Ευαγγέλιον «κατά Λουκάν», κεφ. ΙΓ/13, εδ. 11 – 17.
10 Εδίδασκε δε εν μια των συναγωγών το σάββατον.
11 Και ιδού, γυνή τις είχε πνεύμα ασθενείας δεκαοκτώ έτη και ήτο συγκύπτουσα και δεν ηδύνατο παντελώς να ανακύψη.
12 Ιδών δε αυτήν ο Ιησούς, εφώναξε και είπε προς αυτήν Γύναι, ηλευθερωμένη είσαι από της ασθενείας σου
13 και έθεσεν επ' αυτήν τας χείρας· και παρευθύς ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν.
14 Αποκριθείς δε ο αρχισυνάγωγος, αγανακτών ότι εις το σάββατον εθεράπευσεν ο Ιησούς, έλεγε προς τον όχλον. Εξ ημέραι είναι, εις τας οποίας πρέπει να εργάζησθε εν ταύταις λοιπόν ερχόμενοι θεραπεύεσθε, και μη τη ημέρα του σαββάτου.
15 Απεκρίθη λοιπόν προς αυτόν ο Κύριος και είπεν· Υποκριτά, δεν λύει έκαστος υμών εν τω σαββάτω τον βουν αυτού ή τον όνον από της φάτνης και φέρων ποτίζει;
16 αύτη δε, ούσα θυγάτηρ του Αβραάμ, την οποίαν ο Σατανάς έδεσεν, ιδού, δεκαοκτώ έτη, δεν έπρεπε να λυθή από του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου;
17 Και ενώ, αυτός έλεγε ταύτα, κατησχύνοντο πάντες οι εναντίοι αυτού, και πας ο όχλος έχαιρε δι' όλα τα ένδοξα έργα τα γινόμενα υπ' αυτού.
ΣΧΟΛΙΑ:
Στο σημερινό Ευαγγελικό μας ανάγνωσμα βλέπουμε τον Κύριο, καθώς βρίσκεται καθ’ οδόν προς την Ιερουσαλήμ, διερχόμενος από την περιοχή της Περαίας, να διδάσκει την ημέρα του Σαββάτου στη Συναγωγή. Η Περαία ήταν μια ιστορική περιοχή του αρχαίου Ισραήλ που βρισκόταν στην ανατολική πλευρά του Ιορδάνη (Ιωάννης Ι/10: 40). [σήμερα βρίσκεται εντός των ορίων της Ιορδανίας]. Απ’ αυτόν τον χώρο είχε εγκαινιάσει πριν από τρία χρόνια ο Κύριος τη δημόσια διακονία Του διαβάζοντας από το βιβλίο του προφήτη «Ησαΐα» (ΞΑ/61: 1,2) «Πνεύμα Κυρίου του Θεού είναι επ' εμέ διότι ο Κύριος με έχρισε διά να ευαγγελίζομαι εις τους πτωχούς με απέστειλε διά να ιατρεύσω τους συντετριμμένους την καρδίαν, να κηρύξω ελευθερίαν εις τους αιχμαλώτους και άνοιξιν δεσμωτηρίου εις τους δεσμίους, διά να κηρύξω ενιαυτόν ευπρόσδεκτον του Κυρίου και ημέραν εκδικήσεως του Θεού ημών διά να παρηγορήσω πάντας τους πενθούντας….». Και συμπληρώνει ο Κύριος: «Αυτή η προφητεία εκπληρώθηκε σήμερα».
«Και εισήλθε κατά το ειωθός αυτώ εν τη ημέρα των σαββάτων εις την συναγωγήν» (Λουκάς Δ/4: 16). Συνήθιζε ο Κύριος κάθε Σάββατο να πηγαίνει στη Συναγωγή για κοινή προσευχή και για μελέτη του Λόγου του Θεού. Ακούμε στις μέρες μας διάφορες φωνές που λένε: «εγώ προσεύχομαι στο σπίτι μου δεν το θεωρώ αναγκαίο να πάω στην Εκκλησία, για να προσευχηθώ». Στις ημέρες μας μάλιστα ακούγεται και το εξής: «Αυτά που ακούω στην Εκκλησία τ’ ακούω και στο youtube» και πολλά άλλα. Ο συγγραφέας της επιστολής «προς Εβραίους» (Ι/10: 25) επισημαίνει αυτόν τον μεγάλο κίνδυνο για την Εκκλησία με τα λόγια: «μη αφήνοντες το να συνερχώμεθα ομού, καθώς είναι συνήθεια εις τινάς, αλλά προτρέποντες αλλήλους, και τοσούτω μάλλον, όσον βλέπετε πλησιάζουσαν την ημέραν». Η συνήθεια ήταν παλιά, πολύ πριν το youtube. Ας δούμε όμως πως λειτουργούσαν οι πιστοί στην πρώτη Χριστιανική Εκκλησία και αυτό θα πρέπει να είναι το παράδειγμά μας: «ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων και εν τη κοινωνία και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς» (Πράξεις Β/2: 42). Έτσι θα πρέπει να ενεργούμε, ώστε να έχουμε οντότητα ως Εκκλησία και κοινή λατρεία με το Θεό.
Καθώς λοιπόν ο Κύριος διάβαζε και επεξηγούσε με εξουσία από το Θεό τις Άγιες Γραφές, μια ανάπηρη βασανισμένη γυναίκα που παρευρίσκονταν στη Συναγωγή τράβηξε την προσοχή Του. Το σώμα αυτής της γυναίκας ήταν διαρκώς λυγισμένο, κυρτωμένο και αυτό συνέβαινε, γιατί ήταν δεμένη από ένα δαιμονικό πνεύμα ασθένειας πάνω από δεκαοχτώ χρόνια. Πρόκειται για το ίδιο πνεύμα που είχε επιφέρει τις πληγές και τα τόσα άλλα δεινά στον πολύπαθο Ιωβ, που είχε παρουσιάσει τον «σκόλοπα» στη σάρκα του Απ. Παύλου (Β’ Κορινθίους ΙΒ/12: 7).
Η γυναίκα αυτή υπέφερε από κύρτωση της σπονδυλικής της στήλης, μία ασθένεια που την είχε ολοκληρωτικά παραμορφώσει. Στην κατάσταση που βρισκόταν ήταν αδύνατον να σταθεί όρθια και ν’ αντικρίσει το πρόσωπο των άλλων ανθρώπων. Έτσι η αναπηρία της την εμπόδιζε να δει το Πρόσωπο του Χριστού. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν ν’ ακούει τα λόγια Του. Η τόσο σοβαρή ασθένεια που είχε έκανε πολύ δύσκολη και πολύ επίπονη κάθε μετακίνησή της. Παρά τη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η γυναίκα αυτή δεν παρέλειπε να επισκέπτεται τη Συναγωγή και ν’ ακούει το Λόγο του Θεού. Πρόκειται για ένα φωτεινό παράδειγμα «πνευματικής συνέπειας». Τι να πει κανείς για την αξία της συνέπειας; Ας σκύψουμε το κεφάλι, γιατί «εις πολλά πταίομεν άπαντες» (Ιάκωβος Γ/3: 2). Πόσες φορές εμείς με ευτελείς δικαιολογίες (δεν κοιμήθηκα καλά, με πόναγε το χέρι μου, το κεφάλι μου, είχα μια ανησυχία.. κλπ…..) δεν ήρθαμε στην Εκκλησία αναβάλλοντας την κοινωνία μας με το Θεό, καθώς μας έχει διαβεβαιώσει: «όπου είναι δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το όνομά μου, εκεί είμαι εγώ εν τω μέσω αυτών» (Ματθαίος ΙΗ/18: 20), αναβάλλοντας έτσι και την κοινωνία μεταξύ μας.
Παρατηρούμε ότι η γυναίκα της ιστορίας μας δε ζητάει τη θεραπεία της και δεν καλεί αυτή το Χριστό να έρθει κοντά της. Ο Κύριος παίρνει την πρωτοβουλία και την πλησιάζει. Έχει αντιληφθεί σε τι τραγική κατάσταση βρίσκεται τούτη η γυναίκα και τη συμπονάει και θλίβεται γι’ αυτήν. Ο Απ. Πέτρος την ημέρα της Πεντηκοστής διακηρύττει προς τα συγκεντρωμένα πλήθη: «διήλθεν (ο Χριστός) ευεργετών και θεραπεύων πάντας τους καταδυναστευομένους υπό του διαβόλου, διότι ο Θεός ήτο μετ' αυτού» (Πράξεις Ι/10: 38). Ο Χριστός ήρθε ανάμεσά μας συμπόνεσε τον άνθρωπο για τον πόνο, την ταλαιπωρία της αρρώστιας, την αγωνία, το φόβο και άκουσε τις κραυγές των ανθρώπων: «Κύριε το παιδί μου… τον δούλο μου… το κοράσιόν μου… έχω ρύσιν αίματος δώδεκα χρόνια…. χανόμαστε, δε σε μέλλει;… χάνομαι υπό της πείνης....». Δεν υπάρχει ψυχή που ειλικρινά να έκραξε σε Αυτόν και να μην πήρε απάντηση σύμφωνα πάντα με την πίστη της.
Ο Κύριος, βλέποντας την πίστη τούτης της γυναίκας, καθώς για δέκα οκτώ ολόκληρα χρόνια δε σταμάτησε να ελπίζει στο Έλεος και την προστασία του Θεού, δε σταμάτησε να πιστεύει ότι ο Θεός στο τέλος θα ενδιαφερθεί γι’ αυτήν και θα επέμβει λυτρωτικά στη ζωή της την κατάλληλη ώρα. Ίσως γι’ αυτό και δε ζητάει κάτι από τον Κύριο. Ξέρει ότι ο Θεός γνωρίζει το πρόβλημά της, θα το είχε πει πολλές φορές στην προσευχή της και έχει μάθει να περιμένει. Στην προκειμένη όμως περίπτωση φαίνεται ότι δε μπορούσε να περιμένει άλλο το Έλεος και η Αγάπη του Θεού που ξέσπασαν πάνω της. Ο Ψαλμωδός μας προτρέπει: «Ανάθες εις τον Κύριον την οδόν σου και έλπιζε επ' αυτόν, και αυτός θέλει ενεργήσει» (Ψαλμός ΛΖ/37: 5).
Ένα μεγάλο μάθημα είναι αυτό για τον καθένα μας, να μη σταματήσουμε ποτέ να ελπίζουμε στο Έλεος του Θεού, ακόμα και στον πιο «ενάντιο άνεμο» τούτης της ζωής. Ο ίδιος ο Κύριος μέσα από την παραβολή «της χήρας και του άδικου κριτή» μας έχει διαβεβαιώσει πως θ’ αποδώσει το δίκιο σ’ εκείνους που κραυγάζουν σ’ αυτόν: «Και είπεν ο Κύριος Ακούσατε τι λέγει ο άδικος κριτής ο δε Θεός δεν θέλει κάμει την εκδίκησιν των εκλεκτών αυτού των βοώντων προς αυτόν ημέραν και νύκτα, αν και μακροθυμεί δι' αυτούς; σας λέγω ότι θέλει κάμει την εκδίκησιν αυτών ταχέως» (Λουκάς ΙΗ/18: 6-8). Ο Κύριος βλέπει την καρδιά τούτης της γυναίκας και δεν της ζητάει καν πίστη στο Πρόσωπό Του, γιατί η παρουσία της και μόνον στη συναγωγή στην κατάσταση που βρισκόταν, πιστοποιεί την πίστη της και την ακλόνητη εμπιστοσύνη της στο Θεό.
Ο Κύριος παρατηρώντας τούτη τη γυναίκα μέσα στη συναγωγή διέκοψε την ομιλία Του και απευθυνόμενος της λέει: «Γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου». «Γυναίκα έχεις πλέον απελευθερωθεί από την ασθένειά σου». Αμέσως έβαλε επάνω της τα χέρια Του, για να ενισχύσει την πίστη της και να την κάνει να αισθανθεί τη δύναμή Του. Ξαφνικά όλα άλλαξαν μέσα στη ζωή τούτης της γυναίκας, μ’ ένα μόνο Λόγο του Κυρίου. Τα δέκα οκτώ χρόνια της αρρώστιας της εξαφανίστηκαν και πλέον μια υγιής γυναίκα βρίσκεται στη θέση της. Αμέσως σηκώθηκε όρθια και για πρώτη φορά είδε τα πρόσωπα των αδελφών της και αντίκρυσε το Πρόσωπο του Κυρίου. Αυτή είναι η δύναμη του Ιησού Χριστού. Ο Κύριος την κάλεσε κοντά Του και της χάρισε την τέλεια θεραπεία, πάνω από κάθε δική της ελπίδα ή προσμονή. «Εις δε τον δυνάμενον υπερεκπερισσού να κάμη υπέρ πάντα όσα ζητούμεν ή νοούμεν, κατά την δύναμιν την ενεργουμένην εν ημίν» (Εφεσίους Γ/3: 20).
Ένας λόγος του Κυρίου αρκεί για ν’ αλλάξουν όλα γύρω μας. Στους κακούς και πονηρούς καιρούς που ζούμε έχουμε ανάγκη να θυμόμαστε ότι, αν με μετάνοια Τον εμπιστευτούμε μ’ ένα μόνο λόγο Του μπορεί ν’ αλλάξει τα πάντα γύρω μας και να φέρει «καιρούς αναψυχής» (Πράξεις Γ/3: 19) στη ζωή μας. Μ’ ένα μόνον «σιώπα, ησύχασον» (Μάρκος Δ/4: 39) μπορεί να παύσει τον άνεμο και να φέρει γαλήνη στην καρδιά μας. Τούτη η γυναίκα μέσα στην απέραντη χαρά της, για τη θεραπεία της άρχισε να ευχαριστεί και να δοξάζει τον Θεό (Λουκάς ΙΓ/13: 12,13).
Τη συγκύπτουσα γυναίκα θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με τον άνθρωπο, ιδιαίτερα της εποχής μας, που είναι λυγισμένος από το βάρος της αμαρτίας και των γήινων καθημερινών βιοτικών μεριμνών. Τον άνθρωπο που κοιτάζει χαμηλά και που, καθώς είναι πνιγμένος μέσα στα πάθη και τις αδυναμίες του, αδυνατεί να στρέψει το βλέμμα προς τον ουρανό. Αν παρατηρήσουμε καλά αυτή την εικόνα, θα δούμε ότι αποτελεί τον καθρέφτη της κοινωνίας μας.
Στο πρόσωπο τούτης της γυναίκας θα μπορούσαμε να δούμε και την εικόνα μιας ολόκληρης βαθιά κυρτωμένης ανθρωπότητας, μια ανθρωπότητας που «σφάζεται, μάχεται, μισιέται», όπως λέει και ένας στίχος. Άραγε είναι τυχαίο ότι το Ευαγγέλιο περιγράφει μια γυναίκα που κοιτάζει μόνο τη γη, αδυνατώντας να δει τον ουρανό; Ο άνθρωπος κάτω από το βάρος της ενοχής του εξαιτίας της παρακοής και αποστασίας του από το θέλημα του Θεού βαδίζει ταπεινωμένος μ’ ένα γήινο και υλιστικό φρόνημα κοιτάζοντας προς τα κάτω, αδυνατώντας ν’ αντικρίσει τον ουρανό. Είναι πνευματικά τυφλός αποβλέπων στην ύλη και σε κάθε τι που μπορεί να δει με τα φυσικά του μάτια. Την εικόνα του συγκύπτοντος ανθρώπου μας την δίνει ο Απ. Παύλος: «Οίτινες μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εις το ψεύδος, και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν την κτίσιν μάλλον παρά τον κτίσαντα, όστις είναι ευλογητός εις τους αιώνας» (Ρωμαίους Α/1: 25).
Η γυναίκα της ιστορίας μας, που ο διάβολος την είχε δέσει με «πνεύμα ασθένειας» επί δεκαοκτώ χρόνια, ήταν «συγκύπτουσα και δεν ηδύνατο παντελώς να ανακύψη». Κατά τον ίδιο τρόπο ο διάβολος, που από την αρχή είναι ο ανθρωποκτόνος (Ιωάννης Η/8: 44), έχει δέσει ολόκληρη την ανθρωπότητα, η οποία δε μπορεί με τα έργα της (δι’ ιδίων μέσων) να ελευθερωθεί. Γι’ αυτό άλλωστε επενέβη ο Θεός, όπως μας φανερώνει μαθητής της αγάπης, ο Ιωάννης, και ενήργησε δια Ιησού Χριστού για την απελευθέρωσή μας. «Διά τούτο εφανερώθη ο Υιός του Θεού, διά να καταστρέψη τα έργα του διαβόλου» (Α’ Ιωάννου Γ/3: 8). Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο μας εξηγεί φανερώθηκε ο Υιός του Θεού για να λύσει, να καταστρέψει ολοκληρωτικά τα έργα του διαβόλου και να ελευθερώσει το δέσμιο συγκύπτοντα άνθρωπο εξαιτίας της αμαρτίας. Να τι εννοούσε ο Χριστός, όταν είπε προς τους Φαρισαίου: «Πατήρ μου εργάζεται έως τώρα, και εγώ εργάζομαι» (Ιωάννης Ε/5: 17). Ο Θεός εργάζεται και αναδημιουργεί τον «κυρτωμένο» άνθρωπο. Καθώς τον ελευθερώνει από τη δύναμη του εχθρού, τον κάνει «νέον κτίσμα». «Όθεν εάν τις ήναι εν Χριστώ είναι νέον κτίσμα τα αρχαία παρήλθον, ιδού, τα πάντα έγειναν νέα» (Β’ Κορινθίους Ε/5: 17). Ο Θεός ανορθώνει τον άνθρωπο, ηθικά, πνευματικά και σωματικά, τον υιοθετεί δια Ιησού Χριστού και τον κάνει «δικό Του παιδί», αρκεί ο άνθρωπος να μετανοήσει και να ζητήσει το Χριστό να τον γιατρέψει από την ασθένεια της αμαρτίας. Ο Λόγος του Θεού μας διαβεβαιώνει: «Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού» (Ιωάννης Α/1: 12).
Όλοι χάρηκαν για το εκπληκτικό θαύμα που έκανε ο Κύριος και θεράπευσε τη συγκύπτουσα γυναίκα της ιστορίας μας. Ο αρχησυνάγωγος, αντί τουλάχιστον να σιωπήσει βλέποντας το μεγάλο θαύμα, βαθιά προσκολλημένος στις παραδόσεις, ωθούμενος από τον εκβληθέντα διάβολο, καθώς παρατηρεί το θαύμα που εκτυλίχτηκε μπροστά του, δεν άφησε την καρδιά του να προσεγγίσει τη Θεία αλήθεια και παίρνοντας το λόγο, βαθύτατα αγανακτισμένος, επειδή θεράπευσε ο Ιησούς τη μέρα του Σαββάτου, έλεγε στο πλήθος: «Υπάρχουν έξι μέρες κατά τις οποίες πρέπει να εργάζεται κανείς. Αυτές τις μέρες, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε και όχι τη μέρα του Σαββάτου που είναι αργία»! Ο άνθρωπος που λέει αυτά τα λόγια είναι ένας ηγέτης, ο οποίος, υποτίθεται, ποίμαινε τις ψυχές γύρω του, προσευχόταν γι’ αυτούς και σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να επιζητεί την πνευματική τους προκοπή και άνοδο.
Αντί αυτού έλαβε το λόγο, για να επικρίνει έμμεσα τον Κύριο. Άρχισε λοιπόν να μιλάει στους παρευρισκόμενους ανθρώπους, επειδή δεν τολμούσε να κοιτάξει το Χριστό στα μάτια και να Τον επιτιμήσει. Θεώρησε ότι με την πράξη της υπέρτατης αγάπης που έκανε ο Κύριος και θεράπευσε έναν βαριά ασθενούντα συνάνθρωπο, κατέλυσε την αργία του Σαββάτου. Βεβαίως δεν ήταν ο ζήλος του Νόμου που ξεσήκωσε τον αρχισυνάγωγο εναντίον του Χριστού, αλλά η άρρωστη φιλαυτία του, η παντελής έλλειψη αγάπης για μια βασανισμένη ψυχή. Η «αγκυλωμένη» καρδιά του δε μπορούσε να διανοηθεί πως ήταν δυνατόν κάποιος άλλος να δείξει στη συναγωγή πως είναι πιο δυνατός, πιο σοφός και πιο εύσπλαχνος από τον ίδιο. Έτσι έκανε μια επίδειξη ζήλου για το Νόμο του Θεού, βγάζοντας δηλητήριο εναντίον του Κυρίου μέσα από την άρρωστη και μάταιη καρδιά του. Η πραγματική αντίληψη του Ισραήλ για τον Κύριο Ιησού φαίνεται μέσα από τη συμπεριφορά αυτού του επικεφαλής της συναγωγής.
Ο Χριστός, βλέποντας τα ελατήρια της καρδιά του αρχισυνάγωγου και έχοντας σαν αρχή Του να βάζει τις ανάγκες των ανθρώπων πάνω από τους νόμους και τις θρησκευτικές διατάξεις, του απάντησε: Υποκριτή, με το πρόσχημα του σεβασμού της αργίας του Σαββάτου οργίστηκες επειδή ελευθερώθηκε μια ψυχή από τα δεσμά του σατανά, άκουσε: «Ο καθένας σας το Σάββατο δε λύνει το ζώο του και το πηγαίνει για πότισμα, χωρίς αυτό να θεωρείται κατάλυση της αργίας;». Εδώ γεννάται το ερώτημα, αν ένας άνθρωπος θα πρέπει την ημέρα του Σαββάτου να φροντίζει τα ζωντανά του, πόσο πολύ ανώτερο είναι να φροντίζει και να ευεργετεί τους ανθρώπους; Δεν αποκλείεται, πριν έρθει στη συναγωγή τούτος ο άνθρωπος, να είχε φροντίσει για τα οικόσιτα ζώα του, αν είχε. Αναμφισβήτητα την πρώτη θέση στη μέριμνα και στην ευεργεσία μας θα πρέπει να την έχει ο άνθρωπος. Αυτό είναι το βαθύτερο πνευματικό νόημα της τήρησης της ημέρας του Σαββάτου. Κάθε τι άλλο είναι υποκρισία, είναι επίδειξη φαινομενικής ευσέβειας, ψεύτικης ηθικής μέσα από την υποτιθέμενη τήρηση κάποιων κανόνων. Είναι η προσπάθεια να εμφανιστεί κάποιος δίκαιος, χωρίς να πιστεύει ή να επιδιώκει πραγματικά τη δικαιοσύνη.
Οι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι «κυρτωμένοι» από τους τύπους και τις παραδόσεις τους μόνον το «γράμμα» του Νόμου μπορούσαν να διακρίνουν και να θεοποιήσουν. Για τον αρχισυνάγωγο και πολλούς άλλους υποκριτές, ο «τύπος» μπαίνει πάνω από τον άνθρωπο. Όλο το ενδιαφέρον τους εξαντλείται στην τήρηση κάποιων εξωτερικών τύπων, χάνοντας έτσι την ουσία. Η ατέρμονη ταλαιπωρία της γυναίκας ήταν δευτερεύον θέμα γι’ αυτόν.
Ο Απ. Παύλος αναφέρει προς τους Χριστιανούς της Κορίνθου: «όστις και έκαμεν ημάς ικανούς να ήμεθα διάκονοι της καινής διαθήκης, ουχί του γράμματος, αλλά του πνεύματος διότι το γράμμα θανατόνει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β’ Κορινθίους Γ/3: 6). Με την αυστηρή τήρηση αυτού του τυπικισμού οι πνευματικοί ηγέτες του Ισραήλ, αντί να οδηγηθούν στο φως, παρέμεναν «τυφλοί ποιμένες», που ζούσαν στο σκοτάδι. Ο Κύριος όλους αυτούς που διέπονται από μια τέτοια νοοτροπία τους έχει προειδοποιήσει: «Αφήσατε αυτούς είναι οδηγοί τυφλοί τυφλών, τυφλός δε τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθρον θέλουσι πέσει» (Ματθαίος ΙΕ/15: 14).
Ο Κύριος υποβάλει ένα ερώτημα προς τον αρχισυνάγωγο: «Και αυτή, που είναι «θυγατέρα του Αβραάμ» δεν έπρεπε την ημέρα του Σαββάτου να λυθεί από τα δεσμά του σατανά με τα οποία ήταν δεμένη επί δέκα οκτώ χρόνια;» Ο Κύριος για να τιμήσει τούτη τη γυναίκα την αποκαλεί: «θυγατέρα του Αβραάμ», θέλοντας να δείξει ότι όχι μόνον ήταν Εβραία, απόγονος του Αβραάμ, αλλά και μια Ιουδαία γυναίκα με ειλικρινή πίστη στο Θεό. Επίσης θέλησε να διακηρύξει την ανωτερότητα της ανθρώπινης ψυχής σε σχέση με τ’ άλογα ζώα, το βόδι κλπ. Οι Ιουδαίοι έλεγαν προς τον Κύριο: «εμείς είμαστε σπέρμα του Αβραάμ» (Ιωάννης Η/8: 39) και υπερηφανεύονταν γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα ήταν προδότες του Αβραάμ, γιατί δεν ενεργούσαν σύμφωνα με τα έργα του. Γι’ αυτό και ο Κύριος τους είπε: «Σεις είσθε εκ πατρός του διαβόλου και τας επιθυμίας του πατρός σας θέλετε να πράττητε» (εδ. 44). Η γυναίκα αυτή ήταν αληθινή «θυγατέρα του Αβραάμ» γιατί είχε σεβασμό προς το Θεό. Δεν έπρεπε λοιπόν να τη βοηθήσει ο Κύριος; Έπρεπε το Σάββατο να γίνει εμπόδιο στη θεραπεία της;
Δε θα συνέβαινε καμία αντιλογία και δε θα υπήρχε κανένα απολύτως πρόβλημα, αν ο Χριστός πρόβαλε και ενεργούσε το θαύμα μέσω αυτού του ποιμένα. Τώρα δε μπορεί να δεχτεί αυτό που δεν έκανε αυτός, βάζοντας τη φήμη του πάνω από τη γιατρειά του συνανθρώπου του. Αλήθεια πόσο ολισθηρό είναι το έδαφος της θρησκευτικής ζωής, όταν στερείται την αγάπη και αρνείται το έλεος! Ο αρχισυνάγωγος είχε ζηλέψει τη δόξα που έλαβε ο Κύριος από το θαύμα της θεραπείας και θέλησε με δόλο να Τον προσβάλει και ν’ αμαυρώσει το έργο Του, έχοντας ως πρόσχημα ότι «καταλύει την ημέρα του Σαββάτου». Ενώ ο Χριστός ελευθέρωσε μια ανθρώπινη ζωή από τα δεσμά του σατανά, ο αρχισυνάγωγος Τον κατασυκοφαντούσε με το χειρότερο τρόπο. Αλήθεια πόση διαστροφή, πόσο πάθος, πόσο φθόνο, κρύβει η «απατηλή και σφόδρα διεφθαρμένη» ανθρώπινη καρδιά (Ιερεμίας ΙΖ/17: 9).
Ο άνθρωπος αυτός, ως μεγάλος τυπολάτρης, αρνείται τα οφέλη της θεραπείας. Αποβλέποντας σε τυπικές διατάξεις του Νόμου είχε την παράλογη απαίτηση η πονεμένη για δέκα οκτώ χρόνια γυναίκα ν’ αναβάλει τη θεραπεία της και να επανέλθει μια άλλη μέρα, εκτός Σαββάτου, για να θεραπευτεί. Ο ίδιος δε, ως πνευματικός ηγέτης και διδάσκαλος του Νόμου, υποτίθεται, επί δέκα οκτώ χρόνια δεν είχε δείξει κανένα ενδιαφέρον για τούτη τη γυναίκα. Καθώς βλέπει τη βλέπει μπροστά του θεραπευμένη, μένει εντελώς ασυγκίνητος. Η νίκη εναντίον του σατανά, που επέφερε ο Κύριος, δε σήμαινε τίποτε γι’ αυτόν. Γι’ αυτή την ατέρμονη υποκρισία τους ο Κύριος του αποκάλεσε: «Όφεις, γεννήματα εχιδνών· πως θέλετε φύγει από της καταδίκης της γεέννης;» (Ματθαίος ΚΓ/23: 33). Ο Κύριος ήταν κατηγορηματικός: «το σάββατον έγεινε διά τον άνθρωπον, ουχί ο άνθρωπος διά το σάββατον» (Μάρκος Β/2: 27). Το Σάββατο έγινε για τους ανθρώπους, ώστε την ημέρα αυτή ο νους τους ν’ αφιερώνεται ιδιαίτερα στο Θεό. Ο άνθρωπος αυτός «κυρτωμένος» πνευματικά δε μπορούσε να δει πως μπροστά του είχε έναν που είναι πολύ ανώτερος από το Σάββατο.
Η απάντηση που έδωσε ο Χριστός στον αρχισυνάγωγο προκάλεσε ντροπή στους εχθρούς του Κυρίου, ενώ έδωσε μεγάλη χαρά στον απλό κόσμο που παρευρίσκονταν. Χάρηκαν οι άνθρωποι, γιατί για άλλη μία φορά το «καλό» στη μάχη του με το «κακό» είχε βγει νικητής. Το φως είχε λάμψει, το σκοτάδι είχε υποχωρήσει.
Η περικοπή της συγκύπτουσας γυναίκας έχει ένα πλούσιο θεολογικό και συμβολικό περιεχόμενο. Άραγε τι συμπεράσματα θα μπορούσαμε να βγάλουμε απ’ αυτήν:
---Μόνο η Θεία Χάρη και η επαφή με το Χριστό μπορούν ν’ ανορθώσουν πνευματικά τον «κυρτωμένο» εξαιτίας της αμαρτίας άνθρωπο χαρίζοντάς του ξανά την αληθινή ελευθερία και την αξιοπρέπειά του, αποκαθιστώντας ολόκληρο το «είναι» του: «Σώμα, ψυχή, πνεύμα).
---Μας δίνεται η ευκαιρία ν’ αντιληφθούμε το Έλεος και την Αγάπη του Θεού, που υπερβαίνουν τη στείρα τυπολατρία.
---Η αξία που έχει κάθε άνθρωπος ενώπιον του Θεού.
---Το γεγονός ότι η γυναίκα δεν κατονομάζεται και παραμένει ανώνυμη επιτρέπει στην Εκκλησία να βλέπει στο πρόσωπό της κάθε άνθρωπο που υποφέρει και έχει ανάγκη για θεραπεία και αποκατάσταση.
Κλείνοντας αυτή τη μελέτη θα ήθελα ν’ απευθυνθώ σε κάθε ψυχή που αισθάνεται «αγκυλωμένη», αδύναμη και να της πω: «ο Χριστός σε καλεί να πας κοντά Του. Είναι ο μόνος που μπορεί να σε «ανορθώσει», να ενισχύσει το πνεύμα, την ψυχή και το σώμα σου, από τις αγκυλώσεις του εχθρού της ψυχής». Ας είναι δοξασμένο τ’ Όνομά Του «από του νυν και έως του αιώνος».---