Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

ΡΟΥΘ, Η ΜΩΑΒΙΤΙΣΣΑ.

    Η 8η Μαρτίου έχει θεσπιστεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε. ως

 Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. 

      Είναι μια μέρα μεγάλων κινητοποιήσεων σε όλο τον κόσμο: 

--Για τη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης των αγώνων του κινήματος των γυναικών. 
--Για την ανάδειξη και κατοχύρωση των αναφαίρετων δικαιωμάτων τους στην ισότητα, την ειρήνη, την κοινωνική δικαιοσύνη. 
--Για την αντικειμενική αξιολόγηση του γυναικείου ρόλου στην κοινωνία μας. 

     Δείχνοντας απόλυτο σεβασμό και τιμή στην ημέρα αυτή, δημοσιεύουμε στο blog giorgoskomninos.blogspot.com την ιστορία της Ρουθ, μιας γυναίκας που αγωνίστηκε, που τίμησε το Θεό με τη ζωή της και που αξιώθηκε να λάβει μεγάλες ευλογίες. 

             ΣΧΟΛΙΑ: 
       Το βιβλίο της Ρουθ αποτελεί ένα μικρό αριστούργημα ανάμεσα στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης και έρχεται να θυμίσει σε όλους μας ότι ο Θεός δεν παύει να παρατηρεί και να ενεργεί στη ζωή των ειρηνικών ανθρώπων, οι οποίοι με κάθε τρόπο παλεύουν, για ν’ αντιμετωπίσουν τα καθημερινά τους προβλήματα. Η απλή αυτή οικογενειακή ιστορία εμπεριέχει σπουδαία και ωφέλημα μαθήματα για την αγάπη που θα πρέπει να δείχνουμε ο ένας στον άλλον, την απώλεια που πολλές φορές με τραγικό τρόπο έρχεται να σημαδέψει τη ζωή μας, την πίστη που θα πρέπει να διακρίνει τη σχέση μας με το Θεό, την αφοσίωσή μας καθώς και τη στοργική καλοσύνη που θα πρέπει να δείχνουμε προς όλους τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν. Μέσα από το βιβλίο γίνεται φανερό ότι η αληθινή αγάπη, η ζωή της υπακοής στο Θεό, η καλοσύνη προς τους συνανθρώπους μας θ’ ανταμειφθούν (Εβραίους ΙΑ/11: 6). Ο Θεός απλώνει το έλεός Του στον ελεήμονα. Ο ίδιος ο Κύριος ανέφερε: «Μακάριοι οι ελεήμονες, διότι αυτοί θέλουσιν ελεηθή» (Ματθαίος Ε/5: 7). 
        Η κυριαρχία του Θεού φαίνεται καθαρά μέσα από την ιστορία της Ρουθ. Οδήγησε το κάθε της βήμα για να γίνει παιδί Του και να εκπληρώσει τα σχέδιά Του γι’ αυτήν, ώστε να συμπεριληφθεί στο γενεαλογικό δένδρο του Μεσσία και να γίνει μία πρόγονος του Ιησού Χριστού κατά σάρκα. Σε αντίθεση με την αντίληψη των Εβραίων που υπήρχε την εποχή εκείνη ότι ο Μεσσίας θα ερχόταν μόνον για τον Ισραήλ, ο συγγραφέας του βιβλίου θέλει ν’ αναδείξει τον οικουμενικό χαρακτήρα του ελέους και της εύνοιας του Θεού προς κάθε άνθρωπο έξω από τα στενά όρια του Ισραήλ. 
    Ο Θεός δεν ενεργεί με κριτήρια θρησκευτικά, εθνικά, ανθρώπινα ή άλλο τι. Αντίθετα προς όλα αυτά δέχεται τον κάθε άνθρωπο χωρίς να κάνει καμία διάκριση. Ο Απ. Παύλος στην επιστολή «προς Γαλάτας» (Γ/3: 28) τονίζει: «Δεν είναι πλέον Ιουδαίος ουδέ Έλλην, δεν είναι δούλος ουδέ ελεύθερος, δεν είναι άρσεν και θήλυ διότι πάντες σεις είσθε εις εν Χριστώ Ιησού». Στη βασιλεία του Χριστού δε θα υπάρχουν διαφορές, εθνικότητας, τάξεως, φύλου κλπ. Ο Θεός «θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι, και να έρθουν στην επίγνωση της αλήθειας» (Α’ Τιμοθέου Β/2: 4). Ο Κύριος ήταν κατηγορηματικός προς τον Απ. Πέτρο: «Εκείνα που ο Θεός καθάρισε, εσύ να μην τα θεωρείς ακάθαρτα» (Πράξεις Ι/10: 15). Αυτό θα πρέπει και σήμερα να είναι το μήνυμα της Εκκλησίας του Χριστού. Η αγκαλιά του Χριστού είναι ανοικτή προς όλους και δέχεται κάθε μετανοούντα αμαρτωλό. 
        Το βιβλίο της Ρουθ παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και από φιλολογικής, αλλά και από θεολογικής άποψης. Πέραν αυτών με ανάγλυφο τρόπο προβάλλεται η αγάπη για την οικογένεια, για το συνάνθρωπο, στοιχεία που θα πρέπει να διακρίνουν τη ζωή κάθε πιστού ανθρώπου. 
        Το εν λόγω σύγγραμμα πιθανότατα γράφτηκε από τον προφήτη Σαμουήλ και εκτός από τα παραπάνω ηθικά διδάγματα που μας προσφέρει, μας παρουσιάζει και έναν έξοχο τύπο του Χριστού, του στενού μας συγγενή μας, που μας «έλαβε προς Αυτόν» και μας αποκατέστησε στην οικογένεια του Θεού. Η εγγραφή του βιβλίου τοποθετείται στην εποχή των «Κριτών» και ιδιαίτερα σ’ αυτήν του Γεδεών ή του Ιεφθάε, περίπου 1.200 χρόνια προ Χριστού. 

       Α/1: 1,2). Στο βιβλίο γίνεται λόγος για μια οικογένεια Εβραίων που ζούσε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας και η οποία αποτελείτο από τους γονείς, που ήταν Ελιμέλεχ και η Ναομί και από τους δύο γιούς τους, τον Μαχλών και τον Χιλιών. Η περίοδος των «Κριτών» (1380 – 1045 π.Χ.) υπήρξε μια εποχή μεγάλης ηθικής και πνευματικής κατάπτωσης του λαού Ισραήλ. Ο τόπος κατά την περίοδο αυτή μαστιζόταν από πείνα, ανέχεια, δυστυχία ως αποτέλεσμα των συχνών επιθέσεων των Μαδιανιτών αλλά κυρίως της ανυπακοής των ανθρώπων στο θέλημα του Θεού, καθώς εκείνο τον καιρό καθένας έκανε εκείνο το οποίο ο ίδιος θεωρούσε σωστό. Ο Λόγος του Θεού σημειώνει: «ἕκαστος ἔπραττε τὸ ἀρεστὸν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὑτοῦ» (Κριταί ΚΑ/21: 25). 
        Στο βιβλίο του «Δευτερονομίου» (ΚΗ/28: 47, 48), αναφέρεται: «Επειδή, δεν λάτρευσες τον Κύριο τον Θεό σου με ευφροσύνη, και με αγαθότητα καρδιάς, εξαιτίας τής αφθονίας όλων των αγαθών γι' αυτό, θα γίνεις δούλος των εχθρών σου, που ο Κύριος θα στείλει εναντίον σου, με πείνα, και με δίψα, και με γύμνια, και με έλλειψη των πάντων και θα βάλει επάνω στον τράχηλό σου σιδερένιον ζυγό, μέχρις ότου σε εξολοθρεύσει»
    Η οικογένεια του Ελιμέλεχ μπροστά στη δύσκολη κατάσταση που αντιμετώπιζε λόγω του γενικευμένου λιμού στη χώρα έλαβε μία πολύ κρίσιμη και σημαντική απόφαση. Πριν πάρουμε μια δύσκολη απόφαση, σημαντική, καθοριστική για τη ζωή μας θα πρέπει να ζητάμε την καθοδήγηση και την προστασία του Θεού. Στο βιβλίο των «Παροιμιών» (ΙΣ/16: 25 & ΙΔ/14: 12), αναφέρεται: «Υπάρχει οδός ήτις φαίνεται ορθή εις τον άνθρωπον, αλλά τα τέλη αυτής είναι οδοί θανάτου». Πολλές φορές ενεργούμε μόνοι μας και όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά δε διστάζουμε να αποδώσουμε την ευθύνη στο Θεό. 
     Η απόφαση την οποία έλαβε η οικογένεια αυτή ήταν να εγκαταλείψουν τη «γη της Επαγγελίας», τη γη των υποσχέσεων του Θεού (Έξοδος Γ/3: 8) και να πάνε να ζήσουν στη γη Μωάβ, αναζητώντας μια καλύτερη πιο εύπορη ζωή, μία ειδωλολατρική περιοχή ΝΑ της Νεκράς Θάλασσας. Η απόφασή τους αυτή ήταν αντίθετη με τις οδηγίες του Θεού προς το λαό Του (Δευτερονόμιο ΚΓ/23: 3-6). Θα ήταν πολύ καλύτερα γι’ αυτούς να έμεναν στον τόπο τους και να εμπιστεύονταν το Θεό, παρά που μετανάστευσαν σε μια ξένη ειδωλολατρική χώρα. Οι Μωαβίτες παρ’ ότι ήταν απόγονοι του Λωτ, ανιψιού του Αβραάμ και συγγένευαν με τους Ισραηλίτες (Γένεση ΙΘ/19: 30-38) γενικώς εκδήλωναν μεγάλη εχθρότητα απέναντι στο λαό Ισραήλ. 
        Α/1: 3-6. Στην «ξένη γη» όπου εγκαταστάθηκε η οικογένεια, πέθανε ο Ελιμέλεχ και οι γιοί του παντρεύτηκαν γυναίκες Μωαβίτισσες. Ο Μαλχών παντρεύτηκε τη Ρουθ (Δ/4: 10), ενώ ο Χιλιών παντρεύτηκε την Ορφά. Ο Θεός είχε απαγορεύσει στους Εβραίους να παντρεύονται γυναίκες από τον ειδωλολατρικό κόσμο (Δευτερονόμιο Ζ/7: 3,4). Το θέμα δεν ήταν ρατσιστικό, αλλά ήταν καθαρά πνευματικό, γιατί η ειδωλολάτρισσα γυναίκα ή άνδρας θα τους παρέσυρε στην προσκύνηση των ειδώλων και αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα την απομάκρυνσή τους από τη λατρεία του μόνου Αληθινού Θεού. Τα δύο αυτά ζευγάρια δεν έκαναν παιδιά και ύστερα από δέκα χρόνια πέθαναν και οι σύζυγοι, αφήνοντας μόνες τη χήρα Ναομί με τις δύο αλλοδαπές νύφες της Ορφά και Ρουθ. Τι τραγική ιστορία! Πόσες φορές στην ξένη γη η Ναομί θα σκέφτηκε, πόσο μεγάλο λάθος κάνανε που άφησαν την πατρίδα τους και ήρθαν στη γη Μωάβ! 
        Επιστροφή στη Βηθλεέμ. 
       Α: 7-17. Όταν η Ναομί πληροφορήθηκε ότι στην περιοχή της φυλής Ιούδα η πείνα έχει περάσει και πλέον υπήρχε επάρκεια τροφής, έλαβε την απόφαση να επιστρέψει στην πατρίδα της. Μαζί της ξεκίνησαν και οι δύο νύφες της. Η Ναομί με αγάπη και ενδιαφέρον γι’ αυτές τις προέτρεψε να γυρίσουν στα σπίτια τους στη γη Μωάβ, υπενθυμίζοντάς τους ότι δεν είχε άλλους γιούς να τους δώσει για συζύγους. 
      Μετά απ’ αυτά η Ορφά αποχαιρέτησε την πεθερά της και επέστρεψε στην οικογένειά της (εδ. 14). Ήταν μια γυναίκα με καλά αισθήματα για τα οποία η πεθερά της την επαίνεσε με τα λόγια: «κάνατε έλεος στους αποθανόντες και σε μένα» (Α: 8β). Μετά το θάνατο του συζύγου της έμεινε κοντά στην πεθερά της, μέχρις ότου αυτή την αποδέσμευσε: «είσαι ελεύθερη να επιστρέψεις στη μητέρα σου». Οι δύο νύφες είχαν γνωρίσει από την πεθερά τους για τον αληθινό Θεό. Μετά απ’ αυτά η Ορφά γύρισε στη μητέρα της. Ίσως να ξαναπαντρεύτηκε, να έκανε παιδιά, να τα μεγάλωσε και καθώς τα χρόνια πέρασαν έφτασε σε μια ηλικία και πέθανε. Ίσως να ξέχασε και τον Αληθινό Θεό, για τον οποίο είχε ακούσει από τα πεθερικά της. Σίγουρα με την επιλογή της αυτή έχασε μεγάλες πνευματικές ευλογίες στη ζωή της. 
        Η Ναομί στρέφεται προς τη Ρουθ και της λέει: «Η Ορφά έφυγε, πήγαινε και συ στους δικούς σου ανθρώπους». Η απάντηση της Ρουθ ήταν: «Μην προσπαθήσεις να με κάνεις να σε αφήσω. Άσε με να έρθω μαζί σου. Όπου πας εσύ θα πάω κι εγώ. Ο λαός σου θα είναι λαός μου και ο Θεός σου θα είναι Θεός μου. Όπου πεθάνεις εσύ θα πεθάνω και εγώ και εκεί θα θαφτώ». Ο Θεός θέλει την απόλυτη αφοσίωσή μας σ’ Αυτόν. Η Ρουθ αποτελεί πρότυπο πιστού ανθρώπου που μένει προσηλωμένος στις αρχές του, που διακρίνεται για την ακλόνητη πίστη του στο Θεό και τις υποσχέσεις Του. 
      Έτσι λοιπόν η Ρουθ έλαβε σταθερή απόφαση να μείνει κοντά στην πεθερά της παρά τις προσπάθειες αυτής να την αποθαρρύνει και παρά το γεγονός ότι γνώριζε πως αυτή η απόφασή της δεν ήταν εύκολη, καθώς δε γνώριζε πού πηγαίνει, δεν ήξερε τους συγγενείς της πεθεράς της, ακόμα δε γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες για τη νέα πίστη της. Οι συνθήκες της ζωής της ήταν πολύ δύσκολες, αφού είχε μπροστά της ν’ αντιμετωπίσει σκληρή δουλειά και φτώχεια, καθώς δεν είχαν κάποιον άντρα για να τις φροντίσει. Πέραν όλων αυτών είχε ν’ αντιμετωπίσει και τον αποχωρισμό από το σπίτι της, τη συγγένειά της και τους αγαπημένους της ανθρώπους. Έτσι λοιπόν ακολουθεί την πεθερά της δείχνοντας ενδιαφέρον γι’ αυτήν και έχοντας επιθυμία να γνωρίσει καλύτερα το Θεό που λατρεύει η πεθερά της η Ναομί. Η πορεία της ζωής της Ρουθ αποτελεί την εικόνα όλων εκείνων των ανθρώπων που άφησαν πίσω την παλιά τους ζωή, που ήταν μακριά από το Θεό, ακολουθώντας ένα νέο δρόμο, πίστης και οσιότητας. Όλους εκείνους τους ανθρώπους που έλαβαν αμετάκλητη απόφαση στη ζωή τους να εμπιστευθούν το Θεό και τη δύναμή Του. 
        Α: 18-22. Κατά Θεία συγκυρία, όταν η Ναομί και η Ρουθ έφτασαν στη Βηθλεέμ, οι κάτοικοι της περιοχής είχαν αρχίσει να θερίζουν κριθάρι, καθώς ήταν η εποχή των πρώτων καρπών της συγκομιδής. Ολόκληρη η πόλη αναστατώθηκε, όταν είδαν ξανά τη χήρα Ναομί και τη χαιρέτισαν εγκάρδια με τ’ όνομά της. Εκείνη με δάκρυα στα μάτια τους απάντησε: «Μη με λέτε πιά Ναομί (ευτυχία) αλλά να με φωνάζετε Μαρά (πίκρα), γιατί ο Παντοδύναμος με πίκρανε, μου έστειλε τόσες θλίψει και με ταπείνωσε αφάνταστα». Η Ναομί παρατηρώντας τα θλιβερά γεγονότα που συνέβησαν στη ζωή της τα βάζει με το Θεό θεωρώντας ότι την τιμώρησε. Όμως δε φταίει ο Θεός, όλα αυτά που συνέβησαν ήταν αποτέλεσμα λανθασμένων αποφάσεων της ίδιας. Δεν έφταιγε ο λεγόμενος «άσωτος υιός» για την κατάντια του. Αιτία όλων όσων κακών συνέβησαν στη ζωή του ήταν μία λανθασμένη απόφασή του: «Να εγκαταλείψει το σπίτι του πατέρα». Παρ’ όλα αυτά η Ναομί φαίνεται να μη χάνει την πίστη της και να μην εγκαταλείπει το Θεό. Αναμφισβήτητα είναι αυτή που ενέπνευσε στη Ρουθ την αληθινή πίστη. 
        Η Ναομί είχε φύγει μακριά από το λαό της με ολόκληρη την οικογένειά της δηλ. το σύζυγό της και τους δύο γιούς της και τώρα επιστρέφει πίσω μόνη, χήρα και άτεκνη. Ίσως το πιο τραγικό της υπόθεσης να είναι, όταν διαπίστωσε ότι κανένας από τους συγχωριανούς της δεν είχε πεθάνει από την πείνα. Για ό,τι συνέβη στη ζωή της ασφαλώς και δεν ευθύνεται ο Θεός. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να κάνει τις επιλογές του, όμως θα πρέπει να είναι έτοιμος να υποστεί τις συνέπειες των επιλογών του. 
    Όταν επιλέξουμε να κατευθυνθούμε σε μονοπάτια πτώσης και απομάκρυνσης από το Θεό, όταν παίρνουμε άσοφες αποφάσεις στη ζωή μας, αναπόφευκτα θα υποστούμε τις συνέπειες των επιλογών μας και πολλές φορές την παιδαγωγική του Θεού. Μοιραία θα βρεθούμε άδειοι, ηττημένοι, προσβεβλημένοι, όπως επέστρεψε στον Πατέρα του ο νεότερος υιό της παραβολής του «ασώτου» (Λουκάς ΙΕ/15: 11-32). Όταν ο Θεός επιτρέπει δοκιμασίες στη ζωή μας, θέλει κάτι να μας διδάξει, να μας προβληματίσει, να μας διαπαιδαγωγήσει και να μας αφυπνίσει. Ας μη ξεχνάμε ποτέ ότι «ο Θεός είναι αγάπη» (Α’ Ιωάννου Δ/4: 8) και δεν προξενεί κακό σε κανένα (Ιακώβου Α/1: 14). Όταν η Ναομί πήρε την ευλογημένη απόφαση να επιστρέψει στο Θεό και στο λαό Του, όλα άλλαξαν και έγιναν πολύ καλύτερα στη ζωή της. 
    Κεφάλαιο Β’. 
    Η Ρουθ στα χωράφια του Βοόζ
    Β: 1-3. Καθώς επέστρεψαν στη Βηθλεέμ η Ναομί με τη Ρουθ δεν είχαν τίποτα απολύτως για να ζήσουν. Ο Θεός ποτέ δε μένει απόμακρος και πάντα δείχνει ενδιαφέρον για τη ζωή του πιστού ανθρώπου. Πάντα ενεργεί με θαυμαστό τρόπο επιφέροντας εξαιρετικά αποτελέσματα που πάρα πολλές φορές είναι «πάνω από εκείνα τα οποία εμείς ζητούμε ή νοούμε» (Εφεσίους Γ/3: 20). Η Ρουθ κάτω απ’ αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες αποφάσισε να εργαστεί για να εξασφαλίσει ένα κομμάτι ψωμί για την ίδια και για την πεθερά της. Μια φτωχή χήρα γυναίκα και μάλιστα Μωαβίτισσα (ειδωλολάτρισσα) πού να βρει δουλειά και τι να κάνει; Το μάτι του Θεού, που τα βλέπει όλα, την παρακολουθεί και την κατευθύνει. Είναι βέβαιο ότι Αυτός θα ενεργήσει για όλα μέσα στη ζωή της και μέσα στη ζωή κάθε δικού Του παιδιού. 
    Ο Νόμος που είχε δώσει ο Θεός στο λαό Του, τον Ισραήλ, περιείχε μια στοργική διάταξη για τους φτωχούς, τα ορφανά και τις χήρες, προκειμένου να συντηρηθούν και να μην πεθάνουν από πείνα. Επιτρεπόταν σ’ αυτούς να πηγαίνουν στους αγρούς κατά το θερισμό και ν’ ακολουθούν τους θεριστές, σταχυολογώντας ό,τι απέμενε, καθώς και ό,τι φύτρωνε στις άκρες και στις γωνίες των αγρών (Λευιτικό ΙΘ/19: 9,10 & ΚΓ/23: 22 – Δευτερονόμιο ΚΔ/24: 19-21). 
    Η Ρουθ παρότι είχε από το Νόμο το δικαίωμα να σταχολογήσει ζήτησε και έλαβε άδεια πριν κάνει αυτό. Έτσι λοιπόν πήγε σ’ ένα χωράφι που υπήρχε κριθάρι για να μαζέψει λίγα από τα στάχια που έμεναν, για να πάει σπίτι της να φτιάξει λίγο αλεύρι να φάνε. Η πρόνοια του Θεού που έχει αιώνια και αγαθά σχέδια για τον κάθε άνθρωπο την οδήγησε σ’ ένα χωράφι που ανήκε σε κάποιον μεγαλοκτηματία που ονομαζόταν Βοόζ, «άνθρωπος δυνατός εν ισχύ» (εδ. 1). Ο άνθρωπος αυτός ήταν συγγενής της από την πλευρά του νεκρού πεθερού της. Πρόκειται για έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν πιστός, που σεβόταν και υπολόγιζε το Θεό στη ζωή του. 
    Β: 4-12. Καθώς ο Βοόζ είδε τη γυναίκα να σταχυολογεί στο κτήμα του ρώτησε να μάθει ποια είναι. Όταν έμαθε πως ήταν η νύφη της Ναομί την προσκάλεσε γενναιόδωρα να συνεχίσει να σταχυολογεί στα χωράφια του και να πίνει από νερό που ήταν για τους εργάτες του. Ο Βοόζ γνώριζε για την καλοσύνη που είχε δείξει η Ρουθ στην πεθερά της τη Ναομί καθώς και ότι είχε ασπαστεί την πίστη των Εβραίων και εξέφρασε γι’ αυτήν μια μικρή ευχή εκτιμώντας την πιστότητά της και την ανιδιοτέλειά της: «Ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, ν’ ανταμείψει την πράξη σου και να σου το ξεπληρώσει στο ακέραιο, που ήρθες κάτω απ’ τα φτερά Του να σκεπαστείς» (εδ. 12). Η Ρουθ απόρησε με τη συμπεριφορά αυτού του ανθρώπου, που, ενώ ήταν Εβραίος, έδειξε τόσο μεγάλη εύνοια σε μια γυναίκα που δεν της άξιζε το ενδιαφέρον του, γιατί ήταν εθνική. Ήταν έξω από το λαό Ισραήλ «απηλλοτριωμένοι από της πολιτείας του Ισραήλ και ξένοι των διαθηκών της επαγγελίας, ελπίδα μη έχοντες και όντες εν τω κόσμω χωρίς Θεού» (Εφεσίους Β/2: 12). 
    Β: 13-16. Ο Βοόζ είχε τόσο πολύ εντυπωσιαστεί με τη συμπεριφορά της Ρουθ που την κάλεσε να φάει με τους εργάτες του και έδωσε οδηγίες στους θεριστές του ν’ αφήνουν επίτηδες γι’ αυτή επιπλέον στάχυα (εδ. 15,16). Η Ρουθ όχι μόνον βρήκε δουλειά αλλά ο μεγαλοκτηματίας Βοόζ την έφερε δίπλα του μαζί με τους άλλους εργάτες, έφαγαν το ίδιο ψωμί στο ίδιο τραπέζι και έγινε συνεργάτης του μεγάλου αφεντικού. Ο Δαβίδ στον «Ψαλμό» (ΛΖ/37, εδ. 25) κάνει μια συνταρακτική ομολογία: «Νέος ήμην και ήδη εγήρασα, και δεν είδον δίκαιον εγκαταλελειμμένον ουδέ το σπέρμα αυτού ζητούν άρτον». 
    Β: 17. Στο τέλος της ημέρας η Ρουθ κοπάνισε τα στάχυα που είχε μαζέψει και γέμισε ένα μεγάλο σακί με κριθάρι. Στο πρόσωπο του Βοόζ βλέπουμε πολλές από τις αρετές του Χριστού, καθώς ήταν ένας άνθρωπος με πολύ πλούτο (εδ. 1), ήταν σπλαχνικός προς τον ξένο, γνώριζε τα πάντα για τη Ρουθ, πριν ακόμα τη συναντήσει (εδ. 11), βοήθησε τη Ρουθ με αγάπη και με κάθε τρόπο φρόντισε γι’ αυτήν. Σ’ όλες αυτές τις πράξεις ελέους, ευσπλαχνίας, βλέπουμε μια προεικόνιση του Κυρίου Ιησού Χριστού, που έγινε συγγενής μας δείχνοντας το έλεός Του για όλους εμάς. 
    Β: 18-23. Όταν η Ρουθ έφερε στο σπίτι τα στάχυα διηγήθηκε στη Ναομί όλα όσα είχαν συμβεί σ’ αυτήν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η σοφή ηλικιωμένη γυναίκα κατάλαβε την εύνοια του Κυρίου για τη Ρουθ και τα σχέδια που είχε για τη γυναίκα αυτή. Γνώριζε ότι ο Βοόζ ήταν στενός συγγενής του νεκρού συζύγου της και αισθανόταν ότι ο Κύριος επρόκειτο να εργαστεί με τρόπο θαυμαστό τόσο για τη Ρουθ, όσο και για εκείνη. 
    Μπορεί στο βιβλίο κύρια να γίνεται λόγος για τη Ρουθ, όμως η όλη συμπεριφορά της Ναομί δε θα πρέπει να καταφρονηθεί, γιατί πρόκειται για ένα πρόσωπο κλειδί που κινεί τα νήματα πότε στο προσκήνιο και πότε στο παρασκήνιο. Υπήρξε σωστή για τους εξής λόγους:
    --Δεν υποχρέωσε τη Ρουθ να πάει μαζί της στη Βηθλεέμ. 
    --Ενδιαφέρθηκε και της βρίσκει εργασία. 
    --Την ενθάρρυνε να εργαστεί στο χωράφι του συγγενή της, του Βοόζ. 
    --Τη συμβουλεύει να ζητήσει την προστασία του Βοόζ με απώτερο σκοπό ν’ απο-κατασταθεί σαν σύζυγός του, χωρίς να σκέπτεται το δικό της μέλλον. 
    --Όταν η Ρουθ γέννησε ανέλαβε την ανατροφή του παιδιού. 
    Κεφάλαιο Γ. 
    Γ: 1-5. Η Ναομί αγωνιούσε για το μέλλον της Ρουθ επιθυμώντας να βρει έναν σύζυγο και ένα σπίτι για να μένει. Έτσι παραιτήθηκε από το δικό της δικαίωμα στο γάμο και στην ιδιοκτησία την οποία είχε και αντ’ αυτού συμβούλευσε τη Ρουθ να πάει ένα βράδυ στο αλώνι, όταν ο Βοόζ θα πήγαινε να λιχνίσει το κριθάρι. Ουσιαστικά τη συμβούλευσε να πάει και να προτείνει στον Βοόζ να την παντρευτεί (εδ. 4). 
    Γ: 6,7. Όταν ο Βοόζ τελείωσε τη δουλειά του γευμάτισε και αποσύρθηκε ν’ αναπαυθεί, η Ρουθ πήγε κρυφά και πλάγιασε κάτω από μια άκρη της κουβέρτας του δίπλα στα πόδια του. Αυτό μπορεί να φαίνεται αφύσικο για τα δικά μας δεδομένα, όμως ήταν αποδεκτό έθιμο εκείνης της εποχής (Ιεζεκιήλ ΙΣ/16: 8). 
    Γ: 8-11. Ο Βοόζ ξυπνώντας γύρω στα μεσάνυχτα βρήκε τη Ρουθ στα πόδια του. Αντί να την επιπλήξει, την ευλόγησε. Η τιμιότητα και η καθαρότητα της ζωής του Βοόζ φαίνεται μέσα από τα λόγια του προς αυτήν: «Και τώρα, θυγατέρα, μη φοβάσαι θα κάνω σε σένα ό,τι πεις επειδή, ολόκληρη η πόλη τού λαού μου ξέρει ότι είσαι ενάρετη γυναίκα» (εδ. 11). Εκείνη του ζήτησε να ενεργήσει ως ο πλησιέστερος συγγενής της και να την αποκαταστήσει. Ο Βοόζ την επαίνεσε που ήρθε να βρει καταφύγιο κοντά στον Αληθινό Θεό του Ισραήλ και δεν ήταν δυνατόν ν’ αρνηθεί κάτι το οποίο ήταν σύμφωνο με τους νόμους του Θεού. Την επαίνεσε επίσης για την πιστότητά της λέγοντας ότι η τελευταία πράξη της, δηλ. η αφοσίωσή της σ’ αυτόν, ήταν πολύ καλύτερη από την πρώτη στην οποία είχε αφήσει το σπίτι της και την οικογένειά της για να ζήσει με τη Ναομί την πεθερά της. 
    Σύμφωνα με το Μωσαϊκό Νόμο, όταν ένας άνδρας πέθαινε άτεκνος, έπρεπε να παντρευτεί τη χήρα ο πλησιέστερος συγγενής (Δευτερονόμιο ΚΕ/25: 5-10), διαιωνίζοντας έτσι το οικογενειακό όνομα και διατηρώντας το κληρονομικό μερίδιο στην οικογένεια. Ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, όταν ένας άνθρωπος πέθαινε χωρίς γιο, κάποιος να παντρευτεί τη χήρα του, με την προοπτική να γεννηθεί ένας γιος και να διαιωνιστεί τ’ όνομά του. Σημειωτέων ο γιος που θα γεννιόταν θα έπαιρνε το όνομα του πρώτου συζύγου και όχι εκείνο του φυσικού του πατέρα. Η Ρουθ είχε μείνει άτεκνη και από τη στιγμή που ο Βοόζ ήταν συγγενής του Ελιμέλεχ, ήταν κατάλληλος να την παντρευτεί. 
    Γ: 12,13. Την ανάγκη της Ρουθ ήρθε πρόθυμα ν’ αντιμετωπίσει και να θεραπεύσει ο «στενός συγγενής» της ο Βοόζ. Εικόνα του Χριστού και τούτη που έρχεται να σώσει τον αμαρτωλό άνθρωπο από την καταστροφή και τον αιώνιο θάνατο, αφού πρώτα έγινε Αυτός ο «στενός συγγενής» μας, πλήρωσε για μας πάνω στο σταυρό και μας εξαγόρασε από την κατάρα του Νόμου. «Ο Χριστός εξηγόρασεν ημάς εκ της κατάρας του νόμου, γενόμενος κατάρα υπέρ ημών διότι είναι γεγραμμένον Επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου» (Γαλάτας Γ/3: 13). Στην ιστορία μας, για να ολοκληρωθούν όλα αυτά, υπήρχε μία νομική δυσκολία, καθώς ήταν ένας πιο κοντινός συγγενής από τον Βοόζ, ο οποίος και προηγείτο στο γάμο. Εάν αυτός ο πιο κοντινός συγγενής δεν επιθυμούσε να πράξει σύμφωνα με το Νόμο και να νυμφευθεί τη συγγενή του, τότε την υποχρέωση αυτή θα την αναλάμβανε ο Βοόζ, ο οποίος ήταν ο επόμενος στενός συγγενής. 
    Γ: 14-18. Η Ρουθ έμεινε στα πόδια του Βοόζ μέχρι λίγο πριν να φέξει. Ο Βοόζ γέμισε την κάπα της με έξι γαβάθες κριθάρι δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τη βαθιά του αγάπη για εκείνη και για την πεθερά της, τη Ναομί. Η Ρουθ ήταν μια εκλεκτή γυναίκα, πραγματικά άξια της καλοσύνης του Βοόζ. Εμείς όμως είμαστε ανάξιοι, αμαρτωλοί, ωστόσο ο Κύριος άπλωσε το σκέπασμά Του πάνω μας και μας δέχτηκε όπως ήμασταν. Μας χάρισε τα δώρα του και μας ενθάρρυνε με την υπόσχεσή του ότι θα επιστρέψει για να μας παραλάβει, για να είμαστε και εμείς εκεί που είναι Αυτός (Ιωάννης ΙΔ/14: 3). Όταν η Ναομί άκουσε όλα όσα είχαν συμβεί, είπε στη Ρουθ να παραμείνει ήσυχη και να περιμένει την έκβαση των γεγονότων.  
      Αποκατάσταση από τον Βοόζ. 
      Κεφάλαιο Δ. 
    Δ: 1-6. Το πρωί ο Βοόζ πήγε στην πύλη της πόλης, που κάθονταν οι πρεσβύτεροι και διευθετούσαν διάφορα επιχειρηματικά και νομικά θέματα. Συνέβη τότε να περάσει από εκεί ο στενός συγγενής της Ρουθ. Ο Βοόζ τον κάλεσε να σταθεί για λίγο και μπροστά σε δέκα πρεσβυτέρους της πόλης και του ανέφερε την ιστορία της Ναομί και της Ρουθ. Έπειτα έδωσε στο στενό συγγενή την ευκαιρία ν’ αγοράσει το χωράφι που ανήκε στον Ελιμέλεχ, το οποίο πιθανώς είχε δεσμευθεί όταν ο Ελιμέλεχ έφυγε και πήγε στη Μωάβ. Μέχρι σ’ αυτό το σημείο ο ανώνυμος συγγενής ήταν πρόθυμος ωστόσο, όταν ο Βοόζ του είπε πως όποιος θ’ αγόραζε το χωράφι θα έπρεπε επίσης να παντρευτεί τη Ρουθ, τη Μωαβίτισσα, έκανε πίσω μη θέλοντας να διακινδυνεύσει την κληρονομιά της οικογένειάς του, εντάσσοντας σ’ αυτήν κάποια άγνωστη γυναίκα χήρα. Η άρνηση του στενού συγγενή έλυνε τα χέρια του Βοόζ που ήταν ο επόμενος στη σειρά για να παντρευτεί τη Ρουθ. 
    Δ: 7, 8. Εκείνη την εποχή όλες οι συναλλαγές που αφορούσαν την εξαγορά και την ανταλλαγή επιβεβαιώνονταν καθώς ο ένας απ’ τους δύο έλυνε το σανδάλι του και το έδινε στον άλλο. Στην ουσία ο νόμος καθόριζε ότι η χήρα θα έπρεπε να βγάλει το σανδάλι του συγγενή που αρνιόταν να την παντρευτεί και να τον φτύσει στο πρόσωπο (Δευτερονόμιο ΚΕ/25: 9). Σ’ αυτήν την περίπτωση εδώ ο κοντινός συγγενής απλά έλυσε το σανδάλι του και το έδωσε στον Βοόζ. 
    Δ: 9-12. Μόλις ο Βοόζ πήρε το σανδάλι, ανακοίνωσε ότι θα εξαγοράσει τη περιουσία του Ελιμέλεχ και θα παντρευτεί τη Ρουθ τη Μωαβίτισσα. Το πλήθος ευλόγησε το Βοόζ, ευχόμενο σ’ αυτόν τόσους απογόνους σαν τη Ραχήλ και σαν την αδελφή της τη Λεία, οι οποίες οικοδόμησαν τον «οίκο Ισραήλ». Η εξαγορά της Ρουθ δεν ήταν σύμφωνη με το Νόμο, αφού αυτή ήταν ξένη Μωαβίτισσα και δεν επιτρεπόταν να μπει στη Συναγωγή του Ισραήλ (Δευτερονόμιο ΚΓ/23: 3-6). Ωστόσο ο Βοόζ δείχνει χάρη στη γυναίκα αυτή και την παντρεύεται. Κανένας άνθρωπος δε θα έπρεπε να σωθεί «επειδή πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμαίους Γ/3: 23), ο Θεός όμως δίνει χάρη στον αμαρτωλό που θα μετανοήσει και τον σώζει. «κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι διά της πίστεως και τούτο δεν είναι από σας, Θεού το δώρον» (Εφεσίους Β/2: 8). 
      Ο Ωβήδ πρόγονος του Δαβίδ. 
    Δ: 13-16. Ο Βοόζ παντρεύτηκε τη Ρουθ και εκείνη γέννησε γιο, ο οποίος ονομάστηκε Οβήδ (υπηρέτης). Οι γυναίκες της περιοχής μακάριζαν τη Ναομί για τη νύφη της η οποία στάθηκε γι’ αυτήν «καλύτερη από επτά γιους» (εδ. 15). Η Ναομί πήρε το παιδί σαν δικό της και ανέλαβε την υποχρέωση της ανατροφής του. Το έλεος του Θεού είναι μεγάλο και οι βουλές Του ανεξιχνίαστες (Ρωμαίους ΙΑ/11: 3). Η πρόνοια του Θεού είναι ξεκάθαρη. Μετά από τόσο αγώνα, πένθος, πείνα, φτώχεια, ντροπή, μοναξιά, απώλεια ο Θεός χάρισε στη Ναομί μέσω της νύφης της Ρουθ μεγάλες, όμορφες, ευλογημένες ημέρες. Ο Θεός διαμορφώνει τα γεγονότα και επουλώνει πληγές, έτσι ώστε η κάθε κρίση να καταλήξει για τον πιστό άνθρωπο σ’ ένα μεγάλο θρίαμβο. Αυτό ακριβώς που συνέβη και στη ζωή του πολύπαθου Ιώβ. 
    Η Ρούθ, αν και Μωαβίτισσα, μπήκε στο γενεαλογικό δένδρο του Χριστού, όπως ακριβώς και η Ραάβ, η πόρνη, που ήταν η μητέρα του Βοόζ (Ματθαίος Α/1: 5). Πρόκειται για μία προεικόνιση της παγκόσμιας οικογένειας, της Εκκλησίας του Χριστού, στην οποία δεν υπάρχουν κριτήρια καταγωγής ή διαδοχής και στην οποία θα συμμετέχουν και τα έθνη. Στον ουρανό οι λυτρωμένοι θα ψάλλουν μια καινούργια ωδή λέγοντας: «Άξιος είσαι να πάρεις το βιβλίο, και να ανοίξεις τις σφραγίδες του επειδή, σφάχτηκες, και μας αγόρασες στον Θεό με το αίμα σου, από κάθε φυλή και γλώσσα και λαό και έθνος» (Αποκάλυψη Ε/5: 9). 
    Δ: 17-22. Από τον Βοόζ και τη Ρουθ γεννήθηκε ο Ωβήδ. Από τον Ωβήδ γεννήθηκε ο Ιεσσαί και από τον Ιεσσαί γεννήθηκε ο βασιλιάς Δαβίδ. Από τη γενιά του βασιλιά Δαβίδ γεννήθηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός «κατά σάρκα» δηλ. ως άνθρωπος (Ρωμαίους Θ/9: 5). Ο Θεός αξίωσε η Μωαβίτισσα Ρουθ να είναι ανάμεσα στους προγόνους του Χριστού, ο οποίος ήρθε στον κόσμο και έγινε «συγγενής μας» για να μας εξαγοράσει με το πολύτιμό Του αίμα από την αμαρτία και τον αιώνιο θάνατο. ---


                                                ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΡΟΥΘ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'.
1 ΚΑΙ στις ημέρες κατά τις οποίες έκριναν οι κριτές, έγινε πείνα στη γη. Και ένας άνθρωπος από τη Βηθλεέμ-Ιούδα πήγε να παροικήσει στη γη τού Μωάβ, αυτός, η γυναίκα του, και οι δύο γιοι του.
2 Το δε όνομα του ανθρώπου ήταν Ελιμέλεχ, και το όνομα της γυναίκας του ήταν Ναομί, και το όνομα των δύο γιων του Μααλών και Χελαιών, Εφραθαίοι, από τη Βηθλεέμ-Ιούδα. Και ήρθαν στη γη τού Μωάβ, και ήσαν εκεί.
3 Και ο Ελιμέλεχ, ο άνδρας τής Ναομί, πέθανε· και απέμεινε αυτή και οι δύο γιοι της.
4 Και αυτοί πήραν για τον εαυτό τους γυναίκες Μωαβίτισσες· το όνομα της μιας ήταν Ορφά, και το όνομα της άλλης Ρουθ· και κατοίκησαν εκεί δέκα χρόνια.
5 Πέθαναν, όμως, και οι δύο, ο Μααλών και ο Χελαιών· και η γυναίκα στερήθηκε τους δύο γιους της, και τον άνδρα της.
6 Τότε, σηκώθηκε αυτή και οι νύφες της, και επέστρεψαν από τη γη τού Μωάβ· επειδή, άκουσε στη γη τού Μωάβ ότι, ο Κύριος επισκέφθηκε τον λαό του, δίνοντάς τους ψωμί.
7 Και βγήκε από τον τόπο όπου βρισκόταν, και οι δύο νύφες της μαζί της· και πορεύονταν τον δρόμο για να επιστρέψουν στη γη τού Ιούδα.
8 Και η Ναομί είπε στις δύο νύφες της: Πηγαίνετε, γυρίστε κάθε μία στο σπίτι τής μητέρας της. Ο Κύριος να κάνει έλεος σε σας, καθώς εσείς κάνατε έλεος στους αποθανόντες και σε μένα·
9 ο Κύριος να σας δώσει να βρείτε ανάπαυση, κάθε μία στο σπίτι τού άνδρα της. Και τις φίλησε· κι αυτές ύψωσαν τη φωνή τους, και έκλαψαν.
10 Και της είπαν: Όχι· αλλά μαζί σου θα επιστρέψουμε στον λαό σου.
11 Και η Ναομί είπε: Επιστρέψτε, θυγατέρες μου· γιατί νάρθετε μαζί μου; Μήπως έχω ακόμα γιους στην κοιλιά μου, για να γίνουν άνδρες σας;
12 Επιστρέψτε, θυγατέρες μου, πηγαίνετε· επειδή, εγώ γέρασα, και δεν είμαι πια για άνδρα· αν έλεγα: Έχω ελπίδα, αν μάλιστα παντρευόμουν αυτή τη νύχτα, και γεννούσα ακόμα γιους,
13 θα τους περιμένατε μέχρις ότου μεγαλώσουν; Θα αναβάλατε γι' αυτούς το να παντρευτείτε; Μη, θυγατέρες μου· επειδή, πικράθηκα, πολύ περισσότερο παρ' ό,τι εσείς, που το χέρι του Κυρίου βγήκε εναντίον μου.
14 Κι εκείνες ύψωσαν τη φωνή τους, και έκλαψαν ξανά· και η Ορφά καταφίλησε την πεθερά της· η Ρουθ, όμως, προσκολλήθηκε σ' αυτή.
15 Και η Ναομί είπε: Δες, η συνυφάδα σου επέστρεψε στον λαό της, και στους θεούς της· επίστρεψε κι εσύ πίσω από τη συνυφάδα σου.
16 Αλλά, η Ρουθ είπε: Μη με αναγκάζεις να σε αφήσω, για να φύγω από πίσω σου· επειδή, όπου αν πας εσύ, θα πάω κι εγώ· και όπου θα παραμείνεις εσύ, θα παραμείνω κι εγώ· ο λαός σου, λαός μου, και ο Θεός σου, Θεός μου·
17 όπου κι αν πεθάνεις, θα πεθάνω κι εγώ, κι εκεί θα ταφώ· έτσι να κάνει σε μένα ο Κύριος, και έτσι να προσθέσει, αν κάτι άλλο εκτός από τον θάνατο με χωρίσει από σένα.
18 Και βλέποντας η Ναομί ότι αυτή επέμενε να πάει μαζί της, σταμάτησε να της μιλάει.
19 Και περπάτησαν και οι δυο τους, μέχρις ότου έφτασαν στη Βηθλεέμ. Και όταν έφτασαν στη Βηθλεέμ, ολόκληρη η πόλη συγκινήθηκε γι' αυτές, και οι γυναίκες έλεγαν: Αυτή είναι η Ναομί;
20 Κι αυτή είπε σ' αυτές: Μη με ονομάζετε Ναομί· ονομάζετέ με Μαρά· επειδή, ο Παντοδύναμος με πίκρανε υπερβολικά·
21 εγώ αναχώρησα γεμάτη, και ο Κύριος με επανέφερε αδειανή· γιατί με ονομάζετε Ναομί, αφού ο Κύριος έδωσε μαρτυρία εναντίον μου, και ο Παντοδύναμος με κατέθλιψε;
22 Η Ναομί, λοιπόν, επέστρεψε και μαζί της η Ρουθ η Μωαβίτισσα, η νύφη της, που ήρθε από τη γη τού Μωάβ· κι αυτές έφτασαν στη Βηθλεέμ στην αρχή τού θερισμού των κριθαριών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ  Β'.
1 ΚΑΙ στις ημέρες κατά τις οποίες έκριναν οι κριτές, έγινε πείνα στη γη. Και ένας άνθρωπος από τη Βηθλεέμ-Ιούδα πήγε να παροικήσει στη γη τού Μωάβ, αυτός, η γυναίκα του, και οι δύο γιοι του.
2 Το δε όνομα του ανθρώπου ήταν Ελιμέλεχ, και το όνομα της γυναίκας του ήταν Ναομί, και το όνομα των δύο γιων του Μααλών και Χελαιών, Εφραθαίοι, από τη Βηθλεέμ-Ιούδα. Και ήρθαν στη γη τού Μωάβ, και ήσαν εκεί.
3 Και ο Ελιμέλεχ, ο άνδρας τής Ναομί, πέθανε· και απέμεινε αυτή και οι δύο γιοι της.
4 Και αυτοί πήραν για τον εαυτό τους γυναίκες Μωαβίτισσες· το όνομα της μιας ήταν Ορφά, και το όνομα της άλλης Ρουθ· και κατοίκησαν εκεί δέκα χρόνια.
5 Πέθαναν, όμως, και οι δύο, ο Μααλών και ο Χελαιών· και η γυναίκα στερήθηκε τους δύο γιους της, και τον άνδρα της.
6 Τότε, σηκώθηκε αυτή και οι νύφες της, και επέστρεψαν από τη γη τού Μωάβ· επειδή, άκουσε στη γη τού Μωάβ ότι, ο Κύριος επισκέφθηκε τον λαό του, δίνοντάς τους ψωμί.
7 Και βγήκε από τον τόπο όπου βρισκόταν, και οι δύο νύφες της μαζί της· και πορεύονταν τον δρόμο για να επιστρέψουν στη γη τού Ιούδα.
8 Και η Ναομί είπε στις δύο νύφες της: Πηγαίνετε, γυρίστε κάθε μία στο σπίτι τής μητέρας της. Ο Κύριος να κάνει έλεος σε σας, καθώς εσείς κάνατε έλεος στους αποθανόντες και σε μένα·
9 ο Κύριος να σας δώσει να βρείτε ανάπαυση, κάθε μία στο σπίτι τού άνδρα της. Και τις φίλησε· κι αυτές ύψωσαν τη φωνή τους, και έκλαψαν.
10 Και της είπαν: Όχι· αλλά μαζί σου θα επιστρέψουμε στον λαό σου.
11 Και η Ναομί είπε: Επιστρέψτε, θυγατέρες μου· γιατί νάρθετε μαζί μου; Μήπως έχω ακόμα γιους στην κοιλιά μου, για να γίνουν άνδρες σας;
12 Επιστρέψτε, θυγατέρες μου, πηγαίνετε· επειδή, εγώ γέρασα, και δεν είμαι πια για άνδρα· αν έλεγα: Έχω ελπίδα, αν μάλιστα παντρευόμουν αυτή τη νύχτα, και γεννούσα ακόμα γιους,
13 θα τους περιμένατε μέχρις ότου μεγαλώσουν; Θα αναβάλατε γι' αυτούς το να παντρευτείτε; Μη, θυγατέρες μου· επειδή, πικράθηκα, πολύ περισσότερο παρ' ό,τι εσείς, που το χέρι του Κυρίου βγήκε εναντίον μου.
14 Κι εκείνες ύψωσαν τη φωνή τους, και έκλαψαν ξανά· και η Ορφά καταφίλησε την πεθερά της· η Ρουθ, όμως, προσκολλήθηκε σ' αυτή.
15 Και η Ναομί είπε: Δες, η συνυφάδα σου επέστρεψε στον λαό της, και στους θεούς της· επίστρεψε κι εσύ πίσω από τη συνυφάδα σου.
16 Αλλά, η Ρουθ είπε: Μη με αναγκάζεις να σε αφήσω, για να φύγω από πίσω σου· επειδή, όπου αν πας εσύ, θα πάω κι εγώ· και όπου θα παραμείνεις εσύ, θα παραμείνω κι εγώ· ο λαός σου, λαός μου, και ο Θεός σου, Θεός μου·
17 όπου κι αν πεθάνεις, θα πεθάνω κι εγώ, κι εκεί θα ταφώ· έτσι να κάνει σε μένα ο Κύριος, και έτσι να προσθέσει, αν κάτι άλλο εκτός από τον θάνατο με χωρίσει από σένα.
18 Και βλέποντας η Ναομί ότι αυτή επέμενε να πάει μαζί της, σταμάτησε να της μιλάει.
19 Και περπάτησαν και οι δυο τους, μέχρις ότου έφτασαν στη Βηθλεέμ. Και όταν έφτασαν στη Βηθλεέμ, ολόκληρη η πόλη συγκινήθηκε γι' αυτές, και οι γυναίκες έλεγαν: Αυτή είναι η Ναομί;
20 Κι αυτή είπε σ' αυτές: Μη με ονομάζετε Ναομί· ονομάζετέ με Μαρά· επειδή, ο Παντοδύναμος με πίκρανε υπερβολικά·
21 εγώ αναχώρησα γεμάτη, και ο Κύριος με επανέφερε αδειανή· γιατί με ονομάζετε Ναομί, αφού ο Κύριος έδωσε μαρτυρία εναντίον μου, και ο Παντοδύναμος με κατέθλιψε;
22 Η Ναομί, λοιπόν, επέστρεψε και μαζί της η Ρουθ η Μωαβίτισσα, η νύφη της, που ήρθε από τη γη τού Μωάβ· κι αυτές έφτασαν στη Βηθλεέμ στην αρχή τού θερισμού των κριθαριών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄.
1 ΚΑΙ η Ναομί, η πεθερά της, της είπε: Θυγατέρα μου, να μη ζητήσω ανάπαυση σε σένα για να ευημερήσεις;
2 Και, τώρα, μήπως ο Βοόζ δεν είναι από τη συγγένειά μας, μαζί με τα κορίτσια τού οποίου ήσουν; Δες, αυτός λικμίζει αυτή τη νύχτα το αλώνι των κριθαριών·
3 λούσου, λοιπόν, και αλείψου, και ντύσου τη στολή σου, και κατέβα στο αλώνι· μη γνωριστείς στον άνθρωπο, μέχρις ότου τελειώσει από το να φάει και να πιει·
4 κι ενώ πλαγιάζει, παρατήρησε τον τόπο όπου πλαγιάζει, και αφού έρθεις, σήκωσε το σκέπασμα από τα πόδια του, και πλάγιασε· κι εκείνος θα σου πει τι να κάνεις.
5 Κι εκείνη τής είπε: Όλα όσα μου λες θα τα κάνω.
6 Και κατέβηκε στο αλώνι, και έκανε όλα όσα την πρόσταξε η πεθερά της.
7 Και αφού ο Βοόζ έφαγε και ήπιε, και ευφράνθηκε η καρδιά του, πήγε να πλαγιάσει στην άκρη τού σωρού τού σιταριού· κι εκείνη ήρθε κρυφά, και σήκωσε το σκέπασμά του από τα πόδια του, και πλάγιασε.
8 Και κατά τα μεσάνυχτα ο άνθρωπος ξύπνησε ξαφνικά και συνταράχθηκε· και νάσου, μια γυναίκα κοιμόταν κοντά στα πόδια του.
9 Και είπε: Ποια είσαι εσύ;
Κι εκείνη απάντησε: Εγώ, η Ρουθ η δούλη σου· άπλωσε, λοιπόν, τις φτερούγες σου επάνω στη δούλη σου· επειδή, είσαι ο πιο κοντινός συγγενής μου.
10 Κι εκείνος είπε: Ευλογημένη να είσαι από τον Κύριο, θυγατέρα· επειδή, έδειξες περισσότερη αγαθοσύνη τελευταία απ' ό,τι πριν, μη πηγαίνοντας πίσω από νέους, είτε φτωχούς είτε πλούσιους·
11 Και τώρα, θυγατέρα, μη φοβάσαι· θα κάνω σε σένα ό,τι πεις· επειδή, ολόκληρη η πόλη τού λαού μου ξέρει ότι είσαι ενάρετη γυναίκα·
12 Και τώρα είναι αληθινό ότι εγώ είμαι στενός συγγενής· όμως, υπάρχει ένας άλλος συγγενής πιο στενός από μένα·
13 μείνε αυτή τη νύχτα· και το πρωί, αν αυτός θέλει να εκπληρώσει σε σένα το συγγενικό του χρέος, είναι καλό· ας το εκπληρώσει· αλλά, αν δεν θέλει να εκπληρώσει σε σένα το συγγενικό του χρέος, τότε εγώ θα το εκπληρώσω σε σένα, ζει ο Κύριος· κοιμήσου μέχρι το πρωί.
14 Και κοιμήθηκε κοντά στα πόδια του μέχρι το πρωί· και σηκώθηκε, πριν άνθρωπος διακρίνει άνθρωπο. Κι εκείνος είπε: Ας μη γίνει γνωστό ότι η γυναίκα ήρθε στο αλώνι.
15 Κι ακόμα είπε: Φέρε το περικάλυμμα που είναι επάνω σου, και κράτα το. Κι εκείνη το κρατούσε, κι αυτός τής μέτρησε έξι μέτρα κριθάρι, και το έβαλε επάνω της· και πήγε στην πόλη.
16 Και όταν ήρθε στην πεθερά της, εκείνη είπε: Τι έγινε σε σένα, θυγατέρα μου; Κι αυτή της ανήγγειλε όλα όσα τής έκανε ο άνθρωπος·
17 και είπε: Μου έδωσε αυτά τα έξι μέτρα κριθάρι· επειδή, δεν θα πας, μου είπε, αδειανή στην πεθερά σου.
18 Κι εκείνη είπε: Κάθησε, θυγατέρα μου, μέχρις ότου δεις πώς θα τελειώσει το πράγμα· επειδή, ο άνθρωπος δεν θα ησυχάσει, μέχρις ότου τελειώσει το πράγμα σήμερα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'. 
1 ΚΑΙ ο Βοόζ ανέβηκε στην πύλη, και κάθησε εκεί· και να, περνούσε ο συγγενής, για τον οποίο είχε μιλήσει ο Βοόζ. Και είπε: Ω, εσύ, γύρισε, κάθησε εδώ. Και γύρνα, και κάθησε.
2 Και πήρε ο Βοόζ δέκα άνδρες από τους πρεσβύτερους της πόλης, και είπε: Καθήστε εδώ. Και κάθησαν.
3 Και είπε στον συγγενή του: Η Ναομί, που γύρισε από τη γη τού Μωάβ, πουλάει το μερίδιο του χωραφιού της, που ήταν του αδελφού μας Ελιμέλεχ·
4 και εγώ είπα να σε ειδοποιήσω, λέγοντας: Αγόρασέ το, μπροστά στους κατοίκους, και μπροστά στους πρεσβύτερους του λαού μου· αν θέλεις να το εξαγοράσεις ως συγγενής, εξαγόρασέ το· αλλά, αν δεν θέλεις να το εξαγοράσεις, πες μου, για να ξέρω· επειδή, δεν υπάρχει άλλος να το εξαγοράσει ως συγγενής, παρά εσύ· και εγώ είμαι ύστερα από σένα.
Κι εκείνος είπε: Εγώ θα το εξαγοράσω.
5 Και ο Βοόζ είπε: Κατά την ημέρα που θα αγοράσεις το χωράφι από το χέρι τής Ναομί, πρέπει να πάρεις και τη Ρουθ τη Μωαβίτισσα, τη γυναίκα τού αποθανόντα, για να αναστήσεις το όνομα του αποθανόντα επάνω στην κληρονομιά του.
6 Και ο συγγενής είπε: Δεν μπορώ να εκπληρώσω το συγγενικό μου χρέος, μήπως και φθείρω την κληρονομιά μου· εκπλήρωσε εσύ το συγγενικό μου χρέος, επειδή εγώ δεν μπορώ να το εκπληρώσω.
7 Αυτός, βέβαια, ήταν ο τρόπος τον παλιό καιρό στον Ισραήλ για το δικαίωμα της συγγένειας, και για την απαλλοτρίωση, για να βεβαιώνεται κάθε λόγος· ο άνθρωπος λύνοντας το υπόδημά του, το έδινε στον πλησίον του· κι αυτό ήταν μαρτυρία στον Ισραήλ.
8 Γι' αυτό, ο συγγενής είπε στον Βοόζ: Αγόρασέ το εσύ στον εαυτό σου. Και έλυσε το υπόδημά του.
9 Τότε ο Βοόζ είπε στους πρεσβύτερους και σε ολόκληρο τον λαό: Είστε σήμερα μάρτυρες, ότι αγόρασα όλα όσα είχε ο Ελιμέλεχ, και όλα όσα είχαν ο Χελαιών και ο Μααλών, από το χέρι τής Ναομί·
10 κι ακόμα, τη Ρουθ τη Μωαβίτισσα, τη γυναίκα τού Μααλών, την πήρα στον εαυτό μου για γυναίκα, για να αναστήσω το όνομα του αποθανόντα επάνω στην κληρονομιά του, για να μη εξαλειφθεί το όνομα του αποθανόντα από τα αδέλφια του, και από την πόλη τής κατοικίας του· είστε σήμερα μάρτυρες.
11 Και όλος ο λαός, που ήταν στην πύλη, και οι πρεσβύτεροι, είπαν: Μάρτυρες· ο Κύριος να κάνει τη γυναίκα, που μπαίνει μέσα στο σπίτι σου, σαν τη Ραχήλ, και σαν τη Λεία, που και οι δύο οικοδόμησαν τον οίκο Ισραήλ· και να γίνεις δυνατός στην Εφραθά, και να είσαι περίφημος στη Βηθλεέμ·
12 και ας γίνει η οικογένειά σου σαν την οικογένεια του Φαρές, που η Θάμαρ γέννησε στον Ιούδα, από το σπέρμα που ο Κύριος θα δώσει σε σένα απ' αυτή τη νέα.
13 Και ο Βοόζ πήρε τη Ρουθ, και έγινε γυναίκα του· και όταν μπήκε μέσα σ' αυτή, ο Κύριος της έδωσε σύλληψη, και γέννησε γιο.
14 Και οι γυναίκες είπαν στη Ναομί: Ευλογητός ο Κύριος, που σήμερα δεν σε αποστέρησε από συγγενή, ώστε να καλείται το όνομά του στον Ισραήλ·
15 κι αυτός θα είναι σε σένα αναψυχωτής τής ζωής, και θα θρέψει την πολιά σου· επειδή, τον γέννησε η νύφη σου, που σε αγαπάει, η οποία είναι σε σένα καλύτερη από επτά γιους.
16 Τότε, η Ναομί πήρε το παιδί, και το έβαλε στον κόρφο της, και έγινε σ' αυτό τροφός.
17 Και οι γειτόνισσες του έδωσαν όνομα, λέγοντας: Γιος γεννήθηκε στη Ναομί· και αποκάλεσαν το όνομά του: Ωβήδ· αυτός είναι ο πατέρας τού Ιεσσαί, του πατέρα τού Δαβίδ.
18 Αυτή είναι η γενεαλογία του Φαρές: Ο Φαρές γέννησε τον Εσρών,
19 και ο Εσρών γέννησε τον Αράμ, και ο Αράμ γέννησε τον Αμιναδάβ,
20 και ο Αμιναδάβ γέννησε τον Ναασσών, και ο Ναασσών γέννησε τον Σαλμών,
21 και ο Σαλμών γέννησε τον Βοόζ, και ο Βοόζ γέννησε τον Ωβήδ,
22 και ο Ωβήδ γέννησε τον Ιεσσαί, και ο Ιεσσαί γέννησε τον Δαβίδ.  ---

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου