μάρκος Δ/4: 39) μπορεί να παύσει τον άνεμο και να φέρει γαλήνη στην καρδιά μας. Τούτη η γυναίκα μέσα στην απέραντη χαρά της, για τη θεραπεία της άρχισε να ευχαριστεί και να δοξάζει τον Θεό (Λουκάς ΙΓ/13: 12,13).

 Τη συγκύπτουσα γυναίκα θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με τον άνθρωπο, ιδιαίτερα της εποχής μας, που είναι λυγισμένος από το βάρος της αμαρτίας και των γήινων καθημερινών βιοτικών μεριμνών. Τον άνθρωπο που κοιτάζει χαμηλά και που, καθώς είναι πνιγμένος μέσα στα πάθη και τις αδυναμίες του, αδυνατεί να στρέψει το βλέμμα προς τον ουρανό. Αν παρατηρήσουμε καλά αυτή την εικόνα, θα δούμε ότι αποτελεί τον καθρέφτη της κοινωνίας μας.

Στο πρόσωπο τούτης της γυναίκας θα μπορούσαμε να δούμε και την εικόνα μιας ολόκληρης  βαθιά κυρτωμένης ανθρωπότητας, μια ανθρωπότητας που «σφάζεται, μάχεται,   μισιέται», όπως λέει και ένας στίχος. Άραγε είναι τυχαίο ότι το Ευαγγέλιο περιγράφει μια γυναίκα που κοιτάζει μόνο τη γη, αδυνατώντας να δει τον ουρανό; Ο άνθρωπος κάτω από το βάρος της ενοχής του εξαιτίας της παρακοής και αποστασίας του από το θέλημα του Θεού βαδίζει ταπεινωμένος μ’ ένα γήινο και υλιστικό φρόνημα κοιτάζοντας προς τα κάτω, αδυνατώντας  ν’ αντικρίσει τον ουρανό. Είναι πνευματικά τυφλός αποβλέπων στην ύλη και σε κάθε τι που μπορεί να δει με τα φυσικά του μάτια. Την εικόνα του συγκύπτοντος ανθρώπου μας την δίνει ο Απ. Παύλος: «Οίτινες μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εις το ψεύδος, και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν την κτίσιν μάλλον παρά τον κτίσαντα, όστις είναι ευλογητός εις τους αιώνας» (Ρωμαίους Α/1: 25).

 Η γυναίκα της ιστορίας μας, που ο διάβολος την είχε δέσει με «πνεύμα ασθένειας» επί  δεκαοκτώ χρόνια, ήταν «συγκύπτουσα και δεν ηδύνατο παντελώς να ανακύψη». Κατά τον ίδιο τρόπο ο διάβολος, που από την αρχή είναι ο ανθρωποκτόνος (Ιωάννης Η/8: 44), έχει δέσει ολόκληρη την ανθρωπότητα, η οποία δε μπορεί με τα έργα της (δι’ ιδίων μέσων) να ελευθερωθεί. Γι’ αυτό άλλωστε επενέβη ο Θεός, όπως μας φανερώνει μαθητής της αγάπης, ο Ιωάννης, και ενήργησε δια Ιησού Χριστού για την απελευθέρωσή μας. «Διά τούτο εφανερώθη ο Υιός του Θεού, διά να καταστρέψη τα έργα του διαβόλου» (Α’ Ιωάννου Γ/3: 8). Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο μας εξηγεί φανερώθηκε ο Υιός του Θεού για να λύσει, να καταστρέψει ολοκληρωτικά τα έργα του διαβόλου και να ελευθερώσει το δέσμιο συγκύπτοντα άνθρωπο εξαιτίας της αμαρτίας. Να τι εννοούσε ο Χριστός, όταν είπε προς τους Φαρισαίου: «Πατήρ μου εργάζεται έως τώρα, και εγώ εργάζομαι» (Ιωάννης Ε/5: 17). Ο Θεός εργάζεται και αναδημιουργεί τον «κυρτωμένο» άνθρωπο. Καθώς τον ελευθερώνει από τη δύναμη του εχθρού, τον κάνει «νέον κτίσμα». «Όθεν εάν τις ήναι εν Χριστώ είναι νέον κτίσμα τα αρχαία παρήλθον, ιδού, τα πάντα έγειναν νέα» (Β’ Κορινθίους Ε/5: 17). Ο Θεός ανορθώνει τον άνθρωπο, ηθικά, πνευματικά και σωματικά, τον υιοθετεί δια Ιησού Χριστού και τον κάνει «δικό Του παιδί», αρκεί ο άνθρωπος να μετανοήσει και να ζητήσει το Χριστό να τον γιατρέψει από την ασθένεια της αμαρτίας. Ο Λόγος του Θεού μας διαβεβαιώνει: «Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού» (Ιωάννης Α/1: 12). 

 

Όλοι χάρηκαν για το εκπληκτικό θαύμα που έκανε ο Κύριος και θεράπευσε τη συγκύπτουσα γυναίκα της ιστορίας μας. Ο αρχησυνάγωγος, αντί τουλάχιστον να σιωπήσει βλέποντας το μεγάλο θαύμα, βαθιά προσκολλημένος στις παραδόσεις, ωθούμενος από τον εκβληθέντα διάβολο, καθώς παρατηρεί το θαύμα που εκτυλίχτηκε μπροστά του, δεν άφησε την καρδιά του να προσεγγίσει τη Θεία αλήθεια και παίρνοντας το λόγο, βαθύτατα αγανακτισμένος, επειδή θεράπευσε ο Ιησούς τη μέρα του Σαββάτου, έλεγε στο πλήθος: «Υπάρχουν έξι μέρες κατά τις οποίες πρέπει να εργάζεται κανείς. Αυτές τις μέρες, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε και όχι τη μέρα του Σαββάτου που είναι αργία»! Ο άνθρωπος που λέει αυτά τα λόγια είναι ένας ηγέτης, ο οποίος, υποτίθεται, ποίμαινε τις ψυχές γύρω του, προσευχόταν γι’ αυτούς και σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να επιζητεί την πνευματική τους προκοπή και άνοδο.

Αντί αυτού έλαβε το λόγο, για να επικρίνει έμμεσα τον Κύριο. Άρχισε λοιπόν να μιλάει στους παρευρισκόμενους ανθρώπους,  επειδή δεν τολμούσε να κοιτάξει το Χριστό στα μάτια και να Τον επιτιμήσει. Θεώρησε ότι με την πράξη της υπέρτατης αγάπης που έκανε ο Κύριος και θεράπευσε έναν βαριά ασθενούντα συνάνθρωπο, κατέλυσε την αργία του Σαββάτου. Βεβαίως δεν ήταν ο ζήλος του Νόμου που ξεσήκωσε τον αρχισυνάγωγο εναντίον του Χριστού, αλλά η άρρωστη φιλαυτία του, η παντελής έλλειψη αγάπης για μια βασανισμένη ψυχή. Η «αγκυλωμένη» καρδιά του δε μπορούσε να διανοηθεί πως ήταν δυνατόν κάποιος άλλος να δείξει στη συναγωγή πως είναι πιο δυνατός, πιο σοφός και πιο εύσπλαχνος από τον ίδιο. Έτσι έκανε μια επίδειξη ζήλου για το Νόμο του Θεού, βγάζοντας δηλητήριο εναντίον του Κυρίου μέσα από την άρρωστη και μάταιη καρδιά του. Η πραγματική αντίληψη του Ισραήλ για τον Κύριο Ιησού φαίνεται  μέσα από τη συμπεριφορά  αυτού του επικεφαλής της συναγωγής.

Ο Χριστός, βλέποντας τα ελατήρια της καρδιά του αρχισυνάγωγου και έχοντας σαν αρχή Του να βάζει τις ανάγκες των ανθρώπων πάνω από τους νόμους και τις θρησκευτικές διατάξεις, του απάντησε: Υποκριτή, με το πρόσχημα του σεβασμού της αργίας του Σαββάτου  οργίστηκες  επειδή ελευθερώθηκε μια ψυχή από τα δεσμά του σατανά, άκουσε: «Ο καθένας σας το Σάββατο δε λύνει το ζώο του και το πηγαίνει για πότισμα, χωρίς αυτό να θεωρείται κατάλυση της αργίας;». Εδώ γεννάται το ερώτημα, αν ένας άνθρωπος θα πρέπει την ημέρα του Σαββάτου να φροντίζει τα ζωντανά του, πόσο πολύ ανώτερο είναι να φροντίζει και να ευεργετεί τους ανθρώπους; Δεν αποκλείεται, πριν έρθει στη συναγωγή τούτος ο άνθρωπος, να είχε φροντίσει για τα οικόσιτα ζώα του, αν είχε. Αναμφισβήτητα την πρώτη θέση στη μέριμνα και στην ευεργεσία μας θα πρέπει να την έχει ο άνθρωπος. Αυτό είναι το βαθύτερο πνευματικό νόημα της τήρησης της ημέρας του Σαββάτου. Κάθε τι άλλο είναι υποκρισία, είναι  επίδειξη φαινομενικής ευσέβειας, ψεύτικης ηθικής μέσα από την υποτιθέμενη τήρηση κάποιων κανόνων. Είναι η προσπάθεια να εμφανιστεί κάποιος δίκαιος, χωρίς να πιστεύει ή να επιδιώκει πραγματικά τη δικαιοσύνη.

Οι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι «κυρτωμένοι» από τους τύπους και τις παραδόσεις τους μόνον το «γράμμα» του Νόμου μπορούσαν να διακρίνουν και να θεοποιήσουν. Για τον αρχισυνάγωγο και πολλούς άλλους υποκριτές, ο «τύπος» μπαίνει πάνω από τον άνθρωπο. Όλο το ενδιαφέρον τους εξαντλείται στην τήρηση κάποιων εξωτερικών τύπων, χάνοντας έτσι την ουσία. Η ατέρμονη ταλαιπωρία της γυναίκας ήταν δευτερεύον θέμα γι’ αυτόν. 

Ο Απ. Παύλος αναφέρει προς τους Χριστιανούς της Κορίνθου: «όστις και έκαμεν ημάς ικανούς να ήμεθα διάκονοι της καινής διαθήκης, ουχί του γράμματος, αλλά του πνεύματος διότι το γράμμα θανατόνει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β’ Κορινθίους Γ/3: 6). Με την αυστηρή τήρηση αυτού του τυπικισμού οι πνευματικοί ηγέτες του Ισραήλ, αντί να οδηγηθούν στο φως, παρέμεναν «τυφλοί ποιμένες», που ζούσαν στο σκοτάδι. Ο Κύριος όλους αυτούς που διέπονται από μια τέτοια νοοτροπία τους έχει προειδοποιήσει: «Αφήσατε αυτούς είναι οδηγοί τυφλοί τυφλών, τυφλός δε τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθρον θέλουσι πέσει» (Ματθαίος ΙΕ/15: 14).

Ο Κύριος υποβάλει ένα ερώτημα προς τον αρχισυνάγωγο: «Και αυτή, που είναι «θυγατέρα του Αβραάμ» δεν έπρεπε την ημέρα του Σαββάτου να λυθεί από τα δεσμά του σατανά με τα οποία ήταν δεμένη επί δέκα οκτώ χρόνια;» Ο Κύριος για να τιμήσει τούτη τη γυναίκα την αποκαλεί: «θυγατέρα του Αβραάμ», θέλοντας να δείξει ότι όχι μόνον ήταν Εβραία, απόγονος του Αβραάμ, αλλά και μια Ιουδαία γυναίκα με ειλικρινή πίστη στο Θεό. Επίσης θέλησε να διακηρύξει την ανωτερότητα της ανθρώπινης ψυχής σε σχέση με τ’ άλογα ζώα, το βόδι κλπ. Οι Ιουδαίοι έλεγαν προς τον Κύριο: «εμείς είμαστε σπέρμα του Αβραάμ» (Ιωάννης Η/8: 39) και υπερηφανεύονταν γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα ήταν προδότες του Αβραάμ, γιατί δεν ενεργούσαν σύμφωνα με τα έργα του. Γι’ αυτό και ο Κύριος τους είπε: «Σεις είσθε εκ πατρός του διαβόλου και τας επιθυμίας του πατρός σας θέλετε να πράττητε» (εδ. 44). Η γυναίκα αυτή ήταν αληθινή «θυγατέρα του Αβραάμ» γιατί είχε σεβασμό προς το Θεό. Δεν έπρεπε λοιπόν να τη βοηθήσει ο Κύριος; Έπρεπε το Σάββατο να γίνει εμπόδιο στη θεραπεία της;

 Δε θα συνέβαινε καμία αντιλογία και δε θα υπήρχε κανένα απολύτως πρόβλημα, αν ο Χριστός πρόβαλε και ενεργούσε το θαύμα μέσω αυτού του ποιμένα. Τώρα δε μπορεί να δεχτεί αυτό που δεν έκανε αυτός, βάζοντας τη φήμη του πάνω από τη γιατρειά του συνανθρώπου του. Αλήθεια πόσο ολισθηρό είναι το έδαφος της θρησκευτικής ζωής, όταν στερείται την αγάπη και αρνείται το έλεος! Ο αρχισυνάγωγος είχε ζηλέψει τη δόξα που έλαβε ο Κύριος από το θαύμα της θεραπείας και θέλησε με δόλο να Τον προσβάλει και ν’ αμαυρώσει το έργο Του, έχοντας ως πρόσχημα ότι «καταλύει την ημέρα του Σαββάτου». Ενώ ο Χριστός ελευθέρωσε μια ανθρώπινη ζωή από τα δεσμά του σατανά, ο αρχισυνάγωγος Τον κατασυκοφαντούσε με το χειρότερο τρόπο. Αλήθεια πόση διαστροφή, πόσο πάθος, πόσο φθόνο, κρύβει η «απατηλή και σφόδρα διεφθαρμένη» ανθρώπινη καρδιά  (Ιερεμίας ΙΖ/17: 9).  

Ο άνθρωπος αυτός, ως μεγάλος τυπολάτρης, αρνείται τα οφέλη της θεραπείας. Αποβλέποντας σε τυπικές διατάξεις του Νόμου είχε την παράλογη απαίτηση η πονεμένη για δέκα οκτώ χρόνια γυναίκα ν’ αναβάλει τη θεραπεία της και να επανέλθει μια άλλη μέρα, εκτός Σαββάτου, για να θεραπευτεί. Ο ίδιος δε, ως πνευματικός ηγέτης και διδάσκαλος του Νόμου, υποτίθεται, επί δέκα οκτώ χρόνια δεν είχε δείξει κανένα ενδιαφέρον για τούτη τη γυναίκα. Καθώς βλέπει τη βλέπει μπροστά του θεραπευμένη, μένει εντελώς ασυγκίνητος. Η νίκη εναντίον του σατανά, που επέφερε ο Κύριος, δε σήμαινε τίποτε γι’ αυτόν. Γι’ αυτή την ατέρμονη υποκρισία τους ο Κύριος του αποκάλεσε: «Όφεις, γεννήματα εχιδνών· πως θέλετε φύγει από της καταδίκης της γεέννης;» (Ματθαίος ΚΓ/23: 33). Ο Κύριος ήταν κατηγορηματικός: «το σάββατον έγεινε διά τον άνθρωπον, ουχί ο άνθρωπος διά το σάββατον» (Μάρκος Β/2: 27). Το Σάββατο έγινε για τους ανθρώπους, ώστε την ημέρα αυτή ο νους τους ν’ αφιερώνεται ιδιαίτερα στο Θεό. Ο άνθρωπος αυτός «κυρτωμένος» πνευματικά δε μπορούσε να δει πως μπροστά του είχε έναν που είναι πολύ ανώτερος από το Σάββατο.

Η απάντηση που έδωσε ο Χριστός στον αρχισυνάγωγο προκάλεσε ντροπή στους εχθρούς του Κυρίου, ενώ έδωσε μεγάλη χαρά στον απλό κόσμο που παρευρίσκονταν. Χάρηκαν οι άνθρωποι, γιατί για άλλη μία φορά το «καλό» στη μάχη του με το «κακό» είχε βγει νικητής. Το φως είχε λάμψει, το σκοτάδι είχε υποχωρήσει.     

Η περικοπή της συγκύπτουσας γυναίκας έχει ένα πλούσιο θεολογικό και συμβολικό περιεχόμενο. Άραγε τι συμπεράσματα θα μπορούσαμε να βγάλουμε απ’ αυτήν:

 ---Μόνο η Θεία Χάρη και η επαφή με το Χριστό μπορούν ν’ ανορθώσουν πνευματικά τον «κυρτωμένο» εξαιτίας της αμαρτίας άνθρωπο χαρίζοντάς του ξανά την αληθινή ελευθερία και την αξιοπρέπειά του, αποκαθιστώντας ολόκληρο το «είναι» του: «Σώμα, ψυχή, πνεύμα).

 ---Μας δίνεται η ευκαιρία ν’ αντιληφθούμε το Έλεος και την Αγάπη του Θεού, που υπερβαίνουν τη στείρα τυπολατρία.

---Η αξία που έχει κάθε άνθρωπος ενώπιον του Θεού.

---Το γεγονός ότι η γυναίκα δεν κατονομάζεται και παραμένει ανώνυμη επιτρέπει στην Εκκλησία να βλέπει στο πρόσωπό της κάθε άνθρωπο που υποφέρει και έχει ανάγκη για θεραπεία και αποκατάσταση.

 

Κλείνοντας αυτή τη μελέτη θα ήθελα ν’ απευθυνθώ σε κάθε ψυχή που αισθάνεται «αγκυλωμένη», αδύναμη και να της πω: «ο Χριστός σε καλεί να πας κοντά Του. Είναι ο μόνος που μπορεί να σε «ανορθώσει», να ενισχύσει το πνεύμα, την ψυχή και το σώμα σου, από τις αγκυλώσεις του εχθρού της ψυχής». Ας είναι δοξασμένο τ’ Όνομά Του «από του νυν και έως του αιώνος».---

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

ΔΑΒΙΔ & ΙΩΝΑΘΑΝ.

 

      ΔΑΒΙΔ  & ΙΩΝΑΘΑΝ.  --  Ένα υπόδειγμα αληθινής φιλίας.

 

      Βιβλίο «Α’ Σαμουήλ»,  κεφάλαια:   ΙΗ/18  --  ΙΘ/19 – Κ/20.

 

Ο Σαούλ υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς του Ισραήλ. Η βασιλεία του διήρκησε τριάντα χρόνια (1040 – 1010 π.Χ.). Η σύζυγός του ονομαζόταν Αχινοάμ (Α’ Βασιλέων ΙΔ/14: 50) και απέκτησαν τέσσερις γιούς ( Ιωνάθαν, Ιεβοσθέ,   Μελχισουέ, Αμιναδάβ) και δύο κόρες (Μερόβ και Μιχάλ). Η Μιχάλ που ήταν η μικρότερη κόρη υπήρξε η πρώτη σύζυγος του Δαβίδ (Α’ Βασιλέων ΙΔ/14: 49).  

Στην αρχή ο Σαούλ κυβέρνησε με πολλή σοφία, δύναμη και δικαιοσύνη. Κέρδισε μεγάλες μάχες νικώντας τους Φιλισταίους και απαλλάσσοντας έτσι το λαό από τη σκλαβιά. Με την πάροδο όμως των χρόνων τον κατέλαβε μεγάλη περηφάνια και άρχισε να μην υπακούει στο θέλημα του Θεού, που του φανέρωνε ό προφήτης Σαμουήλ. Μετά από τη συμπεριφορά του αυτή ο Θεός τον αποδοκίμασε από το να βασιλεύει στο λαό Του. «επειδή, η απείθεια είναι όπως το αμάρτημα της μαγείας και το πείσμα, όπως η ασέβεια και η ειδωλολατρία επειδή, εσύ απέρριψες τον λόγο του Κυρίου, γι' αυτό και ο Κύριος σε απέρριψε από το να είσαι βασιλιάς» (Α’ Σαμουήλ ΙΕ/15: 23).

Μετά απ’ αυτά ο Θεός πρόσταξε τον πρ. Σαμουήλ να πάει στη Βηθλεέμ, στο σπίτι του Ιεσσαί και να χρίσει ένα από τα παιδιά του βασιλιά στον Ισραήλ. Ο Ιεσσαί παρουσίασε στον προφήτη του Θεού έναν – έναν τους πρώτους επτά γιούς του, όμως το Πνεύμα του Θεού έδειξε ότι κανένας απ’ αυτούς δεν ήταν αρεστός στο Θεό, για να γίνει βασιλιάς. Τέλος ήρθε και ο όγδοος γιός που ήταν πολύ μικρός, περίπου δέκα επτά ετών και ο οποίος έβοσκε τα πρόβατα του πατέρα του. Το Πνεύμα του Θεού φώτισε τον Σαμουήλ και του είπε: «Αυτόν χρίσε για βασιλιά, είναι ο εκλεκτός μου» (Α’ Σαμουήλ ΙΣ/16: 12). Αμέσως ο Σαμουήλ έχρισε το Δαβίδ βασιλιά και έκανε θυσία στο Θεό. Από τότε το Πνεύμα του Θεού ήρθε στο νεαρό Δαβίδ, τον φώτιζε και οδηγούσε τα βήματά του.

Λόγω της παρακοής του και της αποδοκιμασίας του από τον Θεό ο βασιλιάς Σαούλ έπεσε σε μελαγχολία. Οι φίλοι του τον συμβούλεψαν να φέρει στο παλάτι κάποιον να του παίζει μουσική, για να  ευχαριστείται η ψυχή του. Ένας υπηρέτης μάλιστα σύστησε το Δαβίδ από τη Βηθλεέμ, που ήταν ένα νεαρό, γενναίο παλικάρι που ήξερε να παίζει πολύ ωραία λύρα. Ο Δαβίδ ήρθε στο παλάτι και ο Σαούλ τον έκανε υπασπιστή του. Με τη λύρα του και τα τραγούδια του έδιωχνε τη στεναχώρια από το Σαούλ.

Όταν ο Δαβίδ σκότωσε τον Γολιάθ, ο Αβενήρ, που ήταν αρχηγός του Ισραηλιτικού στρατού, τον έφερε στο Σαούλ. Ο βασιλιάς, επειδή ήταν πολύ ευχαριστημένος με το Δαβίδ τον διόρισε να είναι από τους αρχηγούς του στρατού του και τον πήρε, για να μένει στην κατοικία του. Λίγο καιρό μετά, όταν ο στρατός επέστρεφε από μια μεγάλη μάχη με τους Φιλισταίους, οι γυναίκες του Ισραήλ τους επιδοκίμαζαν και έψελναν: «Ο Σαούλ πάταξε τις χιλιάδες του, και ο Δαβίδ τις μυριάδες του» (Α’ Σαμουήλ ΙΗ/18: 7). Το γεγονός αυτό έκανε το Σαούλ να τυφλωθεί από έντονη ζηλοφθονία, επειδή ο Δαβίδ έλαβε μεγαλύτερη τιμή απ’ αυτόν. Στο βιβλίο «Άσμα Ασμάτων» (Η/8: 16) αναφέρεται: «η ζηλοτυπία είναι σκληρή σαν τον Άδη». Πέραν αυτού ο Σαούλ είδε το Δαβίδ ως απειλή για το θρόνο του, καθώς γινόταν όλο και πιο δημοφιλής. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να προσπαθήσει επανειλημμένα να τον δολοφονήσει. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες του Σαούλ να τον σκοτώσει, ο Δαβίδ έδειξε μεγάλο σεβασμό στον χρισμένο από το Θεό βασιλιά και αρνήθηκε τον βλάψει, όταν του δόθηκε η ευκαιρία (Α’ Σαμουήλ ΚΣ/26: 8).

Ο γιος του Σαούλ, ο Ιωνάθαν, ο οποίος ήταν γενναίος πολεμιστής και ήταν ο επόμενος στη σειρά, για να γίνει βασιλιάς, επειδή ήταν πρωτότοκος, τρέφει εντελώς διαφορετικά αισθήματα για τον Δαβίδ. Όχι μόνον δεν τον ζηλεύει για τις μεγάλες επιτυχίες του, αλλά τον αγαπάει και τον εκτιμάει πάρα πολύ και τα ίδια ακριβώς συναισθήματα τρέφει και ο Δαβίδ γι’ αυτόν. Έτσι λοιπόν υπόσχονται ο ένας στον άλλον να μείνουν για πάντα φίλοι. Ο Λόγος του Θεού αναφέρει: «Ο Ιωνάθαν και ο Δαβίδ συνδέθηκαν με στενή φιλία και ο Ιωνάθαν τον αγάπησε όπως τον εαυτό του» (Α’ Σαμουήλ ΙΗ/18: 1). Η φιλία τους ήταν αγνή, ειλικρινής πάνω από κάθε ιδιοτέλεια. Ο Ιωνάθαν έδωσε την πανοπλία του στον Δαβίδ και μαζί το τόξο του, ένα πολύ ιδιαίτερο δώρο, αφού ο Ιωνάθαν ήταν ξακουστός τοξότης (Α’ Σαμουήλ ΙΗ/18: 3,4). Η σημασία αυτού του δώρου ήταν  ότι  αναγνώριζε ότι ο Δαβίδ θα γινόταν μια μέρα βασιλιάς στον Ισραήλ. Αντί να ζηλεύει ή να φθονεί ο Ιωνάθαν υποτάχτηκε στο θέλημα του Θεού και θυσίασε το δικό του δικαίωμα στο θρόνο. Οι δύο άνδρες έκαναν μεταξύ τους διαθήκη, μία επίσημη συμφωνία, η οποία τους συνέδεε ως φίλους που θα υποστήριζαν ο ένας τον άλλον. Ο όρκος φιλίας τους είχε δοθεί στο «Όνομα του Θεού» και «ενώπιον του Θεού».

41 Και καθώς το παιδάκι αναχώρησε, σηκώθηκε ο Δαβίδ από το μεσημβρινό μέρος, και έπεσε μπροστά του στη γη, και προσκύνησε τρεις φορές και φιλήθηκαν μεταξύ τους, και έκλαψαν και οι δύο ο Δαβίδ, μάλιστα, έκανε μεγάλον κλαυθμό.

42 Και ο Ιωνάθαν είπε στον Δαβίδ: Πήγαινε με ειρήνη, καθώς εμείς οι δύο ορκιστήκαμε στο όνομα του Κυρίου, λέγοντας: Ο Κύριος ας είναι ανάμεσα σε μένα και σε σένα, και ανάμεσα στο σπέρμα μου και στο σπέρμα σου, παντοτινά! Και σηκώθηκε και αναχώρησε ενώ ο Ιωνάθαν μπήκε στην πόλη  (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 41,42).

Η φιλία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή των πιστών ανθρώπων και εκτός των άλλων αποτελεί έναν παράγοντα που ενισχύει την πίστη μας και την αφοσίωσή μας στο Θεό στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Στο βιβλίο των «Παροιμιών» (ΚΖ/27: 17) αναφέρεται: «Ο σίδηρος ακονίζει τον σίδηρον και ο άνθρωπος ακονίζει το πρόσωπον του φίλου αυτού». [όπως δύο κομμάτια σιδήρου τρίβονται μεταξύ τους και γίνονται κοφτερά, έτσι και οι αληθινοί φίλοι μπορούν να επιδράσουν ο ένας στον άλλον, να ενθαρρύνει ο ένας τον άλλον και να βελτιωθούν προσωπικά και πνευματικά]. Ο Ιωνάθαν και ο Δαβίδ ενισχύθηκαν και έλαβαν θάρρος πολλές φορές ο ένας από τον άλλον μέσα στις δοκιμασίες και τις μεγάλες δυσκολίες της ζωής.  Ο αιώνιος Λόγος του Θεού αναφέρει: «Σε κάθε καιρό αγαπάει ο φίλος, και ο αδελφός γεννιέται για καιρό ανάγκης» (Παροιμίες ΙΖ/17: 17). «Ο άνθρωπος που έχει φίλους, πρέπει να συμπεριφέρεται φιλικά και υπάρχει φίλος στενότερος από αδελφό» (Παροιμίες ΙΗ/18: 24).

 Μια μέρα ο Σαούλ λέει στον Ιωνάθαν και σε όλους τους υπηρέτες του να προσπαθήσουν να σκοτώσουν το Δαβίδ (Α’ Σαμουήλ ΙΘ/19: 1). Η απάντηση του Ιωνάθαν ήταν: «Και ο Ιωνάθαν μίλησε στο Σαούλ, τον πατέρα του, ευνοϊκά για το Δαβίδ και του είπε: «Ας μη αμαρτήσει ο βασιλιάς ενάντια στον δούλο του, ενάντια στον Δαβίδ επειδή, δεν αμάρτησε εναντίον σου, και επειδή τα έργα του στάθηκαν πολύ καλά σε σένα δεδομένου ότι, ριψοκινδύνεψε τη ζωή του, και θανάτωσε τον Φιλισταίο, και ο Κύριος έκανε μεγάλη σωτηρία σε ολόκληρο τον Ισραήλ είδες και χάρηκες γιατί, λοιπόν, θέλεις να αμαρτήσεις ενάντια σε αθώο αίμα, θανατώνοντας τον Δαβίδ χωρίς αιτία;» (Α’ Σαμουήλ ΙΘ/19: 4,5). Ο Ιωνάθαν έπεισε τον Σαούλ ότι δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από το Δαβίδ, καθώς δεν είχε κάνει κάτι εναντίον του Βασιλιά. Η ένθερμη παράκληση του Ιωνάθαν για τον αδικημένο φίλο του ηρέμησε  το Σαούλ ο οποίος υποσχέθηκε να μην κάνει κακό στον Δαβίδ. Έτσι ο Δαβίδ επέστρεψε ξανά στην κατοικία του Σαούλ όπως και πριν.

Κάποια μέρα, ενώ ο Δαβίδ έπαιζε μουσική, ο Σαούλ έριξε και πάλι το δόρυ του με σκοπό να τον σκοτώσει. Ο Δαβίδ απέφυγε το δόρυ το οποίο καρφώθηκε στον τοίχο. Αυτή είναι η τρίτη φορά που ο Σαούλ προσπαθεί να τον εξοντώσει. Μετά τα γεγονότα αυτά ο Δαβίδ αντιλαμβάνεται ότι θα πρέπει να φύγει μακριά, γιατί κινδυνεύει η ζωή του. Τη νύχτα εκείνη   πηγαίνει στο δικό του σπίτι, αλλά ο Σαούλ στέλνει μερικούς άντρες, για να τον σκοτώσουν. Η Μιχάλ η γυναίκα του γνωρίζει τα σχέδια του πατέρα της και γι’ αυτό λέει στον άντρα της: «Αν δεν φύγεις απόψε, αύριο θα είσαι νεκρός». Την ίδια νύχτα η Μιχάλ βοηθάει το Δαβίδ να διαφύγει από ένα παράθυρο (Α’ Σαμουήλ ΙΘ/19: 1-18). Ο Δαβίδ αναγκάζεται τώρα να κρύβεται από τον έναν τόπο στον άλλον επί επτά χρόνια περίπου, ώστε να μην μπορέσει να τον βρει ο Σαούλ.

Ο Ιωνάθαν, καθώς βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αγαπά, τον πατέρα του με τον οποίο ήταν πολύ δεμένος (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 2) και το φίλο του τον Δαβίδ, τον οποίον με κάθε τρόπο υποστηρίζει εκτιμώντας την οσιότητά του, έχει αντιληφθεί πόσο άδικος είναι ο πατέρας του και προειδοποιεί το Δαβίδ για τον κίνδυνο που διατρέχει. Παρ’ ότι η ανδρεία του Δαβίδ έκανε το βασιλιά Σαούλ να τον βλέπει σαν αντίζηλο, ο Ιωάνθαν δεν ένιωθε ίχνος αντιζηλίας, αντίθετα η καρδιά του έχει πλημμυρίσει από αγάπη και εκτίμηση γι’ αυτόν. Έτσι λοιπόν Ιωάναθαν και ο Δαβίδ έχουν γίνει δύο πολύ καλοί αχώριστοι φίλοι. Είναι βέβαιο ότι ο Ιωνάθαν είχε καταλάβει ότι ο Δαβίδ είχε χρηστεί από το Θεό και θα γινόταν ο επόμενος βασιλιάς στον Ισραήλ και σεβόμενος απόλυτα την απόφαση αυτή του Θεού στέκεται στο πλευρό του προσπαθώντας με κάθε τρόπο να τον προστατεύσει.

Καθώς οι δύο φίλοι συναντήθηκαν, για να συζητήσουν, ο Δαβίδ ρωτάει τον Ιωνάθαν: «Τι έκανα; Ποιο είναι το αδίκημά μου, και ποιο το αμάρτημά μου μπροστά στον πατέρα σου, για το οποίο ζητάει την ψυχή μου;» (Α΄ Σαμουήλ Κ/20: 1). Η απάντηση του Ιωνάθαν ήταν: «Μη γένοιτο! Εσύ δεν θα πεθάνεις δες, ο πατέρας μου δεν θα κάνει τίποτε, ούτε μεγάλο ούτε μικρό, που να μη το φανερώσει σε μένα και γιατί ο πατέρας μου θα έκρυβε αυτό το πράγμα από μένα; Δεν είναι έτσι» (εδ. 2). «Και ο Δαβίδ ορκίστηκε ακόμα, και είπε: Ο πατέρας σου, βέβαια, ξέρει ότι εγώ βρήκα χάρη μπροστά σου γι' αυτό, λέει: Ας μη το ξέρει αυτό ο Ιωνάθαν, μήπως λυπηθεί. Αλλά, ζει ο Κύριος, και ζει η ψυχή σου, δεν είναι παρά ένα βήμα ανάμεσα σε μένα και τον θάνατο» (εδ. 3). Ο Ιωνάθαν είχε νικήσει το αίσθημα της ζήλιας από το οποίο είχε νικηθεί ο πατέρας του ο Σαούλ.

Ιωνάθαν και Δαβίδ κατέστρωσαν ένα σχέδιο, για να δοκιμάσουν το Σαούλ και να καταλάβουν τις προθέσεις του. Καθώς θα ετελείτο η εορτή της «νεομηνίας» (Αριθμοί Ι/10: 10 & ΚΗ/28: 11), μία γιορτή που σηματοδοτούσε την έναρξη του νέου σεληνιακού μήνα, η οποία καταργήθηκε από το Χριστό (Κολοσσαείς Β/2: 16), αν από το τραπέζι του βασιλιά γινόταν αντιληπτή η απουσία του Δαβίδ, ο Ιωνάθαν θα έλεγε στον πατέρα του ότι είχε ζητήσει να εξαιρεθεί για να συμμετάσχει σε κάποια οικογενειακή θυσία. Αν ο Σαούλ αντιδρούσε με θυμό, αυτό θα ήταν σημάδι εχθρότητας προς το Δαβίδ. Ο Ιωνάθαν ευλόγησε το Δαβίδ και αναγνώρισε έμμεσα το γεγονός ότι αυτός θα ήταν ο μελλοντικός βασιλιάς, λέγοντας: «… ο Κύριος ας είναι μαζί σου, καθώς στάθηκε με τον πατέρα μου!» (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 13).

Όταν ο Σαούλ παρατήρησε ότι ο Δαβίδ απουσίαζε, ο Ιωνάθαν  του απάντησε: «Και ο Ιωνάθαν απάντησε στον Σαούλ: Ο Δαβίδ μού ζήτησε ένθερμα να πάει μέχρι τη Βηθλεέμ και είπε: Ας πάω, παρακαλώ, επειδή η συγγένειά μας κάνει θυσία στην πόλη· και ο αδελφός μου, αυτός μου παρήγγειλε να παραβρεθώ τώρα, λοιπόν, αν βρήκα χάρη στα μάτια σου, άφησέ με, παρακαλώ, να πάω, και να δω τα αδέλφια μου γι' αυτό δεν ήρθε στο τραπέζι τού βασιλιά» (Κ/20: 28,29).

Όταν ο βασιλιάς άκουσε αυτά τα λόγια, έγινε έξαλλος και πάνω στο θυμό του πρόσβαλε τον υιό του και θέλοντας να τον κάνει να σκεφτεί ιδιοτελώς του είπε ότι ο Δαβίδ αποτελούσε απειλή για την άνοδό του στο θρόνο και τον κάλεσε να διεκδικήσει τα συμφέροντά του. Ο Ιωνάθαν όμως δε σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο. Αντίθετα ήθελε να τιμήσει το Θεό δείχνοντας υποταγή και ευλάβεια σε εκείνον τον οποίο είχε επιλέξει, για να γίνει ο επόμενος βασιλιάς στον Ισραήλ. Εξαιτίας αυτής της άψογης συμπεριφορά του οι άνθρωποι είπαν για τον Ιωνάθαν: «Μαζί με τον Θεό εργάστηκε» (Α’ Σαμουήλ ΙΔ/14: 45).

 Ο Σαούλ πρόσταξε τον Ιωάναθαν να του φέρει το Δαβίδ έχοντας σκοπό να τον θανατώσει. Η απάντηση του Ιωνάθαν ήταν: «Γιατί να θανατωθεί; Τι κακό έκανε;». Σε μια έκρηξη οργής ο Σαούλ έριξε το δόρυ του εναντίον του γιου του. Ο Ιωνάθαν γλύτωσε, αλλά ένιωσε βαθιά λύπη μέσα του για τον άδικο κατατρεγμό του Δαβίδ. Αυτή η πράξη πλήγωσε βαθιά και ταπείνωσε τον Ιωνάθαν που έφυγε θυμωμένος (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 24-34).

Το επόμενο πρωί πήγε στον αγρό κοντά στο μέρος όπου κρυβόταν ο Δαβίδ, έριξε ένα βέλος, όπως είχαν συμφωνήσει, δείχνοντάς του ότι ο Σαούλ είχε ακόμα σκοπό να τον σκοτώσει. Καθώς οι δύο άντρες βρέθηκαν μόνοι έκλαψαν και αγκαλιάστηκαν μαζί. Ο Ιωνάθαν αποχαιρέτησε με βαριά καρδιά το νεαρό φίλο του καθώς ο Δαβίδ θ’ άρχιζε πλέον να ζει ως φυγάς (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 35-42). Μετά απ’ αυτά ο Δαβίδ πήγε να κρυφτεί (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 35-42). Ο Ιωνάθαν είδε το φυγά μόνο μία φορά ακόμη, όταν ο Δαβίδ κρυβόταν από τον Σαούλ «στην έρημο της Ζιφ, στη Χορές».

Ο Ιωνάθαν ενθάρρυνε τον Δαβίδ με τα λόγια: «Μη φοβάσαι, επειδή δεν θα σε βρει το χέρι τού Σαούλ, του πατέρα μου κι εσύ θα βασιλεύσεις στον Ισραήλ, κι εγώ θα είμαι δεύτερος από σένα μάλιστα και ο Σαούλ ο πατέρας μου το ξέρει αυτό» (Α’ Σαμουήλ ΚΓ/23: 17). Ο  άνθρωπος αυτός θα πρέπει να παραμένει πάντοτε μεγάλος στη μνήμη μας, γιατί μπόρεσε  να πει τη δυσκολότερη λέξη που υπάρχει στον κόσμο: «εγώ δεύτερος». Τι ωραίο να δώσεις την πρώτη θέση στον αδελφό σου. Να του πεις: «αδελφέ μου, εσύ να είσαι πρώτος και εγώ να είμαι δεύτερος, τρίτος,…..». Τούτα τα λόγια, που πολλές φορές αγνοήσαμε μέσα στη ζωή μας, δείχνουν πάνω απ’ όλα προβολή του θελήματος του Θεού, αγάπη, πνευματικότητα, οσιότητα, τιμιότητα, αδέκαστη φιλία και πάνω απ’ όλα μεγάλη δύναμη ψυχής. Ο Απ. Παύλος προτρέπει τους Χριστιανούς της πόλεως των Φιλίππων ως εξής: «μη πράττοντες μηδέν εξ αντιζηλίας ή κενοδοξίας, αλλ' εν ταπεινοφροσύνη θεωρούντες αλλήλους υπερέχοντας εαυτών» (Φιλιππησίους Β/2: 3).

Το μόνο που ζήτησε ο Ιωνάθαν από το Δαβίδ ήταν να του ορκιστεί ο Δαβίδ πως «ποτέ δεν θα απέσυρε την αγάπη του για το σπιτικό τους, ακόμα και όταν ο Θεός θα εξάλειφε όλους τους εχθρούς του Δαβίδ από το πρόσωπο της γης και θα γινόταν βασιλιάς». Ο Δαβίδ του υποσχέθηκε ότι θα φροντίζει όλους όσους θα ανήκαν στο σπιτικό του (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 14). Η αληθινή φιλία σύμφωνα με τη Βίβλο συμπεριλαμβάνει πίστη, αλήθεια, θυσία, συμβιβασμό, συναισθηματική προσκόλληση.

Τι ακριβώς εκτίμησε ο Ιωνάθαν στο Δαβίδ και συνδέθηκαν με μια τόσο μεγάλη και βαθιά φιλία μαζί του; Με ποια κριτήρια θα πρέπει και εμείς να επιλέγουμε τους φίλους μας; Ο Ιωνάθαν εκτίμησε τη μεγάλη πίστη στο Θεό που είχε ο Δαβίδ. Μπροστά στο κολοσσιαίο μέγεθος του σιδηρόφρακτου Γολιάθ, όταν τόσο ο βασιλιάς όσο και οι στρατιώτες είχαν πανικοβληθεί, ο Δαβίδ σκέφτηκε ότι, αν πήγαινε στη μάχη στο «Όνομα του Θεού», θα ήταν πιο δυνατός από τον αντίπαλο και ας ήταν αυτός πάνοπλος και τεθωρακισμένος (Α’ Σαμουήλ ΙΖ/17: 45-47). Την ίδια πίστη είχε εκφράσει και ο Ιωνάθαν μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν μαζί με τον οπλοφόρο του επιτέθηκαν σε μια ολόκληρη φρουρά οπλισμένων στρατιωτών και τη νίκησαν (Α’ Σαμουήλ, κεφ. ΙΔ/14). Η σκέψη που διακατείχε τον Ιωνάθαν στην προσπάθειά του αυτή ήταν: «δεν υπάρχει στον Κύριο εμπόδιο, να σώσει με πολλούς ή με λίγους» (Α’ Σαμουήλ ΙΔ/14: 6).

Ιωνάθαν και Δαβίδ είχαν ως κοινό σημείο την ισχυρή πίστη και τη βαθιά αγάπη για το Θεό. Πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο αναπτύχτηκε η φιλία τους παρά τη διαφορετική τους κοινωνική τους θέση. Ο ένας ήταν πρίγκιπας και ο άλλος ήταν ένας ταπεινός βοσκός. Εκτός αυτού υπήρχε και σημαντική διαφορά ηλικίας. Ο Ιωνάθαν ήταν σε ηλικία πενήντα περίπου ετών και ο Δαβίδ ίσως ήταν και μικρότερος από είκοσι ετών.  

 

   Βιβλίο «Α’ Σαμουήλ», κεφ. ΛΑ/31.

  Ενώ ο Σαούλ με το στρατό του πολεμούσε στο όρος Γελβωέ, εναντίον των Φιλισταίων, ο στρατός νικήθηκε και ο Σαούλ τραυματίστηκε βαριά. Τότε ο Σαούλ είπε στον οπλοφόρο του, «σύρε την ρομφαία και διαπέρασε μια με αυτή, για να μην έρθουν οι εχθροί και με διαπεράσουν και με εμπαίξουν». Όμως ο οπλοφόρος δεν ήθελε να το κάνει, γιατί φοβόταν. Έτσι ο Σαούλ πήρε την ρομφαία του και έπεσε πάνω σ’ αυτή και πέθανε (Α’ Βασιλέων ΛΑ/31: 1- 6). Οι Φιλισταίοι κρέμασαν το πτώμα του Σαούλ μαζί με τα πτώματα των γιων του στα τείχη της Βαιθσάν. Αυτά τα πήραν και τα έθαψαν μετά οι κάτοικοι της πόλεως Ιαβείς (Α’ Βασιλέων ΛΑ/31: 12, 13).

  Η φράση «ούτως απέθανεν ο Σαούλ και οι τρεις γιοί αυτού» (εδ.6), έρχεται να περιγράψει την τραγική κατάληξη του βασιλιά Σαούλ και να κλείσει ένα μεγάλο κεφάλαιο άρνησης και ανυπακοής στο θέλημα του Θεού. Άραγε τον τιμώρησε ο Θεός τον Σαούλ; Όχι βέβαια, απλά ίσχυσε ο διαχρονικός νόμος : «Μη πλανιέστε, ο Θεός δεν εμπαίζεται επειδή, ό,τι αν σπείρει ο άνθρωπος, αυτό και θα θερίσει», για το λόγο ότι αυτός που σπέρνει στη σάρκα του θα θερίσει από τη σάρκα φθορά αλλά εκείνος που σπέρνει στο Πνεύμα, θα θερίσει από το Πνεύμα, αιώνια ζωή (Γαλάτας Σ/6: 7,8).

«και εθρήνησεν ο Δαβίδ τον θρήνον τούτον επί τον Σαούλ και επί τον Ιωνάθαν τον υιόν αυτού» (Β΄  Σαμουήλ Α/1: 17). Όταν έμαθε ο Δαβίδ για το θάνατο του Σαούλ, όχι μόνον δε χάρηκε, όχι μόνον δε γιόρτασε, αλλά έκανε «κλαυθμών μέγαν» (Α’ Σαμουήλ Κ/20: 41). Πένθησε αυτός και επέβαλε αυτό και στους άλλους. «πάντες διέσχισαν τα ιμάτια αυτών, έκλαυσαν και επένθησαν». Αυτή είναι η σωστή, η ανθρώπινη συμπεριφορά, που δεν θα πρέπει να λείψει ποτέ από τη ζωή μας.  

Μετά από τα συγκλονιστικά αυτά τα γεγονότα ο Δαβίδ έγραψε ένα ύμνο, για να ψάλει ο λαός του Ιούδα προς τιμή του Σαούλ και των γιών του:

19 Ω, δόξα τού Ισραήλ, κατακοντισμένη επάνω στους ψηλούς τόπους σου! Πώς έπεσαν οι δυνατοί!

20 Μη αναγγείλετε στη Γαθ, μη διακηρύξετε στις πλατείες τής Ασκάλωνας.

Μήπως και χαρούν οι θυγατέρες των Φιλισταίων, μήπως και αγαλλιαστούν οι θυγατέρες των απερίτμητων (Στην εξωτερική έχθρα, ο λαός του Θεού θα πρέπει να είναι εσωτερικά και εξωτερικά ενωμένος).

21 Βουνά που είστε στη Γελβουέ, ας μη υπάρχει δρόσος ούτε βροχή, επάνω σε σας, ούτε χωράφια που δίνουν απαρχές·

Επειδή, εκεί πετάχτηκε η ασπίδα των ισχυρών, η ασπίδα τού Σαούλ σαν να μη χρίστηκε με λάδι.

22 Από το αίμα των φονευμένων, από το λίπος των δυνατών, το τόξο τού Ιωνάθαν δεν στρεφόταν πίσω, και η ρομφαία τού Σαούλ δεν γύριζε αδειανή.

23 Ο Σαούλ και ο Ιωνάθαν ήσαν οι αγαπημένοι και αξιαγάπητοι, στη ζωή τους, και στον θάνατό τους δεν χωρίστηκαν.

Ήταν ελαφρότεροι από τους αετούς, δυνατότεροι από τα λιοντάρια.

24 Θυγατέρες τού Ισραήλ, κλάψτε για τον Σαούλ, αυτόν που σας έντυνε με κόκκινα μαζί με καλλωπισμούς, που σας έβαζε χρυσά στολίδια επάνω στα ενδύματά σας.

25 Πώς έπεσαν οι δυνατοί μέσα στη μάχη!

Ιωνάθαν, τραυματισμένε επάνω στους ψηλούς τόπους!

26 Περίλυπος είμαι για σένα, αδελφέ μου, Ιωνάθαν

Μου στάθηκες προσφιλέστατος· η αγάπη σου σε μένα ήταν εξαίσια· υπερέβαινε την αγάπη των γυναικών.

27 Πώς έπεσαν οι δυνατοί, και χάθηκαν τα όπλα τού πολέμου!  (Β’ Σαμουήλ Α/1: 19 – 27).

 

  Μόνον ένας άνθρωπος  «κατά την καρδίαν του Θεού» (Πράξεις ΙΓ/13: 22)  θα μπορούσε να συνθέσει έναν τέτοιο θρήνο για έναν τόσο μεγάλο εχθρό του. Αυτά τα λόγια αποτελούν πραγματικά μνημείο ανεξικακίας, αγάπης, οσιότητας.

Ήρθε η ώρα και ο Δαβίδ έγινε βασιλιάς στον Ισραήλ. Η εξουσία δίνει ένα αίσθημα υπεροχής και είναι εκεί που θα δοκιμαστεί πραγματικά ο άνθρωπος. Συνήθως η αδυναμία των δυνατών και όλων αυτών που κατέχουν εξουσία είναι να σπεύσουν να αντεκδικηθούν των αντιπάλων τους. Ο Δαβίδ δεν πέφτει σ’ αυτήν την παγίδα. Καλεί όλους όσους τίμησαν τον νεκρό Σαούλ, αυτόν, που όταν ζούσε, τον καταδίωκε μέχρι θανάτου, για να τους τιμήσει όχι με ωραία λόγια, αλλά με πράξεις.

Η εκδίκηση δεν έχει θέση στην καρδιά του χριστιανού ανθρώπου. Ο λόγος του Θεού μας διδάσκει: «εις μηδένα μη ανταποδίδετε κακόν αντί κακού προνοείτε τα καλά ενώπιον πάντων ανθρώπων» (Ρωμαίους ΙΒ/12: 17). Ο Δαβίδ διέταξε να μη βρέξει και να μην σπαρθεί το μέρος όπου είχε πεθάνει ο Σαούλ και όχι μόνον δεν σκότωσε  τους υπόλοιπους από τον οίκο του Σαούλ, αλλ’ αντίθετα έδειξε μεγάλη καλοσύνη σ’ αυτούς. Τους έδωσε γη και τροφή, ενώ σε έναν από τους απογόνους του Σαούλ, τον πλέον ανάξιο, που άκουγε στο όνομα Μεμφηβοσθέ του προσέφερε μια θέση στο βασιλικό τραπέζι (Β’ Σαμουήλ  Δ/4: 4  & Θ/9: 10).

Παρά το γεγονός ότι ο Δαβίδ ήταν απορημένος από την συμπεριφορά του Σαούλ, που θα έπρεπε να είναι ο δάσκαλός του και ο πατέρας του, ένα φωτεινό παράδειγμα γι’ αυτόν, παρέμεινε πιστός στον Σαούλ ακόμα και μετά το θάνατό του. Είναι εύκολο να είσαι πιστός σε κάποιον που σε αγαπάει, όμως τι γίνεται με εκείνον που έχει αποφασίσει να σε καταστρέψει; Θα προσπαθείς  να εκδικηθείς για τον εαυτόν σου ή θα σταθείς ένας άνθρωπος «κατά την καρδίαν του Θεού», αφήνοντας το θέμα της κρίσης στα χέρια Του. Στο θέμα αυτό ο Απ. Πέτρος μας προτρέπει: «Όστις  (ο Χριστός) λοιδορούμενος δεν αντελοιδόρει, πάσχων δεν ηπείλει, αλλά παρέδιδεν εαυτόν εις τον κρίνοντα δικαίως» (επιστολή Α’ Πέτρου Β/2: 23).

 Κλείνοντας, ας μην ξεχάσουμε μία ακόμα ρύση μέσα από τον Λόγο του Θεού. «Όλα αυτά έγιναν παραδείγματα σ' εκείνους, και γράφτηκαν για τη νουθεσία μας, στους οποίους έφτασαν τα τέλη των αιώνων» (Α’ Κορινθίους  Ι/10: 6 & 11).---