Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;;

Βιβλίο  «Πράξεων των Αποστόλων»,  κεφ.  ΙΣ/16,  εδ.  1 – 34. 

1 Και έφτασε στη Δέρβη και τη Λύστρα και να! εκεί ήταν κάποιος μαθητής, με το όνομα Τιμόθεος, γιος κάποιας γυναίκας Ιουδαίας πιστής, από πατέρα δε Έλληνα                                  2 ο οποίος είχε καλή μαρτυρία από τους αδελφούς των Λύστρων και του Ικονίου. 
3 Αυτόν ο Παύλος θέλησε να βγει μαζί του· και αφού τον πήρε, έκανε σ' αυτόν την περιτομή, εξαιτίας των Ιουδαίων, που ήταν σ' εκείνους τούς τόπους· επειδή, όλοι γνώριζαν τον πατέρα του ότι ήταν Έλληνας. 
4 Και καθώς περνούσαν μέσα από τις πόλεις, τους παρέδιναν παραγγέλματα να φυλάττουν τα δόγματα, που είχαν εγκριθεί από τους αποστόλους και τους πρεσβύτερους που ήταν στην Ιερουσαλήμ. 
5 Οι μεν εκκλησίες, λοιπόν, στερεώνονταν στην πίστη, και αύξαναν σε αριθμό καθημερινά.
6 Και αφού πέρασαν διαμέσου τής Φρυγίας και της γης τής Γαλατίας, επειδή εμποδίστηκαν από το Άγιο Πνεύμα να κηρύξουν τον λόγο στην Ασία, 
7 ήρθαν προς τη Μυσία, και προσπαθούσαν να πάνε προς τη Βιθυνία· όμως, δεν τους άφησε το Πνεύμα. 
8 Και αφού πέρασαν τη Μυσία, κατέβηκαν στην Τρωάδα. 
9 Και στον Παύλο φάνηκε κατά τη νύχτα ένα όραμα: Ένας άνδρας Μακεδόνας στεκόταν όρθιος, παρακαλώντας τον και λέγοντας: Διάβα στη Μακεδονία, και βοήθησέ μας. 
10 Και μόλις είδε το όραμα, ζητήσαμε αμέσως να πάμε στη Μακεδονία, συμπεραίνοντας ότι ο Κύριος μας προσκαλεί να κηρύξουμε σ' αυτούς το Ευαγγέλιο. 
11 Αφού, λοιπόν, αποπλεύσαμε από την Τρωάδα, περάσαμε κατευθείαν στη Σαμοθράκη, και την ακόλουθη ημέρα στη Νεάπολη, 
12 και από εκεί στους Φιλίππους, που είναι η πρώτη πόλη εκείνου τού μέρους τής Μακεδονίας, Ρωμαϊκή αποικία· και διαμέναμε σ' αυτή την πόλη μερικές ημέρες. 
13 Και κατά την ημέρα τού Σαββάτου βγήκαμε έξω από την πόλη κοντά στον ποταμό, όπου συνηθιζόταν να γίνεται προσευχή, και αφού καθίσαμε, μιλούσαμε στις γυναίκες που είχαν συγκεντρωθεί. 
14 Και κάποια γυναίκα, που ονομαζόταν Λυδία, πωλήτρια πορφύρας, από την πόλη των Θυατείρων, η οποία σεβόταν τον Θεό, άκουγε· της οποίας ο Κύριος διάνοιξε την καρδιά για να προσέχει σ' εκείνα που μιλούσε ο Παύλος. 
15 Και αφού βαπτίστηκε αυτή και ολόκληρη η οικογένειά της, παρακάλεσε λέγοντας: Αν με κρίνατε ότι είμαι πιστή στον Κύριο, περάστε μέσα στο σπίτι μου, και μείνετε· και μας βίασε. 
16 Και ενώ πορευόμασταν στην προσευχή, μας συνάντησε κάποια δούλη, που είχε πνεύμα πύθωνα, η οποία έδινε πολύ κέρδος στους κυρίους της, ασκώντας μαντεία. 
17 Αυτή, ακολουθώντας τον Παύλο κι εμάς, έκραζε λέγοντας: Οι άνθρωποι αυτοί είναι δούλοι τού ύψιστου Θεού, οι οποίοι κηρύττουν σ' εμάς δρόμο σωτηρίας. 
18 Κι αυτό το έκανε για πολλές ημέρες. Ο δε Παύλος, επειδή το θεώρησε βάρος, και καθώς στράφηκε προς τα πίσω, είπε στο πνεύμα: Σε προστάζω στο όνομα του Ιησού Χριστού να βγεις έξω απ' αυτή. Και βγήκε έξω την ίδια εκείνη ώρα. 
19 Και όταν οι κύριοί της είδαν ότι βγήκε η ελπίδα τού κέρδους τους, πιάνοντας τον Παύλο και τον Σίλα, τους έσυραν στην αγορά προς τους άρχοντες 
20 και φέρνοντάς τους προς τους στρατηγούς, είπαν: Αυτοί οι άνθρωποι, που είναι Ιουδαίοι, αναταράζουν την πόλη μας· 
21 και διδάσκουν έθιμα, που δεν μας είναι επιτρεπτό να παραδεχόμαστε, ούτε να τα πράττουμε, επειδή εμείς είμαστε Ρωμαίοι. 
22 Και ο όχλος, όρμησε μαζί εναντίον τους, και οι στρατηγοί, αφού έσχισαν τα ιμάτιά τους, πρόσταζαν να τους ραβδίζουν. 
23 Και αφού τούς έδωσαν πολλούς ραβδισμούς, τους έβαλαν σε φυλακή, δίνοντας παραγγελία στον δεσμοφύλακα να τους φυλάττει με ασφάλεια 
24 ο οποίος, μια και πήρε τέτοια παραγγελία, τους έβαλε στην εσώτερη φυλακή, και έκλεισε τα πόδια τους στο ξύλο. 
25 Και κατά τα μεσάνυχτα, ο Παύλος και ο Σίλας καθώς προσεύχονταν υμνούσαν τον Θεό και τους άκουγαν με προσοχή οι φυλακισμένοι. 
26 Και ξαφνικά έγινε μεγάλος σεισμός, ώστε σαλεύτηκαν τα θεμέλια του δεσμωτηρίου κι αμέσως άνοιξαν όλες οι θύρες, και λύθηκαν απ' όλους τα δεσμά. 
27 Και όταν ο δεσμοφύλακας ξύπνησε, και είδε ανοιγμένες τις θύρες τής φυλακής, έσυρε μια μάχαιρα, και επρόκειτο να αυτοθανατωθεί, νομίζοντας ότι οι δέσμιοι είχαν φύγει. 
28 Όμως, ο Παύλος έκραξε με δυνατή φωνή, λέγοντας: Μη πράξεις τίποτε κακό στον εαυτό σου· επειδή, όλοι είμαστε εδώ. 
29 Και αφού ζήτησε φώτα, πήδησε μέσα, και κατατρομαγμένος, έπεσε μπροστά στον Παύλο και στον Σίλα 
30 και αφού τους έβγαλε έξω, είπε: Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ; 
31 Και εκείνοι είπαν: Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό, και θα σωθείς, εσύ και η οικογένειά σου. 
32 Και του μίλησαν τον λόγο τού Κυρίου, και σε όλους, αυτούς που ήταν μέσα στο σπίτι του. 
33 Και παίρνοντάς τους κατά την ώρα εκείνη τής νύχτας, έλουσε τις πληγές τους· και βαπτίστηκε αμέσως αυτός και όλοι εκείνοι που ήταν μαζί του 
34 και όταν τούς ανέβασε στο σπίτι του, τους παρέθεσε τραπέζι, και ευφράνθηκε με ολόκληρη την οικογένειά του, καθώς πίστεψε στον Θεό. 

    ΣΧΟΛΙΑ: 
   Η πρώτη Ιεραποστολική περιοδεία του Απ. Παύλου διήρκησε από το έτος 47 έως 49 μ.Χ. και συμμετείχαν σ’ αυτήν ο Παύλος, ο Βαρνάβας και ο Μάρκος. Σκοπός τους ήταν η διάδοση του Ευαγγελίου του Χριστού στην Κύπρο και στην νότια Μ. Ασία (Πράξεις, κεφ. ΙΓ/13 & ΙΔ/14). Σε κάποιες περιπτώσεις συνάντησαν μεγάλη αντίσταση. Εξαγριωμένοι όχλοι τους πέταξαν έξω από τις πόλεις που κήρυτταν, τους λιθοβόλησαν και τους εγκατέλειψαν βαριά τραυματισμένους, νομίζοντας ότι είχαν πεθάνει. 
    Η δεύτερη Ιεραποστολική περιοδεία διήρκησε από το έτος 50 έως 53 μ.Χ. (Πράξεις, κεφ. ΙΕ/15 έως ΙΗ/18). Η περιοδεία αυτή ξεκίνησε από την Αντιόχεια της Συρίας, για να ακολουθήσουν η Δέρβη, τα Λίστρα, το Ικόνιο, η Αντιόχεια της Πισιδίας, η Τρωάδα, η Νεάπολη (σημερινή Καβάλα), οι Φίλιπποι, η Βέροια και η Αθήνα. Η συνολική απόσταση που διήνυσαν οι Απόστολοι διά της Εγνατίας οδού, για να κηρύξουν το Λόγο του Θεού ήταν περίπου 4.500 χλμ. 
    Ένα βράδυ, καθώς βρίσκονταν στην Τρωάδα (η πόλη ήταν κτισμένη εκεί που ήταν η Τροία), ο Απ. Παύλος είδε σε όραμα έναν άνδρα Μακεδόνα, ο οποίος στεκόταν όρθιος και τον παρακαλούσε με τα λόγια: «Πέρασε στη Μακεδονία και βοήθησέ μας» (Πράξεις ΙΣ/16: 9). Θεωρώντας ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού, ο Απ. Παύλος μαζί με τους συνεργάτες που τον ακολουθούσαν απέπλευσαν για τη Μακεδονία. Περνώντας από τη Σαμοθράκη και τη Νεάπολη κατέληξαν στην πόλη των Φιλίππων, η οποία ήταν Ρωμαϊκή αποικία και την εποχή εκείνη ήταν σημαίνουσα πόλη της Μακεδονίας. Έτσι λοιπόν η πόλη των Φιλίππων έγινε η πρώτη Ευρωπαϊκή πόλη στην οποία κηρύχτηκε το Ευαγγέλιο του Χριστού. 
    Κατά την ημέρα του Σαββάτου βγήκαν έξω από την πόλη και στάθηκαν κοντά στον ποταμό, όπου γινόταν προσευχή, καθώς δεν υπήρχε οργανωμένη Συναγωγή στην πόλη. Καθώς οι Απόστολοι συνομιλούσαν με τις γυναίκες που παρευρίσκονταν εκεί, υπήρχε ανάμεσά τους και μία γυναίκα που την έλεγαν Λυδία, η οποία σεβόταν το Θεό. Η γυναίκα αυτή που ήταν πωλήτρια πορφύρας και καταγόταν από την πόλη των Θυατείρων, καθώς άκουγε τα λόγια των Αποστόλων, ο Θεός άνοιξε την καρδιά της, ώστε να είναι προσεκτική σ’ εκείνα τα οποία έλεγε ο Απ. Παύλος και αφού πίστεψε, βαπτίστηκε αυτή και ολόκληρη η οικογένειά της. Εδώ έχουμε την πρώτη πνευματική αναγέννηση επί Ευρωπαϊκού εδάφους. Πλημμυρισμένη από τη χαρά η Λυδία για τη σωτηρίας της παρακάλεσε με επιμονή τους Αποστόλους λέγοντας: «Αν με κρίνετε ότι είμαι πιστή στον Κύριο, περάστε μέσα στο σπίτι μου και μείνετε». 
    Μία μέρα, ενώ οι Απόστολοι πορεύονταν για την προσευχή τους, συνάντησε μία δούλη, η οποία είχε καταληφθεί από κάποιο δαιμονικό πνεύμα (πνεύμα πύθωνα). Η γυναίκα αυτή ασκώντας μαντεία, προσέφερε πολύ κέρδος στους κυρίους της. Για πολλές μέρες ακολουθούσε τους Αποστόλους και έκραζε λέγοντας: «Οι άνθρωποι αυτοί είναι δούλοι του υψίστου Θεού και κηρύττουν σ’ εμάς δρόμο σωτηρίας». Ο Απ. Παύλος διέκρινε ότι τα λόγια αυτά, παρ’ όλο που περιείχαν και αλήθειες, προέρχονταν από πονηρό πνεύμα το οποίο και επιτίμησε με τα λόγια: «Σε προστάζω στο όνομα του Ιησού Χριστού να βγεις έξω απ' αυτή. Και βγήκε έξω την ίδια εκείνη ώρα». 
    Όταν αυτοί που την εκμεταλλεύονταν διαπίστωσαν ότι έχασαν την ελπίδα του κέρδους τους, συνέλαβαν τον Παύλο και το Σίλα και τους έσυραν στην αγορά προς τους άρχοντες και φέροντάς τους στους στρατηγούς είπαν: «Αυτοί οι άνθρωποι, που είναι Ιουδαίοι, αναταράζουν την πόλη μας και διδάσκουν έθιμα, που δεν μας είναι επιτρεπτό να παραδεχόμαστε, ούτε να τα πράττουμε, επειδή εμείς είμαστε Ρωμαίοι». Μετά απ’ αυτά ο όχλος όρμισε εναντίον τους και οι στρατηγοί σχίζοντας τα ιμάτιά τους, πρόσταξαν να τους ραβδίσουν. Αφού τους έδωσαν πολλούς ραβδισμούς, τους έβαλαν στη φυλακή, δίνοντας παραγγελία στο δεσμοφύλακα να τους φυλάει με ασφάλεια. Μετά απ’ αυτήν την αυστηρή παραγγελία ο δεσμοφύλακας τους έβαλε στην εσωτερική φυλακή και έκλεισε τα πόδια τους με ξύλο. 
    Χτυπημένοι, βαριά τραυματισμένοι, εντελώς εξαντλημένοι οι άνθρωποι αυτοί κατά τα μεσάνυχτα προσεύχονταν, υμνούσαν το Θεό και οι άλλοι φυλακισμένοι τους άκουγαν. Είναι παράξενο πώς κάτω από τέτοιες συνθήκες οι άνθρωποι αυτοί είχαν τη δύναμη και τη διάθεση να ψάλλουν. Ακόμα και κάτω από τις πλέον δύσκολες καταστάσεις ο Χριστιανός θα πρέπει να έχει ειρήνη και χαρά στο πνεύμα του. 
    Ξαφνικά έγινε ένας μεγάλος σεισμός και σαλεύτηκαν τα θεμέλια της φυλακής και άνοιξαν όλες οι πόρτες και λύθηκαν τα δεσμά από τους κρατούμενους. Όταν ο δεσμοφύλακας ξύπνησε και είδε ανοιγμένες τις πόρτες της φυλακής, έσυρε ένα μαχαίρι με σκοπό να θανατωθεί, νομίζοντας ότι οι κρατούμενοι είχαν φύγει. Την κρίσιμη εκείνη ώρα ο Απ. Παύλος του φώναξε δυνατά λέγοντας: «Μη πράξεις τίποτα κακό στον εαυτόν σου επειδή όλοι είμαστε εδώ». Ο δεσμοφύλακας ζητώντας φώτα πήδησε μέσα και κατατρομαγμένος έπεσε μπροστά στον Παύλο και το Σίλα και βγάζοντάς τους έξω τους είπε: «Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;» Εκείνοι του είπαν: «Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό και θα σωθείς, εσύ και ο οίκος σου (η οικογένειά σου)». 
   
     Άραγε τι μπορεί να σημαίνουν τούτα τα λόγια; 
   --«τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;». Να σωθεί ο άνθρωπος από τι; Τι είναι εκείνο που τον απειλεί; Από τι άραγε κινδυνεύει; Γιατί έχει ανάγκη σωτηρίας; Την απάντηση σε τούτο το καθοριστικό ερώτημα τη δίνει ο Απ. Παύλος στην επιστολή «προς Ρωμαίους» (Ε/5: 12) «δι' ενός ανθρώπου η αμαρτία εισήλθεν εις τον κόσμον και διά της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτω διήλθεν ο θάνατος εις πάντας ανθρώπους, επειδή πάντες ήμαρτον». Ο άνθρωπος έχει προσβληθεί από την αμαρτία. «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμαίους Γ/3: 23). Ο άνθρωπος γεννιέται με την αμαρτία «Ιδού, συνελήφθην εν ανομία, και εν αμαρτία με εγέννησεν μήτηρ μου» (Ψαλμός ΝΑ/51: 5). Στο βιβλίο του «Εκκλησιαστή» (Ζ/7: 20) αναφέρεται: «δεν υπάρχει άνθρωπος δίκαιος επί της γης, όστις να πράττει το καλόν και να μη αμαρτάνει». Ο Απ. Ιωάννης στην επιστολή «Α’ Ιωάννου» (Α/1: 8) αναφέρει: «Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν δεν έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια δεν είναι εν ημίν». 
    Η αμαρτία αποκόπτει τον άνθρωπο από το Θεό, στερώντας του μία ειρηνική σχέση μαζί Του και τον καταδικάζει σε αιώνιο θάνατο μακριά από το Δημιουργό του (Ρωμαίους Σ/6: 23). Ο πρ. «Ησαΐας» (ΝΘ/59: 2) διακηρύττει: «οι ανομίες σας έβαλαν χωρίσματα ανάμεσα σε σας και στον Θεό σας, και οι αμαρτίες σας έκρυψαν το πρόσωπό του από σας, για να μη ακούει». Επειδή η αμαρτία είναι αιώνια και άπειρη και το αποτέλεσμα αυτής είναι αιώνιος θάνατος μακριά από το Θεό, μόνον Αυτός μπορεί να κάνει εξιλέωση, γιατί μόνον Αυτός είναι αιώνιος και άπειρος. Ο Θεός λόγω της αθανασίας την οποία κατέχει – ένεκα της Θείας φύσης Του - δε μπορεί να πεθάνει. Για να μην πεθάνει και απολεσθεί ο αμαρτωλός άνθρωπος, από αγάπη «έδωκε τον Υιόν αυτού τον μονογενή, διά να μη απολεσθεί πας ο πιστεύων εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάννης Γ/3: 16). Ο Χριστός σαρκώθηκε έλαβε δηλ. ανθρώπινη μορφή, ήρθε ανάμεσά μας «διήλθεν ευεργετών και θεραπεύων πάντας τους καταδυναστευομένους υπό του διαβόλου, διότι ο Θεός ήτο μετ' αυτού» (Πράξεις Ι/10: 38). 
    Όταν οι άνθρωποι απέρριψαν τον κεχρησμένο Μεσσία του Θεού και το μήνυμά Του και προσπαθούσαν να Τον εξοντώσουν, Αυτός πρόθυμα θυσίασε τον εαυτό Του, κατέθεσε τη ζωή Του για μας, επιτρέποντας να Τον σταυρώσουν (Ιωάννης Ι/10: 15). Επειδή ο Ιησούς Χριστός ήταν άνθρωπος, μπορούσε να πεθάνει και επειδή ήταν Θεός, ο θάνατός Του είχε αιώνια και άπειρη και ανυπολόγιστη αξία. Ο θάνατος του Ιησού πάνω στο σταυρό ήταν η τέλεια και πλήρης «εξοφλητική πληρωμή» για την αμαρτία μας (Α’ Ιωάννη Β/2: 2). Πλήρωσε Αυτός, «αναμάρτητος όν» τις συνέπειες της δικής μας αμαρτίας. Η Ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χριστού από τους νεκρούς αποδεικνύει ότι ο θάνατός Του ήταν πραγματικά η τέλεια και επαρκής θυσία για την αμαρτία μας. «παρεδόθει διά τας αμαρτίας ημών και ανέστει διά την δικαίωσιν ημών» (Ρωμαίους Δ/4: 25). 
    «Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό» (Πράξεις ΙΣ/16: 31α). Ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει επίγνωση ότι είναι αιώνια χαμένος εξαιτίας της αμαρτίας του και έχει ανάγκη από σωτηρία. Ο Θεός έχει κάνει διά Ιησού Χριστού ένα τέλειο και ολοκληρωμένο Έργο σωτηρίας του αμαρτωλού ανθρώπου. Όποιος πιστέψει στο Χριστό θα σωθεί και θα ζήσει αιώνια κοντά Του. "Αληθώς αληθώς, σας λέγω, Ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον" (Ιωάννης Σ/6: 47). "Εγώ είμαι η ανάστασις και η ζωή ο πιστεύων εις εμέ, και αν αποθάνη, θέλει ζήσει" (Ιωάννης ΙΑ/11: 25). Το μόνο που πρέπει να κάνει ο άνθρωπος είναι να το αποδεχτεί εμπιστευόμενος πλήρως τον Ιησού Χριστό. Χρειάζεται να λάβει με πίστη την σωτηρία που προσφέρει και σήμερα ο Θεός, «δωρεάν, κατά χάριν» (Εφεσίους Β/2: 8-9). Ο Ιησούς Χριστός με το θάνατό Του πάνω στο σταυρό πλήρωσε για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων. Στην επιστολή «Α’ Ιωάννου» (Α/1: 22)αναφέρεται: «Κι αυτός είναι μέσον εξιλασμού για τις αμαρτίες μας και όχι μονάχα για τις δικές μας, αλλά και για τις αμαρτίες όλου τού κόσμου» επίσης, «Σε τούτο βρίσκεται η αγάπη, όχι ότι εμείς αγαπήσαμε τον Θεό, αλλ' ότι αυτός μας αγάπησε και απέστειλε τον Υιό του ως μέσον εξιλασμού για τις αμαρτίες μας» (Δ/4: 10). 
    Ο ίδιος ο Κύριος διακήρυττε: «Εγώ είμαι η ανάστασις και η ζωή ο πιστεύων εις εμέ, και αν αποθάνη, θέλει ζήσει και πας όστις ζη και πιστεύει εις εμέ δεν θέλει αποθάνει εις τον αιώνα» (Ιωάννης ΙΑ/11: 25,26). Όποιος πιστέψει σ’ Αυτόν δε θα χαθεί, αλλά θα ζήσει αιώνια κοντά Του. «ο μισθός τής αμαρτίας είναι θάνατος το χάρισμα, όμως, του Θεού αιώνια ζωή διαμέσου τού Ιησού Χριστού τού Κυρίου μας» (Ρωμαίους Σ/6: 23). Ο Θεός μας προσφέρει τη σωτηρία ως δώρο. Το μόνο που έχει να κάνει ο άνθρωπος είναι ν’ αποδεχτεί το δώρο του Θεού και να ζήσει σύμφωνα με το θέλημά Του. Τι ακριβώς θα πρέπει να κάνει ο άνθρωπος, αφού διά πίστεως λάβει τη σωτηρία του; Ο Κύριος Ιησούς το εκφράζει προς τον ποιμένα της Εκκλησίας της Φιλαδέλφειας: «Ιδού, έρχομαι ταχέως κράτει εκείνο το οποίον έχεις, διά να μη λάβη μηδείς τον στέφανόν σου» (Αποκάλυψη Γ/3: 11). 
    «και θέλεις σωθή, συ και ο οίκός σου» (Πράξεις ΙΣ/16: 31β). Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια ότι «αν σωθώ εγώ, θα σωθεί εξ’ ορισμού και ολόκληρη η οικογένειά μου;» Δεν υπάρχει τέτοια υπόσχεση εδώ. Δεν εννοεί ο Κύριος ότι αν πιστέψει στο Χριστό ο δεσμοφύλακας, ως κεφαλή της οικογένειας, θα σωθούν με τη δική του πίστη και όλα τα μέλη της οικογένειάς του. 
    Ας εξετάσουμε όμως καλύτερα τα πράγματα. 
   Μετά από τα γεγονότα που αναφέρουμε ο δεσμοφύλακας κάλεσε τους Αποστόλους στο σπίτι του, όπου κήρυξαν το Λόγο του Θεού σ’ αυτόν και στα μέλη της οικογένειάς του. Ο δεσμοφύλακας περιποιήθηκε τις πληγές των Αποστόλων και στη συνέχεια βαπτίστηκε στο νερό αυτός και τα μέλη της οικογένειάς του. Είναι φανερό ότι η οικογένειά του, αφού άκουσε και αυτή το χαρμόσυνο μήνυμα της σωτηρίας, πίστεψε στα λόγια των Αποστόλων και έτσι σώθηκαν όλοι χάρη στην πίστη τους (εδ. 34). Η σωτηρία ήρθε σε ολόκληρη την οικογένεια ως αποτέλεσμα της ακοής του Λόγου του Θεού και της προσωπικής ανταπόκρισης του καθενός. Δε σώθηκαν, επειδή ανήκαν στην οικογένεια του δεσμοφύλακα, σώθηκαν γιατί ο καθένας από τα μέλη της οικογένειας πίστεψαν προσωπικά στο Ευαγγέλιο του Χριστού. 
    Ας προσέξουμε να μη συγχέουμε τα λόγια του Απ. Παύλου στην επιστολή «προς Κορινθίους» (κεφ. Ζ/7: 14): «Ο ανήρ ο άπιστος ηγιάσθη διά της γυναικός, και η γυνή η άπιστος ηγιάσθη διά του ανδρός επειδή άλλως τα τέκνα σας ήθελον είσθαι ακάθαρτα, αλλά τώρα είναι άγια» (Α’ Κορινθίους Ζ/7: 14). Ο άπιστος σύζυγος αγιάζεται από τον πιστό σύζυγο, όμως συνεχίζει να ονομάζεται ακόμα άπιστος. Το ζήτημα εδώ δεν είναι η σωτηρία ενός μέλους της οικογένειας από την πίστη του άλλου, αλλά να φανεί το προνομιακό καθεστώς και η ευλογία που λαμβάνει ο άπιστος, όταν ζει μαζί με έναν πιστό του Χριστού. Οι ευλογίες του Θεού υπάρχουν, όμως αυτό δε σημαίνει ότι τα μέλη είναι σωσμένα. Ο Απ. Παύλος έρχεται να επισφραγίσει τούτο το γεγονός υποβάλλοντας ένα ερώτημα στην επιστολή «Α’ Κορινθίους» (Ζ/7: 6): «Επειδή, τι ξέρεις, γυναίκα, αν πρόκειται να σώσεις τον άνδρα; Ή, τι ξέρεις, άνδρα, αν πρόκειται να σώσεις τη γυναίκα;». Αν ίσχυε η σωτηρία ολόκληρου του οίκου εξαιτίας της πίστης του ανδρός θα έπρεπε να είχε σωθεί αυτόματα και η γυναίκα και δε θα χρειαζόταν ο Απ. Παύλος ν’ αναφερθεί στη σωτηρίας της σε μελλοντικό χρόνο. 
    Ο άνθρωπος σώζεται μόνον, όταν ο ίδιος με τη θέλησή του, εμπιστευτεί τον Ιησού Χριστό και ομολογήσει με το στόμα του τη σωτηρία του δημόσια. «εάν ομολογήσης διά του στόματός σου τον Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών, θέλεις σωθεί» (Ρωμαίους Ι/10: 9). Και τελικά αυτό θα είναι και το κριτήριο της κρίσης του από το Θεό. «Και αύτη είναι η κρίσις, ότι το φως ήλθεν εις τον κόσμον, και οι άνθρωποι ηγάπησαν το σκότος μάλλον παρά το φώς· διότι ήταν πονηρά τα έργα αυτών» (Ιωάννης Γ/3: 19). 
    Με τον ίδιο αυτό τρόπο σώθηκε και η οικογένεια του Ρωμαίου Εκατόνταρχου Κορνήλιου (Πράξεις Ι/10: 22-33). Όλη η οικογένεια του Κορνήλιου συγκεντρώθηκε, για ν’ ακούσει το κήρυγμα του Απ. Πέτρου. Όλοι άκουσαν το Ευαγγέλιο του Χριστού και όλοι τους ανταποκρίθηκαν, πίστεψαν και βαπτίστηκαν (Πράξεις ΙΑ/11: 15-18). Ο αιώνιος και αψευδής Λόγος του Θεού διακηρύττει: «Και πας όστις αν επικαλεσθεί το Όνομα του Κυρίου, θέλει σωθεί» (Πράξεις Β/2: 21). 
 
    Η οικογένεια του δεσμοφύλακα μαζί με την οικογένεια της Λυδίας αποτέλεσαν την Εκκλησία των Φιλίππων, την πρώτη Χριστιανική Εκκλησία στον Ευρωπαϊκό χώρο. Ο Κύριος στέλνοντας τους Αποστόλους να κηρύξουν, τους παρήγγειλε: «Υπάγετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το ευαγγέλιον εις όλην την κτίσιν. Όστις πιστεύση και βαπτισθή θέλει σωθή, όστις όμως απιστήση θέλει κατακριθή» (Μάρκος ΙΣ/16: 15,16). Ο Χριστός «είναι ο αυτός χθες και σήμερον και εις τους αιώνας» (Εβραίους ΙΓ/13: 8). Ο άνθρωπος θα πρέπει να πιστέψει ότι είναι ο Υιός του Θεού που ήρθε στη Γη, για να σταυρωθεί και να πληρώσει για τις δικές μας αμαρτίες. Σύμφωνα με το Λόγο του Θεού ένας μόνον τρόπος σωτηρίας υπάρχει για τον άνθρωπο, διά της πίστεως στον Ιησού Χριστό (Ματθαίος Ζ/7: 13,14 – Ιωάννης Σ/6: 67,68 – Πράξεις Δ/4: 12, Εφεσίους Β/2: 8). Ο Λόγος του Θεού στον «Ψαλμό» (ΜΘ/49: 7) αναφέρει: «ουδείς δύναται ποτέ να εξαγοράσει αδελφόν, μηδέ να δώσει εις τον Θεόν λύτρον δι' αυτόν». ---

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου