Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ.
 
Ευαγγέλιον "κατά ΛΟΥΚΑΝ", κεφ.  ΚΔ/24, εδ. 13 – 35.

13 Και ιδού, δύο εξ αυτών επορεύοντο εν αυτή τη ημέρα εις κώμην ονομαζομένην Εμμαούς, απέχουσαν εξήκοντα στάδια από Ιερουσαλήμ.
14 Και αυτοί ωμίλουν προς αλλήλους περί πάντων των συμβεβηκότων τούτων.
15 Και ενώ ωμίλουν και συνδιελέγοντο, πλησιάσας και αυτός ο Ιησούς επορεύετο μετ' αυτών
16 αλλ' οι οφθαλμοί αυτών εκρατούντο διά να μη γνωρίσωσιν αυτόν.
17 Είπε δε προς αυτούς Τίνες είναι οι λόγοι ούτοι, τους οποίους συνομιλείτε προς αλλήλους περιπατούντες, και είσθε σκυθρωποί;
18 Αποκριθείς δε ο εις, ονομαζόμενος Κλεόπας, είπε προς αυτόν Συ μόνος παροικείς εν Ιερουσαλήμ και δεν έμαθες τα γενόμενα εν αυτή εν ταις ημέραις ταύταις;
19 Και είπε προς αυτούς Ποία; Οι δε είπον προς αυτόν Τα περί Ιησού του Ναζωραίου, όστις εστάθη ανήρ προφήτης δυνατός εν έργω και λόγω ενώπιον του Θεού και παντός του λαού,
20 και πως παρέδωκαν αυτόν οι αρχιερείς και οι άρχοντες ημών εις καταδίκην θανάτου και εσταύρωσαν αυτόν.
21 Ημείς δε ηλπίζομεν ότι αυτός είναι ο μέλλων να λυτρώση τον Ισραήλ αλλά και προς τούτοις πάσι τρίτη ημέρα είναι σήμερον αύτη, αφού έγειναν ταύτα.
22 Αλλά και γυναίκές τινές εξ ημών εξέπληξαν ημάς, αίτινες υπήγον την αυγήν εις το μνημείον,
23 και μη ευρούσαι το σώμα αυτού, ήλθον λέγουσαι ότι είδον και οπτασίαν αγγέλων, οίτινες λέγουσιν ότι αυτός ζη.
24 Και τινές των υμετέρων υπήγον εις το μνημείον και εύρον ούτω, καθώς και αι γυναίκες είπον, αυτόν όμως δεν είδον.
25 Και αυτός είπε προς αυτούς Ω ανόητοι και βραδείς την καρδίαν εις το να πιστεύητε εις πάντα όσα ελάλησαν οι προφήται
26 δεν έπρεπε να πάθη ταύτα ο Χριστός και να εισέλθη εις την δόξαν αυτού;
27 Και αρχίσας από Μωϋσέως και από πάντων των προφητών, διηρμήνευεν εις αυτούς τα περί εαυτού γεγραμμένα εν πάσαις ταις γραφαίς.
28 Και επλησίασαν εις την κώμην όπου επορεύοντο, και αυτός προσεποιείτο ότι υπάγει μακρότερα
29 και παρεβίασαν αυτόν, λέγοντες Μείνον μεθ' ημών, διότι πλησιάζει η εσπέρα και έκλινεν η ημέρα. Και εισήλθε διά να μείνη μετ' αυτών.
30 Και αφού εκάθησε μετ' αυτών εις την τράπεζαν, λαβών τον άρτον ευλόγησε και κόψας έδιδεν εις αυτούς.
31 Αυτών δε διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί, και εγνώρισαν αυτόν. Και αυτός έγεινεν άφαντος απ' αυτών.
32 Και είπον προς αλλήλους Δεν εκαίετο εν υμίν η καρδία ημών, ότε ελάλει προς ημάς καθ' οδόν και μας εξήγει τας γραφάς;
33 Και σηκωθέντες τη αυτή ώρα υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ, και εύρον συνηθροισμένους τους ένδεκα και τους μετ' αυτών,
34 οίτινες έλεγον ότι όντως ανέστη ο Κύριος και εφάνη εις τον Σίμωνα.
35 Και αυτοί διηγούντο τα εν τη οδώ και πως εγνωρίσθη εις αυτούς, ενώ έκοπτε τον άρτον.

         ΣΧΟΛΙΑ:
      Ραγδαία και συγκλονιστικά τα γεγονότα που συμβαίνουν από το πρωί της ημέρα του Σαββάτου στην Ιερουσαλήμ. Είχαν προηγηθεί τα γεγονότα της σύλληψης, ανάκρισης, ο θάνατος του Κυρίου πάνω στο σταυρό και είχε ακολουθήσει ο ενταφιασμός. Πολύ πρωί του Σαββάτου γυναίκες έσπευσαν στο μνήμα, για να αλείψουν το σώμα του Ιησού με αρώματα, σύμφωνα με συνήθεια της εποχής. Εκεί μία έκπληξη τις περίμενε. Βρήκαν "αποκεκυλισμένο τον λίθον του μνημείου" και δύο άγγελοι που βρίσκονταν στο μνημείο τους μεταδίδουν το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα όλων των εποχών. «Τι ζητάτε, το ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς. Δεν είναι εδώ αλλά Ανέστη» (Λουκάς ΚΔ/24: 5,6).
      Στην παρούσα μελέτη δε θα αναφερθούμε ιδιαίτερα σε όλα τούτα τα συγκλονιστικά γεγονότα που συνέβησαν, αλλά θα πλησιάσουμε με το μικροσκόπιο του Λόγου του  Θεού   δύο πιστούς ανθρώπους στο Χριστό. Οι άνθρωποι αυτοί το απόγευμα της ημέρας εκείνης ξεκινούν από την Ιερουσαλήμ, για να πάνε στην πόλη Εμμαούς. Πιθανόν εκεί να ήταν ο τόπος της κατοικίας τους. Η πόλη Εμμαούς βρίσκονταν 10 χιλ. βορειοδυτικά της Ιερουσαλήμ. Η πορεία τους με τα πόδια θα διαρκούσε περίπου τρεις ώρες. Ο Λόγος του Θεού μας πληροφορεί ότι τον έναν από τους δύο τον έλεγαν Κλεόπα.
      Καθώς ξεκινούν από την Ιερουσαλήμ, έχουν προηγηθεί τα εξής γεγονότα: Ο αναστημένος Ιησούς έχει ήδη εμφανιστεί στη Μαρία νωρίς το πρωί (Μάρκος 16/ΙΣ: 9-11 & Ιωάννης Κ/20: 11-18) και επίσης στις άλλες γυναίκες (Ματθαίος ΚΗ/28: 9-10). Οι ίδιοι οι οδοιπόροι έχουν ακούσει την είδηση ότι ο τάφος είχε βρεθεί άδειος και ότι άγγελοι είχαν αναγγείλει στους επισκέπτες του τάφου ότι ο Χριστός είχε αναστηθεί. 
    Παρατηρώντας τούτους τους οδοιπόρους, που ήταν μαθητές του Χριστού, θα ήθελα να προσέξουμε αρχικά το εξής: Βαδίζουν και είναι πολύ λυπημένοι. Καθώς βάδιζαν μέσα στη θλίψη και την ταλαιπωρία τους, τους πλησίασε κάποιος που τους φάνηκε άγνωστος, ξένος. Αλήθεια πόσες φορές ανάμεσά μας ο Χριστός είναι ξένος; Πόσες φορές, ενώ ομολογούμε ότι είμαστε μαθητές Του, δεν Τον αναγνωρίσαμε και πόσες επεμβάσεις Του μέσα στη ζωή μας ποτέ δεν τις καταλάβαμε. 
     Βαδίζουν τούτοι οι οδοιπόροι πολύ λυπημένοι, χωρίς να έχουν καμία ελπίδα μέσα τους. Θα έπρεπε να ήταν ευτυχισμένοι, αφού ήταν μαθητές του Κυρίου και είχαν ακούσει πολλές φορές ότι: "ο Υιός του ανθρώπου έπρεπε να πάθη πολλά και να καταφρονηθή από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων, και να  θανατωθή και τη τρίτη ημέρα να αναστηθή" (Λουκάς Θ/9: 22). Όμως παρά το γεγονός ότι πολλές φορές είχαν ακούσει από τον ίδιο τον Κύριο για τα πάθη Του και την Ανάσταση Του από τους νεκρούς, παρά το γεγονός ότι είχαν πληροφορηθεί το γεγονός της Ανάστασής Του,  αυτοί συνεχίσουν να είναι απελπισμένοι και θλιμμένοι. Πώς εξηγείται αυτό το γεγονός; Μία μόνο λέξη είναι ικανή να το εξηγήσει: ΑΠΙΣΤΙΑ. Απιστία που τους έκανε να αμφισβητήσουν τα λόγια του Κυρίου, ν' αμφισβητήσουν τα λόγια όλων εκείνων που έφεραν το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης του Ιησού Χριστού.
      Όλα περίμεναν να συμβούν μέσα στη ζωή τους όχι όμως και να αναστηθεί ο Χριστός από τους νεκρούς. Όλα ήταν έτοιμοι να τα πιστέψουν, όχι όμως να πιστέψουν ότι Αναστήθηκε ο Κύριος. Ενώ ζούσαν τις πρώτες ώρες μιας νέας εποχής, ενός νέου κόσμου, εξαιτίας της απιστίας τους επιστρέφουν στον τόπο τους με τις καρδιές τους τσακισμένες, ματωμένες από τη θλίψη και την απελπισία. Έρχεται η απιστία να τους κλέψει τη μεγάλη χαρά και να τους γεμίσει με θλίψη. Αλήθεια, πόσες φορές αυτό το τραγικό γεγονός δεν έχει επαναληφθεί μέσα στη ζωή μας. Πόσες φορές δεν αφήσαμε την απιστία να κυριαρχήσει μέσα στη ζωή μας και να μας μετατρέψει σε "θλιμμένους χριστιανούς"; Ο Κύριος επί τρεισήμισι χρόνια προσπαθούσε να τους εξηγήσει τα γεγονότα που θα συνέβαιναν, για να μην εκπλαγούν, όμως αν και τα είχαν ακούσει πολλές φορές ουσιαστικά δεν είχαν πιστέψει στα λόγια Του.
      Πόσοι άνθρωποι βρίσκονται σ’ αυτή την τραγική κατάσταση! Γιορτάζουν το Πάσχα, ψάλλουν τους ύμνους της Ανάστασης την Κυριακή, χωρίς να πιστεύουν στην ανάσταση. Μέσα στην τραγική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τούτοι οι μαθητές τους πλησιάζει ο αναστημένος Κύριος. Ποτέ δεν άφησε τους δικούς Του ο Κύριος. Η υπόσχεσή Του είναι: «Θα είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες της ζωής σας» (Ματθαίος ΚΗ/28: 20). Η υπόσχεσή του είναι: «Όπου είναι δύο ή τρεις συνηγμένοι στο όνομά του, είμαι και εγώ εν τω μέσω αυτών» (Ματθαίος ΙΗ/18: 20).
     Στους μόνους που δε θα έπρεπε να εμφανιστεί ο Κύριος μετά την Ανάστασή Του ήταν οι δικοί Tου, που δεν μπόρεσαν να μείνουν μαζί Του για λίγο ξάγρυπνοι, οι δικοί Του που Τον απαρνήθηκαν και Τον εγκατέλειψαν. Πόσο αποκαλυπτικός είναι ο Ματθαίος, όταν λέει στο Ευαγγέλιό του: «Τότε οι μαθητές όλοι τον άφησαν και έφυγαν» (Μάρκος ΙΔ/14: 50). Όμως ο Κύριος δε σώζει γιατί εμείς έχουμε μεγάλη πίστη, σώζει γιατί Εκείνος έχει μεγάλη Αγάπη για μας. Και όταν η μεγάλη Του αγάπη  συναντάει τη μικρή δική μας επιθυμία, τότε συντελείται το θαύμα της σωτηρίας. Ακόμα και εκείνη τη μικρή αγάπη που μοιάζει μ' ένα λυχνάρι που καπνίζει, δε θα την αφήσει να σβήσει. Το συντετριμμένο καλάμι, που στην εποχή μας λέγεται άνθρωπος, δεν θα το θλάσει, δε θα το αποβάλλει ο Κύριος (Ματθαίος ΙΒ/12: 20). Ποτέ δεν έπαυσαν οι επισκέψεις του Κυρίου  στη ζωή μας, γιατί τις έχουμε ανάγκη και γιατί ο Κύριος θέλει να επεμβαίνει μέσα στη ζωή μας και να μας βγάζει από τα αδιέξοδα, που η απιστίας μας δημιουργεί.
     Τους πλησίασε λοιπόν ο Κύριος. Εφευρίσκει τρόπους ο Κύριος, για να πλησιάσει τον κάθε άνθρωπο, για να μιλήσει μαζί του, για να τον βγάλει μέσα από τη λάσπη και το βορβορώδη πηλό (Ψαλμός Μ/40: 2), για να του προσφέρει αιώνια σωτηρία. Και αφού τους πλησίασε τους είπε: «Για ποιο ζήτημα μιλάτε μεταξύ σας τόσο έντονα και είστε σκυθρωποί». Ο Κύριος έχει ξεκινήσει για να έρθει να μας συναντήσει. Η μεγάλη ώρα της "αρπαγής της Εκκλησίας" (Α΄ Θεσσαλονικείς Δ/4: 13-18), η ώρα της συνάντησης των λυτρωμένων με το Χριστό πλησιάζει. Αλίμονο, αν μέσα στη ζωή μας χάσουμε τούτη την ελπίδα. Αλίμονο, αν δεν το πιστέψουμε, αλίμονο "αν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη σωτηρία" (Εβραίους Β/2: 3). Ένα είναι το αίτημα του Κυρίου προς τους δικούς Του τούτες τις έσχατες ώρες των εσχάτων ημερών: "Λίγο ακόμα μείνετε ξάγρυπνοι" (Ματθαίος ΚΣ/26: 40). Πόσο πικρό ήταν το παράπονο του Κυρίου προς τους μαθητές του: "Λίγο χρειάστηκε να μείνετε ξάγρυπνοι και δεν μπορέσατε;". Πόσο πικρό ήταν το παράπονο του Κυρίου την ώρα της καταιγίδα, όταν οι μαθητές έτρεξαν να τον ξυπνήσουν και να του πουν: «Κύριε, δεν σε μέλει που χανόμαστε» (Ματθαίος Η/8: 28). Ο Κύριος τους κοίταξε και τους είπε: "Ολιγόπιστοι". Εύχομαι κανένας να μην ακούσει τούτο το πικρό παράπονο από τον Κύριο εκείνη την ημέρα.
     Ο Κύριος αντελήφθη αμέσως την αιτία που βρίσκονταν σε μια τόσο απελπιστική κατάσταση τούτοι οι μαθητές Του. Είχαν κάνει το λάθος και δεν  είχαν πιστέψει σ' εκείνα τα οποία ανέφεραν οι Άγιες Γραφές. Είχαν μια συγκεχυμένη γνώση των πραγμάτων. Κάποια είχαν διαβάσει, κάποια είχαν ακούσει, δεν γνώριζαν ακριβώς «τι είναι γεγραμμένο» στις Γραφές (Παλαιά Διαθήκη)  και αυτό τους οδήγησε κατευθείαν στην απιστία και στην αμφιβολία. Δεν είχαν οπλιστεί με την «μάχαιραν του πνεύματος, που είναι ο λόγος του Θεού» (Εφεσίους Σ/6: 17) και έτσι δε μπόρεσαν να σταθούν και να νικήσουν. Τι μεγάλη προσβολή για εκείνους τους ανθρώπους που ρωτούσαν τον Κύριο. «Ένας είχε μια γυναίκα και πέθανε, την πήρε ο 2ος, ο 3ος, … ο 5ος αδελφός. Στον ουρανό τίνος θα είναι γυναίκα". Την αποστομωτική, ακραία προσβλητική απάντηση του Κυρίου εύχομαι να μην την ακούσει ποτέ κανένας από μας: «Πλανάσθε μη γνωρίζοντας τας γραφάς μηδέ την δύναμιν του Θεού» (Ματθαίος ΚΒ/22: 29). Όταν ο άνθρωπος δε γνωρίζει το Λόγο του Θεού, επόμενο είναι και να μη γνωρίζει και τι λέει γύρω από τα πράγματα του Θεού.
      Και τι να κάνει ο Κύριος, άρχισε από το Μωυσή και τους άλλους προφήτες και ερμήνευε σ’ αυτούς «τα περί Αυτού γεγραμμένα εν πάσες ταις γραφαίς». Αν τούτοι οι μαθητές είχαν μέσα στη ζωή τους προσέξει τις γραφές, ποτέ δεν θα έφθαναν σ’ αυτό το αδιέξοδο της θλίψης και της απελπισίας καθώς θα είχαν βρει παρηγοριά σ’ αυτές. Ο Κύριος, για να τους προσφέρει ανακούφιση, τους οδηγεί κατ’ ευθείαν στις Γραφές. "Δεν έπρεπε να πάθει ταύτα ο Χριστός για να εισέλθει στη δόξα. Αυτού;" Από αυτά που είναι γραμμένα μέσα στον αιώνιο λόγο του Θεού δε θα μείνει ούτε ένα «ν» ούτε ένα «σ» που να μην εκπληρωθεί. 
      Τι θαυμαστό να ακούς από το Χριστό να ερμηνεύει τη "θυσία του Ισαάκ", (Γένεση ΚΒ/22: 2), το "χάλκινο φίδι" που ύψωσε ο Μωυσής μέσα στην έρημο (Αριθμοί ΚΑ/21: 9), να ερμηνεύει τον 22ο  και τον 53ο ψαλμό, να τους ερμηνεύει το ΝΓ/53 κεφάλαιο από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα! Για ένα και μόνον θέμα μιλούσε ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη. Για τον επερχόμενο Μεσσία. Έρχονται κάποιοι να πουν ότι πρέπει να προσπερνάμε την Παλαιά Διαθήκη και ότι η Καινή Διαθήκη είναι ό,τι χρειαζόμαστε. Αλλά ο ίδιος ο Κύριος και σε αυτήν αλλά και σε άλλες περιπτώσεις (πειρασμοί κλπ), τη χρησιμοποίησε και έβαλε τη σφραγίδα Του σε ό,τι είναι γραμμένον σ’ αυτή (Λουκάς Δ/4: 4-10).
      Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μια παρατήρηση. Δεν είναι μόνον αυτοί οι δύο που μέσα στην πορεία τους δεν αναγνώρισαν το Χριστό. Είναι πάρα και πολλοί άλλοι, που, ενώ ο Χριστός βαδίζει δίπλα τους, μέσα στις στράτες της ζωής τους, που γεύονται καθημερινά τα δώρα Του και την Αγάπη Του, παρ’ όλα αυτά όμως δεν Τον αναγνωρίζουν. Είναι πολλά εκείνα που μπορούν να με κάνουν να μην αναγνωρίσω το Χριστό που βαδίζει δίπλα μου. Κάποιοι θα προβάλουν τα διάφορα προβλήματα καθώς και τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής. Η βασική αιτία όμως είναι η αμαρτία, που ο άνθρωπος αρνείται να την καταδικάσει και να την εξομολογηθεί στο Θεό και που τον οδηγεί κατ’ ευθείαν στην απιστία. Και δε συμβαίνει αυτό με ανθρώπους του κόσμου, που δε γνωρίζουν το Λόγο του Θεού, άρα και τον Κύριο, οπότε υπάρχει και κάποια δικαιολογία, συμβαίνει και με πιστούς ανθρώπους, που γνώρισαν την αγάπη Του, τη δωρεάν Σωτηρία Του, το Έλεός Του μέσα στη ζωή τους. Και ενώ ο Χριστός είναι κοντά τους, αυτοί περπατούν μόνοι καθώς δεν Τον αναγνωρίζουν. Και ο Κύριος επιμένει να στέκεται δίπλα τους, δεν απομακρύνεται από κοντά τους και προσπαθεί με μύριους τρόπους, να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους.
     Μας επισκέπτεται ο Κύριος, όπως ακριβώς με εκείνο το ελαφρύ αθόρυβο αεράκι, που επισκέφτηκε τον Προφήτη Ηλία, έξω από τη σπηλιά που βρισκόταν πάνω στο βουνό Χωρήβ (Α΄ Βασιλέων ΙΘ/19: 9 – 14). Μόνος και απελπισμένος ο πρ. Ηλίας δεν έβλεπε το Θεό δίπλα του, δεν έβλεπε εκείνες τις 7.000 χιλιάδες των ανθρώπων που ήταν πιστοί και που δεν είχαν κλείνει γόνυ στον Βάαλ (Α΄ Βασιλέων  ΙΘ/19: 18), δεν έβλεπε το πύρινο άρμα, που ο Θεός ετοίμαζε στον ουρανό, για να έρθει να τον παραλάβει με δόξα και τιμή. Ο Κύριος όμως δεν τον άφησε, τον επισκέφτηκε. όχι με τον άνεμο (εδ. 11), ούτε με το σεισμό, ούτε με τη φωτιά (Α' Βασιλέων ΙΘ/19: 12), ο Κύριος τον επισκέφτηκε με ένα λεπτό αεράκι. Ναι, έτσι μας επισκέπτεται ο Κύριος, γιατί δε θέλει ούτε να μας φοβίσει, ούτε να μας εκβιάσει, αλλά μ' ένα καθημερινό ελαφρύ, ανεπαίσθητο αεράκι μας επισκέπτεται ο Κύριος, για να μας προσφέρει, τα δώρα Του, ό,τι έχουμε ανάγκη για να ζήσουμε. Έχουμε αναλογιστεί πόσα μας προσέφερε μόνο σήμερα ο Κύριος, το έχουμε αναλογιστεί; Ποιος μας εξασφάλισε την υγεία, το σπιτικό, τα ρούχα, το αυτοκίνητο, τα χρήματα ….. και ο κατάλογος δεν κλείνει.
       Μας τα προσέφερε ο Κύριος με τόσο ευγενικό, με τόσο λεπτό τρόπο. Πολλές φορές νομίζουμε ότι κάτι μας ανήκει, ότι κάτι είναι δικό μας. Στη ζωή αυτή τίποτα δε μας ανήκει και τίποτα δεν είναι δικό μας. Τα πάντα είναι από τον Κύριο. Η ευγένειά Του, η λεπτότητά Του, πολλές φορές μας κάνει να μην Τον αναγνωρίζουμε, αλλά ο Κύριος δεν μπορεί να αλλάξει. Πάντα με τον ίδιο τρόπο θα στέκεται δίπλα μας και με τον ίδιο τρόπο θα ενεργεί.
      Καθώς βάδιζαν, πλησίασαν στην κόμη και παραβίασαν αυτόν λέγοντες: «μείνον μεθ’ ημών διότι πλησιάζει η εσπέρα και έκλεινεν η ημέρα». Έρχεται νύκτα πάνω στον κόσμο. Τούτη η έκφραση είναι του Κυρίου. Δεν την είπε κάποιος σοφός, κάποιος ισχυρός του αιώνος τούτου, την είπε ο ίδιος ο Κύριος προς τους μαθητές του: «Εγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα του πέμψαντός με, εωσού είναι ημέρα, έρχεται νύξ, ότι ουδείς δύναται να εργάζεται» (Ιωάννης Θ/9: 4).
       "Πάνω στον κόσμο πλησιάζει η εσπέρα και έκλεινεν η ημέρα". Ο Λόγος του Θεού μας πληροφορεί για το τι πρέπει  να κάνουμε, πώς θα πρέπει να σταθούμε: «Πάντων δε το τέλος επλησίασε. Φρονίμως λοιπόν διάγετε και αγρυπνείτε εις τας προσευχάς» (Α΄ Πέτρου Δ/4: 7). Όλες οι ανθρώπινες ελπίδες, όλα τα ανθρώπινα συστήματα, αποδείχθηκαν ουτοπίες και έχουν ήδη καταρρεύσει. Ο άνθρωπος ήλπισε σε πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά συστήματα, τα οποία όμως απέτυχαν στην εφαρμογή τους και μαζί τους σήμανε και το τέλος των ιδεολογιών. Παντού επικράτησε ο απάνθρωπος καπιταλισμός, που θα οδηγήσει τον κόσμο στον όλεθρο και την καταστροφή, γιατί έχει ένα στόχο και ένα σκοπό, το κέρδος με κάθε μέσο, με κάθε τρόπο, θεμιτό ή αθέμιτο. Οι πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται είναι η κοινωνική αδικία, η βία, ο πόλεμος και το κατευθυνόμενο ψεύδος.
      Σιγά και σταθερά μια "παγκόσμια νύχτα" έρχεται να σκεπάσει τα πάντα. Μέσα σ’ αυτήν τη ζοφερή κατάσταση κανένας δεν μπορεί να αντισταθεί στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις. Γι’ αυτό ένα θα πρέπει να είναι το μήνυμα των ημερών: «Και μάλιστα, εξεύροντες τον καιρόν, ότι είναι ήδη ώρα να εγερθώμεν εκ του ύπνου διότι είναι πλησιεστέρα εις ημάς η σωτηρία παρ' ότε επιστεύσαμεν (Ρωμαίους ΙΓ/13: 11).
     Έχουμε ανάγκη μέσα στη ζωή μας να  ζητήσουμε από τον Κύριο να μείνει μαζί μας τούτες τις στερνές ώρες της ανθρωπότητας, που τα σύννεφα στον ορίζοντα πληθαίνουν, που η αμαρτία πολλαπλασιάζεται όπως η «Λερναία Ύδρα» και όλα μαρτυρούν ότι η μεγάλη νύχτα και η μεγάλη καταιγίδα, δε θα αργήσουν να καλύψουν τον πλανήτη απ’ άκρου εις άκρον.
     "Μείνε μαζί μας Κύριε", γιατί Εσύ είσαι η μοναδική μας ελπίδα. «Όποιος ελπίσει επ’ Αυτόν δεν θα καταισχυνθεί εις τον αιώνα». (Ιωάννης Ι/10: 28). Μείνε μαζί μας, Κύριε, γιατί όλα γύρω μας καταρρέουν. Ένας ολόκληρος πολιτισμός, αγώνες, κόποι, μόχθοι, αιώνων καταρρέουν, γιατί έγιναν χωρίς το Θεό, έγιναν ενάντια στο θέλημά Του, ήταν δημιουργήματα του ανθρώπινου "εγώ". Μοναδική ελπίδα στις ημέρες μας «ο Θεός της ελπίδας» (Ρωμαίους ΙΕ/15: 13). "Μείνε μαζί μας Κύριε". Την θέλει ο Κύριος, την περιμένει τούτη την πρόσκληση. Εμπειρία αιώνων μας αναφέρει ότι δεν υπάρχει ψυχή που να έκραξε μάταια στον Κύριο. Στην κραυγή του δικού Του παιδιού ο Κύριος θα ενεργήσει  στην ώρα που πρέπει μετρώντας με το δικό Του ακριβέστατο ρολόι.
      Πόσο έχουμε ανάγκη την παρουσία του Κυρίου γύρω μας τούτες τις τραγικές ημέρες και ώρες που ζούμε! Σφαγές, πόλεμοι, τρομοκρατία, ανεργία, φόβοι "επερχομένων δεινών" κυριαρχούν παντού (Λουκάς ΚΑ/21: 26). Οι άνθρωποι μιλούν για Ειρήνη και εννοούν τον πόλεμο. Μιλούν για Αγάπη και εννοούν μίσος. Πόσες φορές δεν ελπίσαμε στην ανθρώπινη συμπάθεια και αγάπη και πόσο τραγικά προδοθήκαμε. Πόσες φορές ακόμα και εκείνη η λίγη αγάπη που προσφέρει ο άνθρωπος δεν ζητάει την αμοιβαιότητα, την ανταπόδοση.  Ο Κύριος δια του αιωνίου Λόγου Του μας συμβουλεύει: «μείνατε εν τη αγάπη μου» (Ιωάννης ΙΕ/15: 9).  Η αγάπη του Θεού μακροθυμεί, αγαθοποιεί, δεν φθονεί, δεν αυθαδιάζει, δεν επαίρεται, δεν ασχημονεί, δεν ζητεί τα εαυτής, δεν παροξύνεται, δεν διαλογίζεται το κακό, δεν χαίρει εις την αδικίαν, συγχαίρει δε εις την αλήθειαν. Πάντα ανέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει (Α΄ Κορινθίους ΙΓ/13: 4-7). Ένας πολύ ωραίος στοίχος που είχε γραφεί από μία πιστή γυναίκα έλεγε: «Κι’ αν σκοτάδι απλώνεται κι όλο πέφτει τριγύρω, της αγάπης τα λούλουδα ξεψυχούν μαραμένα, θα ελπίζω σε Σένα. Ποιος μπορεί της αγάπης Σου να μου κλέψει το μύρο, τον αμάραντο στέφανο ποιος μπορεί να κρατήσει, σε κοιτάζουν τα μάτια μου στην οδύνης το ξύλο, ποιος μπορεί περισσότερο από ΣΕ ν' αγαπήσει;».
     "Κύριε μείνε μαζί μας". Και ο Κύριος, που ακούει τη φωνή των δικών Του παιδιών, εισήλθε για να μείνει μαζί τους. Υπάρχει ψυχή που να κάλεσε τον Κύριο και ο Κύριος να μην ανταποκρίθηκε; Μπήκε μέσα στο σπίτι, κάθισε στο τραπέζι σαν επισκέπτης, όμως αν και φιλοξενούμενος, γίνεται αμέσως οικοδεσπότης. Αν και ξένος, πήρε το ψωμί ο Κύριος, το έκοψε και το μοίρασε. Χωρίς ακόμα οι οικοδεσπότες να έχουν αντιληφθεί ποιος ήταν, παραχώρησαν οι δύο εκείνοι στο φιλοξενούμενό τους τη θέση του οικοδεσπότη. Αυτή τη θέση θέλει ο Κύριος μέσα στη ζωή μας. Πολλές φορές είμαστε πρόθυμοι να ξοδέψουμε πολλά γι' Αυτόν, όχι όμως και να γίνουμε εμείς οι φιλοξενούμενοί Του. Θέλουμε εμείς να έχουμε να τον πρώτο λόγο, να κρατάμε πεισματικά τα κλειδιά της ζωής μας και να μην τα παραδίδουμε.
      Ήρθε ο Κύριος στο σπιτικό τους, κάθισε, ευλόγησε, έκοψε, έδωσε σε αυτούς. Τι ωραία εικόνα! Κάθε τραπέζι στο οποίο συμμετέχει ο Κύριος δεν είναι τίποτα άλλο από μια εικόνα ενός άλλου τραπεζιού το οποίο ο Κύριος την ημέρα εκείνη θα κάνει στον ουρανό για να φιλοξενήσει τους δικούς Του (Λουκάς Ζ/7: 37 & ΙΒ/12: 37). Εκεί ο Κύριος ως οικοδεσπότης σύμφωνα με την υπόσχεσή του θα προσφέρει στον κάθε καλεσμένο, "εκείνα τα οποία μάτι δεν είδε, αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκαν" (Α΄ Κορινθίους Β/2: 9). Εκείνου του τραπεζιού τη χαρά κανείς δεν μπορεί να φανταστεί, κανένας ανθρώπινος νους δε μπορεί να την περιγράψει.
     Όλα πλέον είναι έτοιμα και ο Κύριος με τους δύο μαθητές Του είναι καθισμένοι στο τραπέζι. Κάποιος φαντάζεται τον Κλεόπα να λέει προς τον φιλοξενούμενό τους: "Κύριε, κάνε μια ευχαριστία για τα αγαθά που έχουμε μπροστά μας". Φαντάζεται τον Κύριο να σηκώνει τα χέρια ψιλά, για να ευχαριστήσει τον Πατέρα και ξαφνικά οι δύο μαθητές βλέπουν τις τρύπες στα χέρια του και Τον αναγνώρισαν αμέσως. Μπορεί να έγινε έτσι, μπορεί να έγινε αλλιώς, πάντως ο Λόγος τους Θεού αναφέρει: «Ανοίχτηκαν τότε τα μάτια τους και Τον αναγνώρισαν». Κατάλαβαν ότι ο ξένος που ήταν μαζί τους δεν ήταν άλλος από τον Κύριο. Άφησε τα πληγωμένα χέρια του Κυρίου να απλωθούν πάνω στο τραπέζι της ζωής σου, όπως εκείνο το βράδυ απλώθηκαν πάνω από το τραπέζι των δύο αυτών μαθητών στην πόλη Εμμαούς.
     Όταν ο άνθρωπος συναντήσει το Θεό, το πρώτο πράγμα που ο Θεός κάνει είναι να του "ανοίξει" τα μάτια. Αυτό το έχουμε όλοι ανάγκη, γιατί όσον αφορά τα πνευματικά πράγματα όλοι είμαστε εκ γενετής τυφλοί. Ψάχναμε μέσα στα σκοτάδια να βρούμε το Θεό. "Ανοίγαμε λάκκους σε συντετριμμένους τόπους εκεί που δεν υπήρχε νερό, για να ξεδιψάσουμε" (Ιερεμίας Β/2: 13). Όλες μας οι προσπάθειες ήταν μάταιες, όμως μέσα στη ζωή μας, μας συνάντησε ο Κύριος και μας "άνοιξε" τα μάτια. "Τώρα γνωρίζουμε σε ποιόν πιστέψαμε" (Β'  Τιμοθέου Α/1: 12).
     Διαβάζουμε ότι καθώς αναγνώρισαν τον Ιησού Εκείνος έγινε άφαντος απ’ αυτούς. Και αυτοί σηκώθηκαν την ίδια εκείνη ώρα και επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ και εκεί βρήκαν συγκεντρωμένους τους δέκα μαθητές μαζί με άλλους ανθρώπους που ήταν μαζί τους (έλειπαν ο Ιούδας, ο Ισκαριώτης που είχε κρεμαστεί καθώς και ο Θωμάς). Αφού λοιπόν τους βρήκαν τους διηγήθηκαν όλα αυτά που συνέβησαν στο δρόμο και πως αναγνώρισαν τον Κύριο. Δεν πρέπει ο άνθρωπος που γνώρισε το Θεό να κρατάει για τον εαυτόν τους τις εμπειρίες του. Έχουν ανάγκη οι άλλοι άνθρωποι, που ακόμα ζουν στην άγνοια και το σκοτάδι, από την ομολογία του και από τη ζωή του.
      Η πορεία από την Ιερουσαλήμ προς την πόλη Εμμαούς ξεκίνησε με φόβο, με θλίψη, με απόγνωση. Οι άνθρωποι της ιστορίας μας προχωρούσαν σκυθρωποί, κατσούφηδες, ολοκληρωτικά απελπισμένοι. Η πορεία από Εμμαούς προς Ιερουσαλήμ, η πορεία της ζωής του ανθρώπου που συναντήθηκε με τον Αναστημένο Ιησού Χριστό έχει τελείως διαφορετικό περιεχόμενο, έχει χαρά, έχει πόθο για υπηρεσία, για ομολογία. Έτσι λοιπόν μια ημέρα, που είχε αρχίσει τόσο σκυθρωπή, έγινε η ευτυχέστερη ημέρα της ζωής τους. Τι μεσολάβησε; Μία συνάντηση με το αναστημένο Ιησού Χριστό και όλα άλλαξαν. Η χαρά, η ελπίδα, η ζωή ξανά πήραν τη θέση τους μέσα στη ζωή των πιστών ανθρώπων. Η θλίψη, η απελπισία, ο φόβος, η αβεβαιότητα, έφυγαν, εξαφανίστηκαν. Όσο ο άνθρωπος μένει κοντά στον Αναστημένο και Δοξασμένο Ιησού Χριστό δεν πρόκειται να τις ξανασυναντήσει ποτέ πλέον.
      Ψυχή, ίσως από τούτη και πολλές άλλες θαυμαστές ιστορίες του Κυρίου, να έχεις κάποιες απορίες και ν' αναρωτιέσαι:  "γιατί τούτο, γιατί εκείνο, γιατί έγινε έτσι και όχι αλλιώς". Μην προσπαθήσεις να τις λύσεις τώρα. Ψάξε, ερεύνησε και ζήτησε από τον Κύριο να σου αποκαλύψει ακόμα περισσότερα, να σου προσφέρει "κατά τον πλούτον Αυτού" (Εφεσίους Γ/3: 16). Ο Κύριος τίποτα δε θα αφήσει κρυφό, όλα θα τ' αποκαλύψει εκείνη την ημέρα στην παρουσία Του. Μέχρι τότε, αν αισθάνεσαι κάπου ελλιπής, αν κάπου δε βλέπεις το Χριστό δίπλα σου, "μη φοβάσαι μόνον πίστευε" (Μάρκος Ε/5: 36). Προσήλωσε τα μάτια σου πάνω στα τρυπημένα χέρια Του και πες: "Σ’ ευχαριστώ Κύριε, γιατί πέθανες για μένα. Πλήρωσες Εσύ το βάρος της δικής μου αμαρτίας, πέθανες Εσύ, για να μην πεθάνω εγώ" (Ρωμαίους Δ/4: 25). Οι πληγές του σταυρού μιλάνε από μόνες τους. Μιλάνε τη γλώσσα της Αγάπης του Θεού, για τον κάθε άνθρωπο. Πες το μέσα από την καρδιά σου και τότε θα Τον αναγνωρίσεις δίπλα σου και τότε θα βαδίζεις το δύσβατο δρόμο της ζωής, «χαίρων», όπως εκείνος ο ευνούχος ο Αιθίοπας, των "Πράξεων των Αποστόλων" (κεφ. Η/8, εδ. 39).---

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ. Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΥΙΟΣ. (Β' ΜΕΡΟΣ).

     Ευαγγέλιον  «κατά Λουκάν», κεφ.  ΙΕ/15,   εδ.   25 – 32.   (Β'  ΜΕΡΟΣ).

25 Ήτο δε ο πρεσβύτερος αυτού υιός εν τω αγρώ και καθώς ερχόμενος επλησίασεν εις την οικίαν, ήκουσε συμφωνίαν και χορούς, 
26 και προσκαλέσας ένα των δούλων, ηρώτα τι είναι ταύτα. 
27 Ο δε είπε προς αυτόν ότι ο αδελφός σου ήλθε και έσφαξεν ο πατήρ σου τον μόσχον τον σιτευτόν, διότι απήλαυσεν αυτόν υγιαίνοντα. 
28 Και ωργίσθη και δεν ήθελε να εισέλθη. Εξήλθε λοιπόν ο πατήρ αυτού και παρεκάλει αυτόν. 
29 Ο δε αποκριθείς είπε προς τον πατέρα· Ιδού, τόσα έτη σε δουλεύω, και ποτέ εντολήν σου δεν παρέβην, και εις εμέ ουδέ ερίφιον έδωκάς ποτέ διά να ευφρανθώ μετά των φίλων μου. 
30 Ότε δε ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών, ήλθεν, έσφαξας δι' αυτόν τον μόσχον τον σιτευτόν. 
31 Ο δε είπε προς αυτόν Τέκνον, συ πάντοτε μετ' εμού είσαι, και πάντα τα εμά σα είναι· 
32 έπρεπε δε να ευφρανθώμεν και να χαρώμεν, διότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ήτο και ανέζησε, και απολωλώς ήτο και ευρέθη. 

       ΣΧΟΛΙΑ: 
     Σ’ ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας γραμματείας, που είναι η «παραβολή του ασώτου υιού» (Λουκάς ΙΕ/15: 11-32) πέρα από το βαθύτατα πνευματικό περιεχόμενο, που μας αποκαλύπτεται για το ποιος είναι αληθινά ο Θεός και τι ζητάει από εμάς, βλέπουμε μία μορφή που ο Χριστός μάς καλεί να την ψηλαφήσουμε με πολύ μεγάλη προσοχή. Πρόκειται για τον «πρεσβύτερο υιό» της οικογένειας. 
     Πολλές φορές ίσως να μοιάζουμε, ως πιστοί, με τον άνθρωπο αυτόν. Έχοντας τη βεβαιότητα ότι είμαστε πάντοτε δίπλα στο Θεό, τον οποίο αναγνωρίζουμε και αποκαλούμε «Πατέρα μας» (Ματθαίος ΚΓ/23: 9), έρχεται η στιγμή που διαπιστώνουμε ότι η αγάπη του Θεού δεν περιορίζεται στην ηθική μας ή την υπακοή μας ή το δίκιο μας, αλλά είναι μία ασύλληπτη αγάπη που απλώνεται σε όλους τους τομείς της ύπαρξής μας, ανεξαρτήτως έργων, κοινωνίας κλπ. Για όποιον πιστεύει σ’ ένα Θεό που αποβλέπει σε αυστηρούς «νόμους», που δε δίνει ευκαιρίες στους ανθρώπους όταν κάνουν λάθη, όταν ενεργούν άστοχα, όταν Τον περιφρονούν, ακόμα και όταν φεύγουν από κοντά Του, φαίνεται σκανδαλώδης αυτή η αγάπη και έξω από κάθε πραγματικότητα. 

       Ας παρατηρήσουμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά που εξελίσσονται. Μπορεί μετά τη μετάνοια και επιστροφή του, όπως είδαμε στο πρώτο μέρος της παραβολής (η δημοσίευση έγινε 02-03-2012) να σταμάτησε το δράμα του αποστατημένου υιού, όχι όμως και το οικογενειακό δράμα, αφού μια τελευταία πράξη του, πολύ ανέλπιστη παίχτηκε γύρω από το τραπέζι της χαράς, που έστησε ο πατέρας, για να γιορτάσουν όλοι μαζί την επιστροφή του χαμένου του παιδιού. 
        Ο πρεσβύτερος υιός ζει με την βεβαιότητα ότι μόνον αυτός έχει θέση στην καρδιά του Πατέρα και για το σκοπό αυτό εργάζεται σκληρά, για να φανεί αντάξιος της αποκλειστικότητάς του, την οποία όπως πιστεύει, δικαιούται για τον εαυτό του. Καθώς επιστρέφει από την εργασία του και παρατηρεί τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του, ολόκληρο το οικοδόμημα που έχει χτίσει μέσα του με κέντρο τον εαυτό του, αρχίζει να καταρρέει. 
          «και οργίσθη και δεν ήθελε να εισέλθει». 
        Καθώς η γιορτή έχει φουντώσει και όλοι με μεγάλη χαρά γιορτάζουν την επιστροφή του μικρότερου παιδιού της οικογένειας και τη λήξη της περιπέτειάς του, φτάνει στο σπίτι, επιστρέφοντας από τη δουλειά, ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας και βρίσκει το σπίτι κυριολεκτικά να «καίγεται» από τα φώτα, τους χορούς (χορωδίες) και τις μουσικές. Έκπληκτος ρωτάει έναν από τους δούλους για να μάθει τι ακριβώς συμβαίνει. Αμέσως  πληροφορήθηκε ότι ο χαμένος αδελφός του είχε γυρίσει μετανοημένος στο σπίτι τους και ο πατέρας από τη μεγάλη του χαρά έσφαξε το "σιτευτό μοσχάρι" και ξεκίνησε μια μεγάλη γιορτή, για να γιορτάσει την επιστροφή του γιου του. 
        Όταν άκουσε τούτα τα λόγια από το δούλο της οικογένειας, οργίστηκε και δεν ήθελε να μπει μέσα στο σπίτι, που γινόταν το τραπέζι της χαράς. Ένας ολόκληρος κόσμος τακτοποιημένος σε «καλούπια» ανθρώπινης ηθικής γκρεμίστηκε μέσα του. Ζούσε δίπλα σ’ έναν πατέρα που ποτέ δε μπόρεσε να τον καταλάβει. Όλο το ενδιαφέρον του πρεσβύτερου γιού ήταν στο κέρδος, στο συμφέρον, στην επιθυμία να γίνουν όλα δικά του. Η καρδιά του σκοτείνιασε, γέμισε από θυμό και αγανάκτηση, καθώς άκουσε τα νέα για το μικρότερο αδελφό του. Συμβαίνει άραγε αυτό αναμεταξύ μας; Ας σκεφτεί και ας απαντήσει ο καθένας για τον εαυτόν του. Ο Απ. "Ιάκωβος", ο αδελφόθεος στην καθολική επιστολή του αναφέρει  μία χαρακτηριστική φράση την οποία δε θα πρέπει να παραβλέπουμε: "εις πολλά πταίομεν άπαντες" (Ιακώβου Γ/3: 2). Πολλές φορές αγανακτούμε και εκφράζουμε παράπονα, όπως: «Γιατί ευλόγησες εκείνον, εγώ έχω τα δικαιώματα, γιατί έχω τόσα χρόνια μέσα στην Εκκλησία, όχι αυτός που ήταν μακριά, που κατέφαγε, σπατάλησε, ντρόπιασε......». 
      Μάταια ο πατέρας θα βγει έξω για να εξηγήσει και να ηρεμήσει το μεγαλύτερο γιό του και να τον καλέσει να μπει κι αυτός μέσα στο τραπέζι της χαράς. Ο μεγάλος γιος πεισματικά αρνείται να μπει και παραμένει σκληρός και ανένδοτος. Αφήνει να βγουν από την ψυχή του όλα τα "απωθημένα του". Ένας μεγάλος θυμός τον έχει καταλάβει και ένα πικρό παράπονο έρχεται στα χείλη του, καθώς απευθύνεται στον πατέρα του: «Σε δούλεψα, ποτέ εντολή σου δεν παραβίασα και ποτέ δεν μου έδωσες, ούτε ένα κατσίκι να το φάω με τους φίλους μου, όμως σαν ήρθε ο γιος σου τούτος ο άσωτος, που κατέφαγε το βιός σου με τις πόρνες, έσφαξες γι’ αυτόν, το μόσχο τον σιτευτό». Πικρά, σκληρά λόγια που δείχνουν ασπλαχνία, μεγάλη σκληρότητα, πείσμα, απαίτηση και πάνω απ’ όλα έλλειψη συχωρητικότητας και αγάπης. Ο Κύριος ήταν κατηγορηματικός: "εάν δεν συγχωρήσητε εις τους ανθρώπους τα πταίσματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ σας θέλει συγχωρήσει τα πταίσματά σας" (Ματθαίος Σ/6: 15). 
       Θα ήθελα να ξεχωρίσω και να επισημάνω μία φράση σε τούτα τα λόγια: "ποτέ δεν μου έδωσες, ούτε ένα κατσίκι να το φάω με τους φίλους μου". Αν ο πατέρας του έδινε και ένα και δύο και παραπάνω κατσίκια, με ποιους θα τα έτρωγε; Ο ίδιος ομολογεί με τους φίλους του, με τους δικούς του, με την παρέα του, με αυτούς που ταίριαζε και αγαπούσε. Η καρδιά όμως του πατέρα είναι διαφορετική. Τους καλεί όλους, τους θέλει όλους, τους αγαπάει όλους, τους περιμένει όλους και έχει για όλους ετοιμάσει τα καλύτερα. "έκαμε δείπνον μέγα και εκάλεσε πολλούς" (Λουκάς ΙΔ/14: 16). Αλήθεια ποιους καλούμε στο σπίτι μας, στη ζωή μας; Ο Κύριος ήταν κατηγορηματικός: "αν αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν, ποια χάρη οφείλεται σε σας; Επειδή, και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. Και αν αγαθοποιείτε εκείνους που σας αγαθοποιούν, ποια χάρη οφείλεται σε σας; Επειδή, και οι αμαρτωλοί κάνουν το ίδιο" (Λουκάς Σ/6: 32, 33). 
      Ο μεγαλύτερος γιος δε δίνει καμία απολύτως σημασία στο μικρότερο αδελφό του. Δεν τον αποκαλεί καν αδερφό του, δεν είπε: "ο αδερφός μου", αλλά "ο υιός σου ούτος" (εδ. 30). Όλη η ανησυχία του επικεντρώνεται στα μοσχάρια, τα ρούχα και κυρίως στο δαχτυλίδι του Πατέρα. Είχε ξεχάσει τον αδελφό του και θα επιθυμούσε πάρα πολύ να τον είχε ξεχάσει και ο Πατέρας. Άραγε υπάρχει κάτι δικό μας σ' αυτό το σημείο της παραβολής; Ναι υπάρχει! Πόσες φορές δίνοντας προτεραιότητα στα εφήμερα πράγματα τούτης της ζωής, ξεχάσαμε τον αδελφό μας, ξεχάσαμε τον "πλησίον" μας (Λουκάς Ι/10: 25-37), το συνάνθρωπό μας, δεν προσέξαμε, δε δώσαμε σημασία, δε χαρήκαμε γι' αυτόν, δεν τον καλοδεχτήκαμε, δεν τον αγαπήσαμε. Ο Χριστός, σε αντίθεση με τη δική μας συμπεριφορά, δε μας ξέχασε και δε μας εγκατέλειψε μέσα στην αμαρτία και τον αιώνιο θάνατο που βρισκόμαστε. «Πατέρα, είπε θα πεθάνω Εγώ γι' αυτούς και θα πληρώσω για τις αμαρτίες τους» (Εβραίους Ι/10: 7). 
        Αφού λοιπόν ο μεγάλος γιος της οικογένειας αρνείται να μπει μέσα, ας βγούμε εμείς έξω και ας τον πλησιάσουμε, προσέχοντας ιδιαίτερα να μην τον αδικήσουμε με εύκολα και ρηχά συμπεράσματα. Καθώς τον παρατηρούμε, συναντάμε έναν άνθρωπο πάνω απ' όλα σοβαρό, τίμιο, ηθικό, αξιοπρεπή. Ποτέ δεν πήγε με πόρνες, ούτε συναναστράφηκε με μέθυσους ή άλλους ανήθικους παραβάτες. Θεωρείται «μακάριος» διότι ουδέποτε «περιεπάτησεν εν βουλή ασεβών και εν οδώ αμαρτωλών δεν εστάθη, και επί καθέδρας χλευαστών δεν εκάθησεν» (Ψαλμός Α/1: 1). Ήταν ένας άνθρωπος σωστός, τυπικός, σοβαρός, αξιοπρεπής, μετρημένος στις εκδηλώσεις του, εργατικός, που κράτησε και αξιοποίησε με την εργασία του το μερίδιό του από την πατρική του περιουσία. 
     Με μια γρήγορη ματιά φαίνεται ο άνθρωπος αυτός να τα κάνει όλα σωστά. Προσεύχεται, πάει στην εκκλησία, νηστεύει, μελετάει το Λόγο του Θεού, τον κηρύττει  και έχει προσφέρει ένα πολύ σημαντικό έργο μέσα από την πολύχρονη διακονία του. Από μία εξωτερική παρατήρηση και προσέγγιση θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι το υπόδειγμα ενός καθώς πρέπει πνευματικού ανθρώπου. Όμως, παρ' όλα τα προσόντα που αναφέραμε, παρατηρούμε ότι στην κυριολεξία μέσα στα βάθη της καρδιάς του είναι ένας χαμένος και συγχυσμένος στη σχέση του με τον Πατέρα του. Είναι και αυτός ένα "απολωλός πρόβατο". Ενώ από τη μία πιστεύει ότι υπηρετεί το Θεό, από την άλλη δε φαίνεται να γνωρίζει την Αγάπη και το Έλεός Του. Η τραγωδία βρίσκεται ακριβώς σ' αυτό το σημείο. Τόσα χρόνια υπηρετώντας μέσα στο σπίτι του πατέρα δεν είχε καταλάβει πιο πατέρα είχε δίπλα του. Η σχέση του με τον πατέρα του βασίζεται στην τήρηση κάποιων αυστηρών νόμων, κανόνων και διατάξεων και όχι σε μια αγαθή, στενή, πνευματική σχέση αγάπης και λατρείας. Αλήθεια μπορεί να είναι κάποιος μέσα στο σπίτι του Πατέρα (εκκλησία) και να είναι χαμένος; Ναι, γιατί πολλές φορές είναι τυφλωμένος από τα τυπικά "θρησκευτικά" του έργα και νομίζει πως εκτελώντας όλα αυτά έχει προσφέρει πολύ μεγάλη υπηρεσία στο Θεό. 
     Τούτος ο άνθρωπος ένα δρόμο γνώριζε και αυτόν ακολουθούσε καθημερινά στη ζωή του, από το σπίτι στη δουλειά και αντίθετα. Είχε εργαστεί και είχε προσφέρει ένα πολύ σημαντικό έργο μέσα στο σπίτι του Πατέρα. Με τα μέτρα της δικής μας ηθικής θα λέγαμε ότι ήταν ένας σωστός, τυπικός και υποδειγματικός πολίτης. Δεν έλειψε ποτέ δίπλα από τον Πατέρα και ήταν το στήριγμά του σε όλη εκείνη την περίοδο, που ο μικρότερος υιός είχε φύγει μακριά του. Πολλές φορές τα "θρησκευτικά" μας έργα μας επαναπαύουν και νομίζουμε ότι είμαστε τακτοποιημένοι με το Θεό. 
      Τούτη τη φορά γίνεται μάρτυρας ενός φαινόμενου, το οποίο ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι θα συνέβαινε, να γίνεται τόσο μεγάλη χαρά για έναν αμαρτωλό, για έναν άσωτο που ντρόπιασε τον πατέρα του και σπατάλησε την περιουσία του!!! Αυτό του είναι αδιανόητο, δεν το χωράει ο νους του και γι' αυτό αρνείται να συμμετάσχει. Δεν ήταν μόνον ο θυμός, δεν ήταν μόνον το μίσος, δεν ήταν η αγανάκτηση που τον κράτησαν καθηλωμένο έξω από το σπίτι, ήταν η μεγάλη του έκπληξη, που δεν τον άφησε να προχωρήσει, για να μπει μέσα. Γι’ αυτόν ήταν κάτι αδιανόητο, που πραγματικά τον γέμιζε με φρίκη και αγανάκτηση, το θεωρούσε πολύ μεγάλη αδικία να στρωθεί ένα τόσο μεγάλο τραπέζι υποδοχής για εκείνον το βρωμερό άνθρωπο που είχε προσβάλει το όνομά τους, που είχε κατασπαταλήσει την περιουσία του με τις πόρνες. 
      Ένας έντονος διάλογος γίνεται μεταξύ του Πατέρα και του γιου: "Παιδί μου", λέει ο Πατέρας……, "σε δούλεψα" λέει ο υιός, "ποτέ εντολή σου δεν παρέβηκα και ποτέ δε μου έδωσες ούτε ένα κατσίκι να το φάω με τους φίλους μου. Σαν όμως ο γιος σου τούτος, ο άσωτος, που κατέφαγε το βιό σου με τις πόρνες ήρθε, έσφαξες γι’ αυτόν το μόσχο τον σιτευτόν". Πρόκειται για πικρά λόγια, σκληρά, που δείχνουν ασπλαχνία, αχαριστία, σκληρότητα, θυμό, πείσμα, απαίτηση. Από την άλλη η κριτική, τα παράπονα μέσα στην Εκκλησία του Θεού, ποτέ δεν έλλειψαν. "αυτός" όχι "ο αδελφός" μου, που τον ευλογείς, που του έχεις αναθέσει την (τάδε) υπηρεσία, ενώ εγώ με τόσα χρόνια προσφοράς και ενσυνείδητης εργασίας,  δεν έχω λάβει απάντηση. Κριτική στον αδελφό ακόμα και στο Θεό. Δεν είναι αδελφός μου, είναι δικό σου γιός. Παρατηρούμε πολλές φορές και εκφράζουμε κρίσεις: "Πώς ήρθε αυτός ο νέος έτσι μέσα στην εκκλησία, τι φόραγε, πώς μίλησε, πώς καθόταν....." Ο Κύριος ήταν κατηγορηματικός: "μη κρίνετε, και δεν θέλετε κριθή, μη καταδικάζετε και δεν θέλετε καταδικασθή, συγχωρείτε, και θέλετε συγχωρηθή" (Λουκάς Σ/6: 37). Πόσο μακριά βρίσκεται ο άνθρωπος, που ζητάει να δικαιωθεί από τα έργα του και την τήρηση των εντολών του Νόμου, από τη χαρά του ουρανού! Αδυνατεί να καταλάβει τη λογική της αγάπης. Κατηγορηματικός ο Απόστολος Παύλος: «εάν η δικαίωση γίνεται διά του νόμου, άρα ο Χριστός εις μάτην απέθανεν» (Γαλάτας Β/2: 21). Εάν ο άνθρωπος μπορούσε να σωθεί με τα έργα του, τότε ο Χριστός μάταια πέθανε. 
       Ο άνθρωπος αυτός στηρίζεται στο "γράμμα" του Νόμου (Β' Κορινθίους Γ/3: 6), που απαιτεί την παραδειγματική τιμωρία του "πεισματώδη και απειθή υιού". Αυτό άλλωστε προέβλεπε και ο Μωσαϊκός Νόμος (Δευτερονόμιο ΚΑ/21: 18-20) και αδυνατεί να καταλάβει τη Χάρη του Θεού προς τον μετανοημένο αμαρτωλό, το Έλεος του Θεού για όσους ειλικρινά Τον επικαλούνται, την Αγάπη του Θεού που επιβάλει να χαρεί κανείς στην ανεύρεση του «χαμένου πρόβατου» (Λουκάς ΙΕ/15: 6). Ένας "χαμένος θησαυρός" (Ματθαίος ΙΓ/13: 44) είναι ο άνθρωπος για το Θεό. Εμείς αξιολογούμε τους ανθρώπους ανάλογα με την εμφάνιση, την κοινωνική τους θέση, τη νοημοσύνη, την οικονομική τους επιφάνεια και τόσα άλλα ευτελή κριτήρια. Μόνον ο δημιουργός που έφτιαξε τον άνθρωπο, "κατ’ εικόναν Αυτού" (Γένεση Α/1: 27), ξέρει την αξία του κάθε ανθρώπου. Να γιατί χαίρεται ο ουρανός για τη σωτηρία μίας πολύτιμης ψυχής. Ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Χαρά μεγάλη γίνεται στον Ουρανό για ένα αμαρτωλό που μετανοεί» (Λουκάς ΙΕ/15: 7-10). 
      Τούτος ο μεγαλύτερος αδελφός, καθώς στέκεται έξω από το τραπέζι της χαράς, μένει στη σκιά και ζει το δικό του δράμα, καθώς χάνει την εμπειρία της μεγάλης γιορτής, της αγκαλιάς του πατέρα. Δε γελάει, δε χαίρεται για τη σωτηρία του αμαρτωλού και δε ζητάει και ο ίδιος τη σωτηρία του γιατί δε νοιώθει καμία ανάγκη για να σωθεί. Αντίθετα νομίζει ότι είναι απόλυτα τακτοποιημένος με το Θεό και μάλιστα, με όλα αυτά που έχει προσφέρει μέσα στον οίκο του Θεού, θεωρεί ότι ο Θεός του οφείλει και από πάνω και μάλιστα πάρα πολλά. Δε φροντίζει να έχει κάποια ιδιαίτερη προσωπική, πνευματική - εσωτερική - σχέση αγάπης με τον πατέρα, απλά, τυπικά κάνει ό,τι ορίζει "το γράμμα" του Νόμου. Εξαντλεί όλη του τη σχέση δουλεύοντας και υπακούοντας στις εντολές Του. Νομίζει ότι επειδή μένει μέσα στον οίκο του Πατέρα και δεν κοιμάται με τις πόρνες και δεν τρώει με τα γουρούνια, όπως έκανε ο μικρότερος αδελφός του, είναι πολύ καλός. "Ευχαριστώ σοι, Θεέ, ότι δεν είμαι καθώς οι λοιποί άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και καθώς ούτος ο τελώνης" (Λουκάς ΙΗ/18: 11). Όλων μας η ζωή είναι καλύτερη, αν αρχίσουμε να τη συγκρίνουμε με τη ζωή κάποιων άλλων ανθρώπων που εμείς επιλέγουμε. 
    Πρόκειται για έναν άνθρωπο ανίκανο να δημιουργήσει γνήσιες σχέσεις, έναν άνθρωπο σκληρόκαρδο, εγωιστή, που αρνείται ν’ αγαπήσει, να υποταχθεί, ν’ αγκαλιάσει…. Απέναντι σε μια τέτοια στάση ζωής ο Πατέρας απαντά με απίστευτη τρυφερότητα, με πολύ μεγάλη διάκριση: «Παιδί μου, όλα όσα έχω είναι δικά σου» επιβεβαιώνοντας για άλλη μία φορά ότι κανένας δε μπορεί να του στερήσει τα δικαιώματα που κατέχει και πάνω απ’ όλα την πατρική αγάπη. Η αγάπη δεν έχει όρια, σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει, είναι ανεξάντλητη. Παιδί μου… «έπρεπε να χαρείς γιατί ο αδερφός σου νεκρός ήταν και αναστήθηκε, χαμένος και βρέθηκε», υπενθυμίζοντάς του ότι η αδελφική σχέση δε διαγράφεται, ότι «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α’ Κορινθίους ΙΓ/13: 8) και θα πρέπει πάντοτε να στέκεται στο υψηλότερο επίπεδο, να μπαίνει πάνω απ’ όλα. 
        Ο μεγαλύτερος γιος δε φαίνεται ν' αντιλαμβάνεται όλα τούτα και τη μόνη λογική που καταλαβαίνει είναι να δείχνει τα ροζιασμένα χέρια του στον Πατέρα και να του λέει: «σε δούλεψα….». Είναι αυστηρός και στηρίζεται στη δική του δικαιοσύνη, που την προβάλει με περηφάνια. Είναι η εικόνα του θρησκευόμενου, του αυτοδικαιούμενου ανθρώπου. Θρησκεία είναι η αυτοδικαίωση του ανθρώπου με τα έργα του, μέσα από την τήρηση κάποιων νόμων ή κανόνων. Η δικαιοσύνη του Θεού δεν έχει να κάνει με έργα ή την τήρηση κάποιων κανόνων ή νόμων, αλλά έχει να κάνει με το περιεχόμενο της καρδιάς του ανθρώπου. "ο άνθρωπος βλέπει το φαινόμενον, ο δε Κύριος βλέπει την καρδίαν" (Α' Σαμουήλ ΙΣ/16: 7). Ο Θεός θέλει να πάρει την "πέτρινη" καρδιά μας, που μισεί τον αδερφό μας και να μας δώσει μια νέα καρδιά, που θα εκφράζει ένα "νέο πνεύμα" (Ιεζεκιήλ ΛΣ/36: 26). Τ' ανθρώπινα "θρησκευτικά έργα" δεν μπορούν να δημιουργήσουν μία εσωτερική, πνευματική σχέση με το Θεό. Δε μπορεί ο άνθρωπος μέσα απ' αυτά να χαρεί, να νοιώσει αγάπη για τον αδερφό του, να περπατήσει μαζί με το Θεό, να συμμετέχει στις μεγάλες γιορτές που κάνει Αυτός για να τιμήσει τους δικούς Του. Ο μεγαλύτερος αδελφός δεν έχει καμία εμπειρία γιορτής, αγκαλιάς με τον πατέρα, με αποτέλεσμα να μη νιώθει καμία ευχαρίστηση. Οι άνθρωποι αυτοί περπατούν με το Θεό από φόβο για να μην καταλήξουν στην κόλαση, όμως δεν είναι αυτή η σχέση που θέλει να έχει ο Θεός με τα παιδιά Του. Δε θέλει μια σχέση: "Κύριε, Κύριε..." (Ματθαίος Ζ/7: 21), αλλά θέλει μια σχέση "εν πνεύματι και αληθεία" (Ιωάννης Δ/4: 23). 
      Ο Ιησούς Χριστός όλους αυτούς που στηρίζονταν στα έργα και δεν επεδίωξαν να έχουν μια στενή πνευματική σχέση μαζί Του, τους αναγνώρισε στο πρόσωπο όλων εκείνων των Φαρισαίων και Σαδουκαίων, των Γραμματέων και των Πρεσβυτέρων του λαού. Πίστευαν ότι προσέφεραν εκδούλευση στο Θεό με το να είναι θρησκευόμενοι (Λουκάς ΙΗ/18: 10–14). Να εφαρμόζουν τους τύπους και τους νόμους της θρησκείας τους και μέσα απ’ όλα αυτά να είναι διδάσκαλοι των άλλων ανθρώπων. Ο Κύριος, αφού τους αποκάλεσε "τυφλούς, οδηγούς τυφλών" τους εξήγησε πού θα καταλήξουν: "τυφλός δε τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθρον θέλουσι πέσει" (Ματθαίος ΙΕ/15: 14).
       Περιφρονούσαν τον Ιησού, γιατί έφερνε ένα παράξενο γι’ αυτούς μήνυμα. Έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός (Ρωμαίους Γ/3: 23) και ως εκ τούτου έχει ανάγκη σωτηρίας. Δεν μπορεί να σωθεί με τα έργα του και αυτό δεν τους άρεσε, γιατί αυτοί εκεί στηρίζονταν στα δικά τους ψεύτικα, υποκριτικά έργα. Έκαναν τους θρησκευόμενους, αλλά στην ουσία, όπως τους χαρακτήρισε και ο Κύριος, ήταν «τάφοι ασβεστωμένοι» (Ματθαίος ΚΓ/23: 27) και τίποτα άλλο. Φρόντιζαν να καθαρίζουν το «έξωθεν του ποτηρίου» (Λουκάς ΙΑ/11: 39), για να τους βλέπουν οι άνθρωποι, ενώ μέσα τους ήταν βρώμικοι, πονηροί και άρπαγες. 
      Με τη σκληρή, άκαρδη και κακή συμπεριφορά του ο πρεσβύτερος γιος αδίκησε τον Πατέρα του, γιατί δεν μπόρεσε να Τον καταλάβει. Ο πατέρας είχε αγάπη, είχε μεγάλη καρδιά. Τούτη την αγάπη δε μπόρεσε να την καταλάβει ο μεγαλύτερος γιος και με τα σκληρά του λόγια Τον πίκρανε, Τον πλήγωσε. Πόσες φορές δεν μπορούμε να καταλάβουμε τα σχέδια του Θεού μέσα στη ζωή μας. Η αιτία που δεν τα καταλαβαίνουμε είναι ότι παραμένουμε απ’ έξω. Είναι ανάγκη να έρθουμε πιο κοντά στο Θεό, να μπούμε μέσα, να καθίσουμε στο πατρικό τραπέζι και είναι βέβαιο ότι ο Θεός θα μας εξηγήσει όλα τα σχέδιά Του για τη ζωή μας. 
       Ο πρεσβύτερος γιός με τη συμπεριφορά του αδίκησε τον πατέρα του, αδίκησε όμως και τον αδελφό και μάλιστα στην πιο δύσκολη ώρα της ζωής του. Η πιο δύσκολη ώρα για το νεότερο γιο δεν ήταν, όταν ήταν όταν βρισκόταν μέσα στα γουρούνια, εκείνη τη θέση την άξιζε. Η πιο δύσκολη ώρα ήταν τώρα που βρέθηκε να κάθεται στο τραπέζι, δίπλα στον Πατέρα του, γιατί ήξερε ότι τη θέση αυτή δεν την άξιζε. Μέσα σε κείνο το λαμπρό περιβάλλον είναι βέβαιο ότι αισθάνθηκε πιο βαριά την ενοχή του. Αισθάνθηκε ξένος στο σπίτι του πατέρα του. Τούτη την ώρα είχε μεγάλη ανάγκη από λίγη συμπάθεια, από λίγη ενθάρρυνση, είχε ανάγκη από δυο λόγια αγάπης. Όμως αντί να πάρει αυτό που είχε ανάγκη, άκουσε από τη μισάνοιχτη πόρτα τα σκληρά και άκαρδα λόγια του αδελφού του. 
     Υπάρχουν άνθρωποι που μόλις τώρα γνώρισαν την αγάπη του Θεού, γνώρισαν το Χριστό και τη σωτηρία που μόνον Αυτός προσφέρει, δωρεάν, "κατά χάριν" (Εφεσίους Β/2: 8), άνθρωποι, που ακόμα μυρίζουν από την οσμή των χοίρων και τα ξυλοκέρατα της αμαρτίας. Πλούσιο το τραπέζι που έστρωσε ο πατέρας, για να τους υποδεχθεί, όμως το περιβάλλον (που είμαι εγώ και συ), πολύ ξένο και αφιλόξενο. Στέκεται η ψυχή δίπλα μας συντετριμμένη και "πεινάει" για λίγα λόγια συμπάθειας, για λίγη συντροφιά, για δυο λόγια αγάπης, φιλίας, ενθάρρυνσης. Εκείνη την ώρα περνά από μπροστά ο "μεγαλύτερος αδελφός", ο άνθρωπος που έχει πολλά χρόνια στην πίστη, με πολύ μεγάλη δράση μέσα στην εκκλησία, ο άνθρωπος που τον χωρίζουν πολλά χιλιόμετρα από τους πλησιέστερους "χοίρους" και στέκεται αδιάφορος. Ίσως τα σκληρά λόγια του μεγαλύτερου αδελφού να είναι πολύ καλύτερα από την παγερή αδιαφορία, που πολλές φορές δείχνουμε. 
       Τι άλλο να πει κανείς για τούτο το μεγάλο γιο! Αδίκησε τον πατέρα του, αδίκησε τον αδελφό του, όμως πιο πολύ από κάθε άλλον αδίκησε τον εαυτόν του. "Κάθισε δίπλα στον αδελφό σου, γνώρισέ τον, βοήθησέ τον και δίνοντάς του θα πάρεις και συ πολλά πράγματα που έχεις ανάγκη". Τούτος ο γιος έμεινε σκληρός, αλύγιστος στη δική του δικαιοσύνη και δε θέλησε να μπει στο σπίτι της χαράς. Ένα συμπέρασμα βγαίνει απ’ όλα αυτά. Ας μη στηριζόμαστε στη δική μας δικαιοσύνη, στα δικά μας έργα, στις δικές μας προσπάθειες. Ας μην προσπαθούμε να αυτοδικαιωθούμε, όπως ο Φαρισαίος μπροστά στο ιερό (Λουκάς ΙΗ/18: 10-14), όπως τούτος ο μεγαλύτερος γιος της ιστορίας μας. Ο Λόγος του Θεού μας προτρέπει: "Ας γίνει γνωστή η επιείκειά μας σε όλους" (Φιλιππησίους Δ/4: 5). Ας καταλάβουμε ότι μπροστά στο Θεό είμαστε τόσο αμαρτωλοί και χαμένοι, όσο ο ληστής και η πόρνη. Όλοι έχουμε ανάγκη από ένα Σωτήρα. Αυτόν το Σωτήρα τον έδωσε ο ουρανός είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού (Γαλάτας Δ/4: 4). Ας Τον δεχθούμε, ας Τον πιστέψουμε, ας Τον ομολογήσουμε, ας στηριχτούμε στο Έργο, που Εκείνος έκανε πάνω στο σταυρό για τη δική μας σωτηρία. Εν κατακλείδι, ας πλησιάσουμε το Θεό, ας μπούμε στο τραπέζι της χαράς και της ευφροσύνης, που ο Πατέρας Θεός έχει ετοιμάσει για τον καθένα από μας (Λουκάς ΙΒ/12: 37). Ο πατέρας μας περιμένει, αγωνιά για μας, "θέλει πάντες να σωθούν και να έρθουν εις επίγνωσιν" (Α΄ Τιμοθέου Β/2: 4). 

        ΕΠΙΛΟΓΟΣ: 
      Την παρούσα παραβολή την αναφέρουμε ως "η παραβολή του ασώτου", όμως όπως φαίνεται από την εξιστόρηση των γεγονότων τούτοι οι γιοί ήταν και οι δύο άσωτοι. Όλοι οι άνθρωποι είναι άσωτοι. Ο Λόγος του Θεού αναφέρει: "πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού" (Ρωμαίους Γ/3: 23. O "νεότερος γιος" έδειχνε με κάθε τρόπο την ασωτία του και την πρόβαλε, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός την πραγματική φτωχή πνευματική του κατάσταση την έκρυβε κάτω από μια δήθεν αξιοπρεπή εμφάνιση στην πατρική στέγη. Θέλοντας να χαρακτηρίσει ο Κύριος αυτή την κατηγορία των ανθρώπων ανέφερε: "έχοντες μεν μορφήν ευσεβείας, ηρνημένοι δε την δύναμιν αυτής" (Β' Τιμοθέου Γ/3: 5). 
      Και οι δύο λοιπόν γιοί ήταν άσωτοι και των δύο η καρδιά ήταν πολύ μακριά από την καρδιά του Πατέρα και οι δύο έδειξαν πόσο λίγο αγαπούσαν και υπολόγιζαν τον Πατέρα τους. Ο μεν νεότερος το έδειξε όταν ζήτησε την κληρονομιά του, ενώ ο πατέρας ήταν εν ζωή, ο δε πρεσβύτερος όταν μίλησε με τόσο σκληρά λόγια για τον αδελφό του που είχε επιστρέψει μετανιωμένος. 
      Και οι δύο ήταν άσωτοι και συνεπώς και οι δύο ήταν χαμένοι, όμως ο ένας απ' αυτούς μετάνιωσε για την ασωτία του, για την αμαρτωλή του ζωή, αναγνώρισε την αναξιότητά του και ταπεινώθηκε μπροστά στον Πατέρα του και έτσι αξιώθηκε να λάβει το φιλί της πατρικής αγάπης και συγχώρησης, να λάβει τη σωτηρία του. Ο άλλος, ο θρησκευόμενος, παρά το γεγονός ότι γνωρίζει πολύ καλά το Νόμο του Θεού και υπηρετούσε μέσα στον οίκο Του, δεν είχε καταλάβει το βάθος της καρδιάς του Θεού, που θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να έρθουν σε μετάνοια, που τους αγαπάει όλους, που τους καλεί όλους, που τους θέλει όλους κοντά Του. Ο άνθρωπος αυτός μένοντας σκληρός, αμετανόητος προβάλλοντας τα "θρησκευτικά" του έργα, δείχνοντας αδιαφορία και παντελή έλλειψη συχωρητικότητας και αγάπης για τον αδελφό του τελικά μένει έξω από το τραπέζι της χαράς.
   Την ημέρα της παρουσίας Του με όλους αυτούς ο Κύριος θα έχει ένα διάλογο. "Όταν εγερθεί ο οικοδεσπότης και κλείσει την θύρα, τότε θ' αρχίσετε έξω να στέκεστε και να κρούετε τη θύρα λέγοντας": 
---"Κύριε άνοιξέ μας".
---"Δεν σας ξέρω, από πού είστε;
---"Φάγαμε μπροστά σου και είπιαμε και στις πλατείες μας δίδαξες....".
---"Δεν σας ξέρω από που είστε, σταθείτε μακριά από μένα όλοι οι εργάτες της αδικίας (Λουκάς ΙΓ/13: 25-27).
    Ας είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, γιατί "άσωτοι" δεν υπάρχουν μόνον "στη χώρα στης ασωτίας", υπάρχουν παντού και γύρω μας, ακόμα και μέσα στην Εκκλησία. Πρόκειται για ανθρώπους που ζουν μία φαινομενικά αξιοπρεπή, ηθική και ανεπίληπτη ζωή, όμως η καρδιά τους είναι πολύ μακριά από την καρδιά του πατέρα. ---
 
    Υ.Γ. Ανάλυση του πρώτου μέρους της παραβολής του "Ασώτου Υιού" (Λουκάς ΙΕ/15: 11-32) έχει δημοσιευθεί στο blog:  giorgoskomninos.blogspot.com στις  02 - 03 - 2012.

ΤΟ ΡΑΠΙΣΜΑ

ΤΟ ΡΆΠΙΣΜΑ.
 
Ευαγγέλιον "κατά ΙΩΑΝΝΗΝ", κεφ.  ΙΗ/18, εδ.  19 – 23.

19 Ο αρχιερεύς λοιπόν ηρώτησε τον Ιησούν περί των μαθητών αυτού και περί της διδαχής αυτού.
20 Απεκρίθη προς αυτόν ο Ιησούς Εγώ παρρησία ελάλησα εις τον κόσμον εγώ πάντοτε εδίδαξα εν τη συναγωγή και εν τω ιερώ, όπου οι Ιουδαίοι συνέρχονται πάντοτε, και εν κρυπτώ δεν ελάλησα ουδέν.
21 Τι με ερωτάς; ερώτησον τους ακούσαντας, τι ελάλησα προς αυτούς ιδού, ούτοι εξεύρουσιν όσα είπον εγώ.
22 Ότε δε είπε ταύτα, εις των υπηρετών ιστάμενος πλησίον έδωκε ράπισμα εις τον Ιησούν, ειπών Ούτως αποκρίνεσαι προς τον αρχιερέα;
23 Απεκρίθη προς αυτόν ο Ιησούς Εάν κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού εάν δε καλώς, τι με δέρεις;

      ΣΧΟΛΙΑ :
    Για αντιληφθούμε ακριβώς την κατάσταση που επικρατεί, θα πρέπει να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ο Κύριος προσεύχεται στον κήπο της Γεθσημανή προς τον Πατέρα Θεό. Ο Άγιος, ο Αναμάρτητος βλέπει ότι από στιγμή σε στιγμή, οδηγείται στο σταυρό του Γολγοθά. Εκεί ο Πατέρας Θεός, στο Πρόσωπο του Υιού Του, πρόκειται να τιμωρήσει όλη την αμαρτία, όλων των ανθρώπων, όλων των εποχών. Ο Υιός αναλογιζόμενος όλα τούτα τα γεγονότα, που πρόκειται να ακολουθήσουν, ζητά από τον Πατέρα, εάν είναι δυνατόν να μην ποιεί τούτο το ποτήρι. Όμως προκρίνει το θέλημα του Πατέρα και λέγει : «Πάτερ να γίνει το δικό σου θέλημα και όχι το δικό μου» (Λουκάς ΚΒ/22: 42). Το θέλημα του Πατέρα ήταν ένα και μοναδικό: Ο Υιός, ο Άγιος, ο Αναμάρτητος να πάρει τη θέση του ενόχου και να πληρώσει Αυτός για την αμαρτία του ανθρώπου.
    Στη συνέχει ένας από τους δώδεκα μαθητές, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, οδηγών ένα τάγμα στρατιωτών, που συνοδεύεται από πολλούς υπηρέτες, Γραμματείς και Φαρισαίους καταφθάνει. Ο Ιούδας κάνει ένα βήμα μπροστά, φθάνει δίπλα στον Ιησού και δίνει σ’ Αυτόν το φιλί της προδοσίας. Τότε οι στρατιώτες συλλαμβάνουν Αυτόν, ως να επρόκειτο για κάποιον κακούργο και μέσα στη νύχτα οδηγούν τον Κύριο στον Αρχιερέα Άννα.
     Ο Άννας ήταν πεθερός του Καΐάφα, που είχε διοριστεί από τον Ρωμαίο Διοικητή της περιοχής, αρχιερέας, κατά το χρόνο εκείνο. Ο Άννας δεν ήταν τότε ενεργός Αρχιερέας, είχε κάνει Αρχιερέας από το 7 μ.Χ. έως το 14 μ.Χ. όμως είχε καταφέρει για μισό και πλέον αιώνα, ο ίδιος και οι πέντε γιοί του να νέμονται την αρχιερατική εξουσία.
     Ο Άννας ήταν Σαδουκαίος. Ανήκε δηλαδή στη μεγάλη φατρία των Ιουδαίων, που αντίθετα με τους Φαρισαίους, ήταν καθαρά υλιστές και αρνούντο την ύπαρξη πνευματικού κόσμου, όπως αγγέλων κλπ και το σοβαρότερο δεν πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών. Οι Σαδουκαίοι κατείχαν τα σκήπτρα της θρησκευτικής ηγεσίας στον Ισραήλ και αποτελούσαν την διοικούσα τάξη. Η ιστορία τον περιγράφει σαν έναν πονηρό, φιλάργυρο, ανάξιο, κοσμικό, τύραννο, συνεργάτη των Ρωμαίων κατακτητών.
    Μπροστά σ’ αυτό το πρόσωπο οδηγήθηκε ο Κύριός μας αμέσως μετά τη σύλληψή του, για να δικαστεί. Εκείνο το βράδυ έξι δίκες έλαβαν χώρα, κατά του Ιησού Χριστού. Η πρώτη στον Άννα, η άλλες, στον Καΐάφα, στο Ιουδαϊκό συνέδριο, στον Πιλάτο, στον Ηρώδη και στη συνέχεια και πάλι στον Πιλάτο. Από τις δίκες αυτές οι τέσσερις ήταν σκληροί εμπαιγμοί, κατά του Θείου Προσώπου και οι δύο έβγαλαν καταδικαστικές αποφάσεις σε θάνατο.
    Η πρώτη απόφαση για θάνατο του Κυρίου Ιησού Χριστού ήταν θρησκευτική καταδίκη και πάρθηκε από το αρμόδιο θρησκευτικό όργανο, που ήταν το Ιουδαϊκό Συνέδριο. Η δεύτερη καταδίκη σε θάνατο ήταν πολιτική και πάρθηκε από το αρμόδιο πολιτικό όργανο, που ήταν ο Πιλάτος.
  Η δίκη από τον Άννα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "προ δίκη". Η δίκη από τον Καΐάφα προσδιόρισε το αδίκημα. Tο Ιουδαϊκό συνέδριο, αποδέχθηκε το αδίκημα και επέβαλε γι’ αυτό την ποινή του θανάτου. Στην πρώτη λοιπόν δίκη, αμέσως μετά στη σύλληψή Του, ο Κύριος στέκεται δεμένος μπροστά στον Άννα. Ανήσυχος ο Αρχιερέας είναι έτοιμος να κατηγορήσει τον Ιησού Χριστό για διδασκαλία αντίθετη με το Μωσαϊκό Νόμο και για θρησκευτική πλάνη και σπεύδει να ρωτήσει Αυτόν, για τους μαθητές του και για τη διδασκαλία Του. Υπήρξε έντονος φόβος ότι ο Ιησούς, που δίδασκε, ως να έχει εξουσία, που έλεγχε τους εκπροσώπους του ιερατικού κατεστημένου, για τη ζωή τους, για τις πλάνες τους, θα έθετε σε μεγάλο κίνδυνο ολόκληρο το ιερατείο της εποχής του, το οποίο όπως και στις ημέρες μας, αποτελούσε ισχυρό κέντρο εξουσίας.
   O Άννας λοιπόν, κατά την προανακριτική διδασκαλία, προσπαθούσε, με κάθε τρόπο, να εξασφαλίσει από το στόμα του Κυρίου Ιησού μια πρώτη ομολογία, πάνω στην οποία θα έστηνε μια άδικη κατηγορία. Όμως ο Κύριος δεν κήρυξε κρυφά. Η διδασκαλία του γινόταν φανερά στη συναγωγή, όπου συγκεντρώνονταν οι Ιουδαίοι και κατά συνέπειαν επί 3,5 χρόνια όλοι είχαν ακούσει και γνώριζαν το κήρυγμά Του. Μέσα σ’ αυτούς που γνώριζαν και μάλιστα πολύ καλά, ήταν και ο αρχιερέας Άννας. Γνώριζαν τη διδασκαλία, αλλά δεν ήθελαν να την παραδεχθούν και με κάθε τρόπο ζητούσαν αφορμή προκειμένου να στήσουν κατηγορία και να θανατώσουν Αυτόν.
    Τη δύσκολη τούτη ώρα ο Ιησούς απαντάει : «Τι με ρωτάς ; Ρώτησε αυτούς που άκουσαν τι τους είπα. Αυτοί γνωρίζουν όλα όσα είπα».
    Και ενώ ο Ιησούς έλεγε αυτά τα λόγια, ένας από τους υπηρέτες του Αρχιερέα, που στεκόταν κοντά, έδωσε ένα ράπισμα στον Ιησού, λέγοντας: Έτσι αποκρίνεσαι στον αρχιερέα;
    Το άνομο χέρι ενός υπηρέτη, ενός κόλακα του κυρίου του, υψώθηκε για να χτυπήσει Εκείνον, που ήταν η προσωποποίηση της Αγάπης, της Αγιότητας, της Δικαιοσύνης. Ας θυμηθούμε μια ανάλογη περίπτωση όταν ο αρχιερέας πρόσταξε να χτυπήσουν στο στόμα τον Απόστολο Παύλο, όταν απολογείτο. Ο Απόστολος αντέδρασε και του είπε: «ο Θεός μέλλει να σε χτυπήσει, τοίχε ασβεστωμένε» (Πράξεις ΚΓ/23: 3). Εδώ ο Κύριος πόσο πιο υπέροχα απαντάει: «Αν μίλησα κακώς, πες για το κακό αν, όμως, καλώς, γιατί με δέρνεις;».
    Τούτο το ράπισμα τη νύχτα εκείνη, έμεινε χαρακτηριστικό και πέρασε στην ιστορία σαν μια απευθείας προσβολή της Αλήθειας, που πολλές φορές την επαναλαμβάνουμε μέσα στη ζωή μας, για να φανούμε αρεστοί σε πρόσωπα και καταστάσεις, που συχνά υπηρετούμε και κολακεύουμε. Αλήθεια, πόσες φορές προσπαθούμε να γίνουμε αρεστοί σε ανθρώπους και είμαστε πρόθυμοι να θυσιάσουμε την αλήθεια ή ακόμα και να την κρύψουμε ή και να αδιαφορήσουμε γι’ αυτή. Πόσες φορές υπηρετούμε καταστάσεις, που δεν πρέπει και με κάθε τρόπο τις σκεπάζουμε ή τις δικαιολογούμε και τις ενθαρρύνουμε, τη στιγμή που θα πρέπει να μας διακρίνει μια ειλικρινής και με θάρρος τοποθέτησή μας, με το μέρος της αλήθειας, όταν αυτή δυσφημείται, συκοφαντείται, διώκεται, σταυρώνεται.
      Αν θα δεχθείς τον Ιησού Χριστό, θα τον δεχθείς σαν προσωπικό σου σωτήρα και λυτρωτή και θα τον ομολογήσεις και όταν συνθήκες, καταστάσεις ή άνθρωποι γύρω σου, τον απορρίπτουν. Ας γίνουμε ειλικρινές με τον Κύριο και μη συμμορφωνόμαστε, κάθε φορά, με τις περιστάσεις, για να αρέσουμε σε ανθρώπους, ιδιαίτερα όταν οι σκοποί είναι άνομοι, γιατί τότε με τη συμπεριφορά μας, δίνουμε ράπισμα στον Ιησού.
    Αλήθεια, πόσες φορές ο καθένας μας έχει ραπίσει στον Πρόσωπο τον Κύριό μας. Πότε γίνεται αυτό; Όταν η ζωή μας δεν είναι σύμφωνη με το θέλημά Του, όταν τα λόγια μας διαφέρουν από τη ζωή μας, όταν αρνούμαστε να Τον ομολογήσουμε, για να μην μας κατηγορήσουν ή περιφρονήσουν οι άνθρωποι, τότε είναι σαν να ραπίζουμε, κατά πρόσωπο τον Κύριο Ιησού Χριστό.
    Καθημερινά στη ζωή μας βλέπουμε τον Πιλάτο να βγαίνει μπροστά μας με τον Ιησού και τον Βαραβά και να μας ρωτάει: "Ποιόν από τους δύο να ελευθερώσω;" και μεις με τη ζωή μας, με τα έργα μας, επαναλαμβάνουμε την ίδια άδικη απόφαση. "Τον Βαραββά ελευθέρωσε, τον Ιησού σταύρωσον Αυτόν". Αυτό δεν είναι ένα ηχηρό ράπισμα κατά του Κυρίου μας; Επιλέγουμε το Βαραββά, γιατί ο Βαραββάς εξυπηρετεί τη σάρκα μας, τη ζωή μας, τα πάθη μας.
      «εις των υπηρετών έδωκε ράπισμα εις τον Ιησούν». Φανταστείτε τη σκηνή όταν θα αλλάξουν οι όροι. Όταν ο υπηρέτης τούτος θα σταθεί για να κριθεί μπροστά στο θρόνο της τελικής κρίσης, στον οποίον θα κάθεται ο Κριτής του κόσμου (Ιωάννης Ε/5: 22), ο Ιησούς Χριστός. Τούτη τη φορά όχι δεμένος, όχι ταλαιπωρημένος, όχι χτυπημένος, αλλά ένδοξος, Κύριος, υπέρτατος Κριτής, φανταστείτε πόση ενοχή θα αισθανθεί ο υπηρέτης αυτός.
     Μια ενοχή, που δεν θα διαφέρει από τη δική μου και τη δική σου ενοχή, όταν με το δικό μας τρόπο έχουμε "ραπίσει" το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού, όταν αδιαφορήσαμε, όταν απορρίψαμε την αλήθεια, όταν τη διώξαμε ή τη δυσφημίσαμε, για να φανούμε καλοί σε ανθρώπους ή για να εκλαϊκεύσουμε περιστάσεις.
      Υπάρχει τρόπος να ξεφύγει κανείς από την αισχύνη αυτή, την ώρα εκείνη; Αναμφισβήτητα ναι. Αν από τώρα η ψυχή τακτοποιηθεί, συμφιλιωθεί με τον Ιησού Χριστό. Αν αναγνωρίσει το λάθος και ζητήσει την συγχώρεση Εκείνου, ο οποίος έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες επί της γης. (Ματθαίος Θ/9: 6). Αν αλλάξουμε και ταυτίσουμε τη ζωή μας με τη ζωή Εκείνου, τότε η αγάπη του Χριστού θα μεταβάλει τα ραπίσματα, που του έχουμε δώσει, σε φιλιά αιώνιας σωτηρίας. ---

ΥΜΝΟΙ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑΣ

Θέλω να ψάλλω Λυτρωτά,
για την αγάπη τη βαθιά,
που έδειξες Εσύ για με,
κι ήρθες στη γη να σταυρωθείς.
Για μένα τον αμαρτωλό,
ανέβηκες εις τον Σταυρόν,
πήρες στους ώμους Σου Εσύ,
την ιδική μου ενοχή.
Θέλω να ψάλλω Λυτρωτά,
για την αγάπη τη βαθιά,
που έδειξες Εσύ για με,
άμωμε του Θεού αμνέ.
Ω, δεν μπορώ να κρατηθώ,
αμέσως τρέχω στον Σταυρό,
με δάκρυα για να Σου πω,
Σωτήρα μου, Σ’ ευχαριστώ.
Πόσο μ’ αγάπησες Χριστέ,
και πέθανες Εσύ για με,
Εσύ το άκακο αρνί,
πήρες τη θέση του ληστή.
Για να σωθώ απ’ την οργή,
κατάρα έγινες Εσύ.
επάνω στον σκληρό Σταυρό,
πεθαίνεις σαν αμαρτωλός

Η ΑΓΑΠΗ.
Απ’ το αίμα του Σταυρού Σου
ω, Χριστέ μου, ξεκινούν,
κύματα θείας αγάπης,
που το σύμπαν συγκλονούν.
Ω πλυμένος με το αίμα
πλησιάζω τον Θεό
και την άπειρη αγάπη
ταπεινά ευχαριστώ.
Τέτοια αγάπη δεν μπορούσα
ω, ποτέ να φανταστώ,
να πεθάνει καρφωμένος
και για μένα ο Χριστός.
Ναι, καρφώθηκε στο ξύλο
για να λυτρωθώ εγώ,
κια από του σταυρού το δρόμο
ν’ ανεβώ στον ουρανό.
Ω, Θεέ μου, Σε δοξάζω,
που μου έδωσες Συ φως,
να γνωρίσω τι μυστήριο
κλείνει μέσα τ’ ο Σταυρός.
***
Ψυχή μου, κοίτα στον Σταυρό
Στου Γολγοθά την κορυφή,
εκεί η αγκάλη του Χριστού
ανοίγει και σε προσκαλεί.
Ψυχή μου, κοίτα στον Σταυρό,
Το Αίμα του Αμνού κυλά,
για να σε σώσει ο Χριστός
αίμα γι’ αντίλυτρο μετρά.
Μυστήριο ανέκφραστο
δείχνει σε σένα ο Σταυρός,
για να σε σώσει ο Χριστός
πεθαίνει ως αμαρτωλός
Ύμνους, τιμές, προσκύνηση
Σου στέλνουμε όλοι Χριστέ,
κι ευγνωμοσύνη ιερά
εις Σε προσφέρομεν Θεέ.
***
Εις του Γολγοθά τον βράχο,
όλοι γύρω στον Σταυρόν,
προσηλώσωμεν το βλέμμα
στον κρεμάμενον Υιόν.
Το μυστήριο της αγάπης
ξετυλίγεται μπροστά,
όλων μας τας αμαρτίας
ο Υιός Αυτός βαστά.
Με το αίμα που σταλάζει
απ’ τα χέρια Του στη γη
το αντίλυτρο μετράει
για την κάθε μια ψυχή.
Όλοι γύρω Τ’ ας σταθούμε
και μ’ ευγνώμονη φωνή,
ω, Χριστέ, Σ’ ευχαριστούμε,
ο καθένας ας Του πει.
***
Στον Γολγοθά ο Ιησούς,
σταυρώθηκε γι’ αμαρτωλούς,
κατήλθε από τον Ουρανό,
να σώσει κάθ’ αμαρτωλό.
Σκοτείνιασε όλη η γη,
όταν για μας ο Λυτρωτής,
επάνω στον σκληρό Σταυρό,
γεύθηκε θάνατο φρικτό.
Ω, Ιησού, δεν εννοώ,
τι βρήκες στον αμαρτωλό,
εσύ καρδιά να μη ξεχνάς,
τι’ είναι για σε ο Γολγοθάς.