Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

B΄ ΣΑΜΟΥΗΛ ΙΑ : 1 - 27.Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ (αμαρτησα).


Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ.

Βιβλίο "B΄  ΣΑΜΟΥΗΛ",  κεφ.  ΙΑ/11,  εδ. 1 -  27.         (Παλαιά Διαθήκη)

1 ΚΑΙ τον επόμενο χρόνο, κατά την εποχή που εκστρατεύουν οι βασιλιάδες, ο Δαβίδ έστειλε τον Ιωάβ, και τους δούλους του μαζί του, και ολόκληρο τον Ισραήλ· και κατέστρεψαν τους γιους Αμμών, και πολιόρκησαν τη Ραββά. Ο Δαβίδ, όμως, έμεινε στην Ιερουσαλήμ.
2 Και προς την εσπέρα, όταν ο Δαβίδ σηκώθηκε από το κρεβάτι του, περπατούσε επάνω στην ταράτσα τού βασιλικού σπιτιού· και από την ταράτσα είδε μία γυναίκα να λούζεται· και η γυναίκα ήταν υπερβολικά ωραία στην όψη.
3 Και ο Δαβίδ έστειλε και ερεύνησε για τη γυναίκα. Και κάποιος είπε: Δεν είναι αυτή η Βηθ-σαβεέ, η θυγατέρα του Ελιάμ, η γυναίκα τού Ουρία τού Χετταίου;
4 Και ο Δαβίδ έστειλε μηνυτές και την πήρε· και όταν ήρθε σ' αυτόν, κοιμήθηκε μαζί της, (επειδή, είχε καθαριστεί από την ακαθαρσία της·) και γύρισε στο σπίτι της.
5 Και η γυναίκα συνέλαβε· και στέλνοντας μήνυμα στον Δαβίδ, ανήγγειλε και είπε: Είμαι έγκυος.
6 Και ο Δαβίδ έστειλε μήνυμα στον Ιωάβ, λέγοντας: Στείλε μου τον Ουρία τον Χετταίο. Και ο Ιωάβ έστειλε στον Δαβίδ τον Ουρία.
7 Και όταν ο Ουρίας ήρθε σ' αυτόν, ο Δαβίδ ρώτησε πώς έχει ο Ιωάβ, και πώς έχει ο λαός, και πώς έχουν τα πράγματα του πολέμου.
8 Και ο Δαβίδ είπε στον Ουρία: Κατέβα στο σπίτι σου, και πλύνε τα πόδια σου. Και ο Ουρίας βγήκε από το σπίτι τού βασιλιά· και πίσω του ήρθε μερίδιο από το τραπέζι τού βασιλιά.
9 Ο Ουρίας, όμως, κοιμήθηκε δίπλα στη θύρα τού σπιτιού τού βασιλιά, μαζί με όλους τους δούλους τού κυρίου του, και δεν κατέβηκε στο σπίτι του.
10 Και όταν ανήγγειλαν στον Δαβίδ, λέγοντας: Ο Ουρίας δεν κατέβηκε στο σπίτι του, ο Δαβίδ είπε στον Ουρία: Εσύ δεν έρχεσαι από οδοιπορία; Γιατί δεν κατέβηκες στο σπίτι σου;
11 Και ο Ουρίας είπε στον Δαβίδ: Η κιβωτός, και ο Ισραήλ, και ο Ιούδας κατοικούν σε σκηνές, και ο κύριός μου ο Ιωάβ, και οι δούλοι τού κυρίου μου, είναι στρατοπεδευμένοι επάνω στο πρόσωπο της πεδιάδας· και εγώ θα πάω στο σπίτι μου, για να φάω, και να πιω, και να κοιμηθώ με τη γυναίκα μου; Ζεις, και ζει η ψυχή σου, δεν θα κάνω αυτό το πράγμα.
12 Και ο Δαβίδ είπε στον Ουρία: Μείνε εδώ και σήμερα, και αύριο θα σε εξαποστείλω. Και έμεινε ο Ουρίας στην Ιερουσαλήμ εκείνη την ημέρα, και την επόμενη.
13 Και ο Δαβίδ τον κάλεσε, και έφαγε μπροστά του, και ήπιε· και τον μέθυσε· και την εσπέρα βγήκε να κοιμηθεί επάνω στο κρεβάτι του μαζί με τους δούλους τού κυρίου του, πλην στο σπίτι του δεν κατέβηκε.
14 Και το πρωί ο Δαβίδ έγραψε μια επιστολή στον Ιωάβ, και την έστειλε δια χειρός τού Ουρία.
15 Και στην επιστολή έγραψε, λέγοντας: Βάλτε τόν Ουρία απέναντι στη σκληρότερη μάχη· έπειτα, συρθείτε απ' αυτόν, για να χτυπηθεί και να πεθάνει.
16 Και αφού ο Ιωάβ παρατήρησε την πόλη, διόρισε τον Ουρία σε θέση, όπου ήξερε ότι ήσαν άνδρες δύναμης.
17 Και βγήκαν οι άνδρες τής πόλης, και πολέμησαν με τον Ιωάβ· και έπεσαν από τον λαό μερικοί από τους δούλους τού Δαβίδ· θανατώθηκε δε και ο Ουρίας ο Χετταίος.
18 Και ο Ιωάβ έστειλε και ανήγγειλε στον Δαβίδ όλα τα σχετικά για τον πόλεμο.
19 Και πρόσταξε τον μηνυτή, λέγοντας: Αφού τελειώσεις μιλώντας στον βασιλιά όλα τα σχετικά για τον πόλεμο,
20 αν ανάψει ο θυμός τού βασιλιά, και σου πει: Γιατί πλησιάσατε την πόλη μαχόμενοι; Δεν ξέρετε ότι θα τόξευαν από το τείχος;
21 Ποιος πάταξε τον Αβιμέλεχ, τον γιο τού Ιερουβέσεθ; Κάποια γυναίκα δεν έρριξε επάνω του ένα κομμάτι μυλόπετρας από το τείχος, και πέθανε, στη Θαιβαίς; Γιατί πλησιάσατε στο τείχος; Τότε, πες: Πέθανε και ο δούλος σου ο Ουρίας, ο Χετταίος.
22 Πήγε, λοιπόν, ο μηνυτής, και καθώς ήρθε, ανήγγειλε στον Δαβίδ όλα εκείνα, για τα οποία τον είχε στείλει ο Ιωάβ.
23 Και είπε ο μηνυτής στον Δαβίδ, ότι υπερίσχυσαν εναντίον μας οι άνδρες, και βγήκαν προς εμάς στην πεδιάδα, και τους καταδιώξαμε μέχρι την είσοδο της πύλης·
24 αλλ' οι τοξότες τόξευσαν από το τείχος επάνω στους δούλους σου· και μερικοί από τους δούλους τού βασιλιά πέθαναν, και ο δούλος σου ο Ουρίας ο Χετταίος ακόμα πέθανε.
25 Τότε ο Δαβίδ είπε στον μηνυτή: Έτσι θα πεις στον Ιωάβ: Μη σε ανησυχεί αυτό το πράγμα· επειδή, η ρομφαία κατατρώει πότε τον έναν, και πότε τον άλλον· ενίσχυσε τη μάχη σου ενάντια στην πόλη, και να την καταστρέψεις· κι εσύ ενθάρρυνέ τον.
26 Και όταν η γυναίκα τού Ουρία άκουσε, ότι ο Ουρίας ο άνδρας της πέθανε,πένθησε για τον άνδρα της.
27 Και αφού πέρασε το πένθος, ο Δαβίδ έστειλε και την πήρε στο σπίτι του· και έγινε γυναίκα του, και του γέννησε έναν γιο.
Το πράγμα, όμως, που έπραξε ο Δαβίδ, φάνηκε κακό στα μάτια τού Κυρίου.

B΄  ΣΑΜΟΥΗΛ, κεφ.  ΙΒ/12, εδ.  1  -  24.
1 ΚΑΙ ο Κύριος έστειλε τον Νάθαν προς τον Δαβίδ. Και ήρθε σ' αυτόν, και του είπε: Ήσαν 2 άνδρες σε κάποια πόλη, ο ένας πλούσιος και ο άλλος φτωχός.
2 Ο πλούσιος είχε κοπάδια και μάντρες από βόδια υπερβολικά πολλές.
3 Και ο φτωχός δεν είχε άλλο, παρά μία μικρή αμνάδα, που αγόρασε και έθρεψε και μεγάλωσε μαζί του, και μαζί με τα παιδιά του· έτρωγε από το ψωμί του, και έπινε από το ποτήρι του, και κοιμόταν στον κόρφο του, και του ήταν σαν θυγατέρα.
4 Ήρθε δε στον πλούσιο κάποιος διαβάτης, και λυπήθηκε να πάρει από τα κοπάδια του, και από τις μάντρες των βοδιών του, για να ετοιμάσει στον οδοιπόρο, που είχε έρθει σ' αυτόν, και πήρε την αμνάδα τού φτωχού, και την ετοίμασε για τον άνθρωπο που είχε έρθει σ' αυτόν.
5 Και άναψε η οργή του Δαβίδ υπερβολικά ενάντια στον άνθρωπο· και είπε στον Νάθαν: Ζει ο Κύριος, άξιος θανάτου είναι ο άνθρωπος, που το έκανε αυτό.
6 και θα πληρώσει την αμνάδα στο τετραπλάσιο, επειδή έπραξε αυτό το πράγμα, και επειδή δεν σπλαχνίστηκε.
7 Και ο Νάθαν είπε στον Δαβίδ: Εσύ είσαι ο άνθρωπος. Έτσι λέει ο Κύριος, ο Θεός τού Ισραήλ: Εγώ σε έχρισα βασιλιά επάνω στον Ισραήλ, και εγώ σε ελευθέρωσα από το χέρι τού Σαούλ·
8 και σου έδωσα τον οίκο τού κυρίου σου, και τις γυναίκες τού κυρίου σου στον κόρφο σου, και σου έδωσα τον οίκο Ισραήλ και του Ιούδα και αν τούτο ήταν λίγο, θα σου πρόσθετα παρόμοια και παρόμοια·
9 γιατί καταφρόνησες τον λόγο τού Κυρίου, ώστε να πράξεις το κακό στα μάτια του; Τον Ουρία τον Χετταίο πάταξες με ρομφαία, και πήρες τη γυναίκα του στον εαυτό σου ως γυναίκα, κι αυτόν τον θανάτωσες με τη ρομφαία των γιων Αμμών·
10 τώρα, λοιπόν, ρομφαία δεν θα αποσυρθεί από την οικογένειά σου επειδή, με καταφρόνησες, και πήρες τη γυναίκα τού Ουρία τού Χετταίου για να είναι γυναίκα σου.
11 Έτσι λέει ο Κύριος: Δες, θα ξεσηκώσω εναντίον σου κακά μέσα από την οικογένειά σου, και θα πάρω τις γυναίκες σου μπροστά από τα μάτια σου, και θα τις δώσω στον πλησίον σου, και θα κοιμηθεί με τις γυναίκες σου μπροστά σ' αυτόν τον ήλιο·
12 επειδή, εσύ έπραξες κρυφά εγώ, όμως, θα κάνω αυτό το πράγμα μπροστά από ολόκληρο τον Ισραήλ, και κατάντικρυ στον ήλιο.
13 Και ο Δαβίδ είπε στον Νάθαν: Αμάρτησα στον Κύριο. Και ο Νάθαν είπε στον Δαβίδ: Και ο Κύριος παρέβλεψε το αμάρτημά σου δεν θα πεθάνεις·
14 επειδή, όμως, με την πράξη αυτή έδωσες μεγάλη αφορμή στους εχθρούς τού Κυρίου να βλασφημούν, γι' αυτό, το παιδί που γεννήθηκε σε σένα θα πεθάνει οπωσδήποτε.
15 Και ο Νάθαν έφυγε για το σπίτι του. Και ο Κύριος πάταξε το παιδί, που η γυναίκα τού Ουρία γέννησε στον Δαβίδ, και αρρώστησε.
16 Και ο Δαβίδ ικέτευσε τον Κύριο υπέρ του παιδιού και ο Δαβίδ νήστεψε, και αφού μπήκε μέσα, διανυχτέρευσε, ξαπλωμένος καταγής.
17 Και σηκώθηκαν οι πρεσβύτεροι του σπιτιού του, και ήρθαν σ' αυτόν για να τον σηκώσουν από τη γη όμως, δεν θέλησε, ούτε έφαγε ψωμί μαζί τους.
18 Και την έβδομη ημέρα το παιδί πέθανε. Και οι δούλοι τού Δαβίδ φοβήθηκαν να του αναγγείλουν ότι το παιδί πέθανε επειδή, έλεγαν: Δέστε, ενώ το παιδί ζούσε ακόμα, του μιλούσαμε, και δεν εισάκουγε στη φωνή μας· πόσο, λοιπόν, θα κάνει κακό, αν του πούμε ότι το παιδί πέθανε;
19 Αλλ' ο Δαβίδ βλέποντας ότι οι δούλοι του ψιθύριζαν αναμεταξύ τους, ο Δαβίδ κατάλαβε ότι το παιδί πέθανε· γι' αυτό, ο Δαβίδ είπε στους δούλους του: Πέθανε το παιδί; Κι εκείνοι είπαν: Πέθανε.
20 Τότε, ο Δαβίδ σηκώθηκε από τη γη, και λούστηκε, και αλείφθηκε, και άλλαξε τα ιμάτιά του, και μπήκε μέσα στον οίκο τού Κυρίου, και προσκύνησε· έπειτα, μπήκε μέσα στο σπίτι του και ζήτησε να φάει, και έβαλαν μπροστά του ψωμί, και έφαγε.
21 Και οι δούλοι του είπαν σ' αυτόν: Τι είναι τούτο, που έκανες; Νήστευες και έκλαιγες για το παιδί, ενώ ζούσε και αφού πέθανε το παιδί, σηκώθηκες, και έφαγες ψωμί.
22 Και είπε: Ενώ ακόμα ζούσε το παιδί, νήστεψα και έκλαψα, επειδή είπα: Ποιος ξέρει; Ίσως, ο Θεός με ελεήσει, και ζήσει το παιδί
23 αλλά, τώρα, πέθανε γιατί να νηστεύω; Μήπως μπορώ να το φέρω πάλι πίσω; Εγώ θα πάω προς αυτό, αυτό όμως δεν θα επιστρέψει προς εμένα.
24 Και ο Δαβίδ παρηγόρησε τη Βηθ-σαβεέ, τη γυναίκα του, και μπήκε μέσα σ' αυτήν, και κοιμήθηκε μαζί της, και γέννησε γιο, και αποκάλεσε το όνομά του Σολομώντα και ο Κύριος τον αγάπησε.

ΨΑΛΜΟΣ ΝΑ / 51.  (Ο Ψαλμός της μετάνοιας).
1 Ελέησόν με, ω Θεέ, κατά το έλεός σου κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον τα ανομήματά μου.
2 Πλύνόν με μάλλον και μάλλον, από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με.
3 Διότι τα ανομήματά μου εγώ γνωρίζω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου είναι διαπαντός.
4 Εις σε, εις σε μόνον ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου έπραξα διά να δικαιωθής εν τοις λόγοις σου και να ήσαι άμεμπτος εις τας κρίσεις σου.
5 Ιδού, συνελήφθην εν ανομία, και εν αμαρτία με εγέννησεν μήτηρ μου.
6 Ιδού, ηγάπησας αλήθειαν εν τη καρδία και εις τα ενδόμυχα θέλεις με διδάξει σοφίαν.
7 Ράντισόν με με ύσσωπον, και θέλω είσθαι καθαρός πλύνόν με, και θέλω είσθαι λευκότερος χιόνος.
8 Κάμε με να ακούσω αγαλλίασιν και ευφροσύνην, διά να ευφρανθώσι τα οστά, τα οποία συνέθλασας.
9 Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον.
10 Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, Θεέ και πνεύμα ευθές ανανέωσον εντός μου.
11 Μη με απορρίψης από του προσώπου σου· και το πνεύμα το άγιόν σου μη αφαιρέσης απ' εμού.
12 Απόδος μοι την αγαλλίασιν της σωτηρίας σου και με πνεύμα ηγεμονικόν στήριξόν με.
13 Θέλω διδάξει εις τους παραβάτας τας οδούς σου και αμαρτωλοί θέλουσιν επιστρέφει εις σε.
14 Ελευθέρωσόν με από αιμάτων, Θεέ, Θεέ της σωτηρίας μου η γλώσσα μου θέλει ψάλλει εν αγαλλιάσει την δικαιοσύνην σου.
15 Κύριε, άνοιξον τα χείλη μου και το στόμα μου θέλει αναγγέλλει την αίνεσίν σου.
16 Διότι δεν θέλεις θυσίαν, άλλως ήθελον προσφέρει εις ολοκαυτώματα δεν αρέσκεσαι.
17 Θυσίαι του Θεού είναι πνεύμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην, Θεέ, δεν θέλεις καταφρονήσει.
18 Ευεργέτησον την Σιών διά της ευνοίας σου οικοδόμησον τα τείχη της Ιερουσαλήμ.
19 Τότε θέλεις ευαρεστηθή εις θυσίας δικαιοσύνης, εις προσφοράς και ολοκαυτώματα· τότε θέλουσι προσφέρει μόσχους επί το θυσιαστήριόν σου.

ΣΧΟΛΙΑ :
Το περιστατικό που αναφέρεται, αποτελεί το πιο μελανό σημείο της ζωής του Δαβίδ και έχει τη βάση του σε ένα γνωμικό λέει ότι "η εξουσία φθείρει και η απόλυτη εξουσία φθείρει απόλυτα". Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε πνευματική πτώση παρουσιάζονται κάποια συμπτώματα. Το πρώτο και βασικό σύμπτωμα είναι ότι δεν έχει "όρεξη" για τη μελέτη του Λόγου του Θεού. Ασχολείται με άλλα πράγματα και περιφρονεί το Λόγο του Θεού, αμελεί την προσευχή, που είναι επικοινωνία με το Θεό, αμελεί τη συντροφιά και επικοινωνία με άλλους πνευματικούς ανθρώπους. Το κενό που δημιουργείται στη σχέση του ανθρώπου με το Θεό έρχεται αμέσως να το καλύψει ο εχθρός της ψυχής και να τον οδηγήσει σε αμαρτία. Γνωρίζουμε ότι μόνο η αμαρτία μπορεί να αποκόψει τον πιστό άνθρωπο από τον Θεό, καμία άλλη δύναμη δε μπορεί να το καταφέρει.  
 Διαπιστώνουμε από το παραπάνω κείμενο ότι ο βασιλιάς Δαυίδ έχει εγκαταλείψει τη μάχη, έχει αφήσει μόνο του το στρατό να μάχεται  και έχει τραβηχτεί  στα μετόπισθεν. Μια μέρα, καθώς περιπλανιόταν στην ταράτσα του βασιλικού σπιτιού, μετά από τον απογευματινό ύπνο, είδε μία γυναίκα να λούζεται και αυτή η γυναίκα ήταν υπερβολικά ωραία στην όψη. Ο Δαβίδ έστειλε και ερεύνησε γι' αυτήν. Κάποιος είπε: "Δεν είναι αυτή η Βηθ-σαβεέ, η θυγατέρα του Ελιάμ, η γυναίκα τού Ουρία τού Χετταίου;" Καθώς την είδε ο βασιλιάς, την πόθησε, την έφερε στο βασιλικό σπίτι και κοιμήθηκε μαζί της. Πουθενά δε βλέπουμε τη γυναίκα να αντιστέκεται και δεν αποκλείεται και από πρόθεση να ήταν τόσο προκλητική. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε το εξής:  Πόσο ωραία ο εχθρός στήνει τις παγίδες, γι’ αυτό χρειάζεται πολλή προσοχή, για να μην πέσουμε  στις παγίδες, που ποτέ δε θα παύσει να  στήνει  ο εχθρός,  χρειάζεται  οδηγία από το Θεό, συνεχής προσευχή, για να μην πέσουμε σε πειρασμό (Λουκάς ΚΒ/22: 40), για να μην ηττηθούμε από τη σάρκα, από το φαινόμενο, από την επιθυμία των οφθαλμών (επιστολή Α' Ιωάννου Β/2: 16), από την αμαρτία. Μόνον αν ενεργούμε κάθε φορά στη ζωή μας σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, θα έχουμε την προστασία του Θεού και τη δύναμη ν' αντισταθούμε.
Εδώ βλέπουμε το μεγάλο Δαυίδ, "τον άνθρωπο κατά την καρδίαν του Θεού" (Πράξεις ΙΓ/13: 22), ν' αντιμετωπίζει μια πολύ σοβαρή κατάσταση με πολύ μεγάλη επιπολαιότητα, με πολύ μεγάλη αδυναμία, κάνοντας μάλιστα και κατάχρηση της εξουσίας του, η οποία του είχε δοθεί από το Θεό.
Σύμφωνα με το Μωσαϊκό Νόμο (Λευιτικό Κ/20: 10 & Δευτερονόμιο ΚΒ/22: 22) ο Δαυίδ είχε διαπράξει μοιχεία και έπρεπε να πεθάνει γι’ αυτήν του την πράξη. Μολονότι σαν Βασιλιάς ήταν ο πρώτος που θα έπρεπε να τηρεί το Νόμο, αυτός τον παραβαίνει. Τι κακή μαρτυρία, τι κακό παράδειγμα για όλο το λαό! Υπήρχε το παράδειγμα του Ιωσήφ, το οποίο πολύ καλά θα γνώριζε ο Δαυίδ, το οποίο όμως δεν το ακολούθησε (Γένεση ΛΘ/39: 9).
Δεν υπάρχει αμαρτία που να μην έχει συνέπειες. Ο λαός λέει ότι "ενός κακού μύρια έπονται". Έτσι λοιπόν σαν να μην έφτανε αυτό το κακό που έγινε, ακολούθησαν κι  άλλα πολύ χειρότερα. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η Βηθ-σαβεέ έστειλε μήνυμα στο Δαυίδ ότι είναι έγκυος. Αμέσως ο Δαυίδ, πονηρά σκεπτόμενος, για να μην εκτεθεί δίνει αμέσως εντολή και ανακαλεί τον άνδρα της γυναίκας, τον Ουρία, από το μέτωπο προφανώς, για να έρθει σε επαφή με τη γυναίκα του και να φανεί ότι το παιδί είναι του άντρα της. Όμως και δω τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν όπως ο Δαυίδ περίμενε. Καθώς έρχεται ο Ουρίας, ο Δαβίδ συζητά μαζί του για την πορεία της μάχης και τον προτρέπει να πάει σπίτι του να δει τη γυναίκα του. Όμως ο Ουρίας, που αποτελεί πρότυπο σωστού και υπηρεσιακού ανθρώπου, δηλώνει ότι δεν μπορεί να πάει σπίτι του να χάσει χρόνο την ώρα που οι πατριώτες του ήταν στη μάχη και αντιμετώπιζαν πολύ μεγάλους κινδύνους. Έτσι λοιπόν αρνήθηκε να πάει στο σπίτι του να συναντήσει τη γυναίκα του, γιατί σκεπτόταν ότι "η Κιβωτός του Κυρίου" ήταν μαζί με το στρατό στο μέτωπο και ο Ουρίας ήθελε να βρίσκεται, εκεί που βρισκόταν "η κιβωτός του Κυρίου", δηλαδή η παρουσία του Θεού.
Την επόμενη νύχτα ο Δαυίδ μέθυσε τον Ουρία με την ελπίδα ότι θα πήγαινε στο σπίτι του και επιτέλους θα κοιμόταν με τη γυναίκα του.  Όμως ο Ουρίας δεν πήγε και κοιμήθηκε στο παλάτι μαζί με τους υπηρέτες. Και αυτό το σχέδιο του Δαυίδ, για να του χρεώσει το παιδί, απέτυχε. Όμως σκέπτεται κανείς πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, πόσο χαμηλά μπορεί να κατέβει, όταν βρεθεί, έστω και λίγο, μακριά από το Θεό και το θέλημά Του. Ο Δαυίδ έγραψε ένα γράμμα στον Ιωάβ τον Αρχιστράτηγο, το οποίο το έστειλε με τον ίδιο τον Ουρία και με το οποίο ζητούσε να εκτεθεί ο Ουρίας στο μεγαλύτερο δυνατό κίνδυνο στο πεδίο της μάχης, αφήνοντας να εννοηθεί ότι  τον θέλει νεκρό. Έτσι ακριβώς και έγινε. Ο Ουρίας, ο πιστός στρατιώτης, ο άνθρωπος που έπραξε στο ακέραιον το καθήκον του, σκοτώθηκε μετά από μία μάχη. Μετά απ’ αυτά η Βηθσαβεέ μεταφέρθηκε στο παλάτι για τύχει περίθαλψης από το Δαυίδ.  
Στο βιβλίο των "Παροιμιών" αναφέρεται μια μεγάλη αλήθεια: «η αμαρτία σου θα σε βρει». Ο εχθρός πάντα με τον ίδιο τρόπο ενεργεί. Ψιθυρίζει στον άνθρωπο, "κάνε αυτό ή το άλλο", που είναι έξω από το θέλημα του Θεού και δε πρόκειται να αποκαλυφθεί ποτέ, θα μείνει για πάντα μυστικό. Όμως, όπως έλεγαν και οι αρχαίοι σοφοί Αθηναίοι, «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον». Έτσι και η ενοχή του Δαυίδ δεν μπόρεσε να μείνει μυστική. Μια δραματική συνομιλία με τον προφήτη του Θεού, το Νάθαν, ήρθε να τα αποκαλύψει όλα. Και είναι στο σημείο αυτό που πραγματικά φάνηκε το θάρρος και ο πραγματικός χαρακτήρας του Δαυίδ.
Όταν οι άνθρωποι καταλάβουν ότι κάτι που ήθελαν να κρύψουν στη ζωή τους έχει πλέον γίνει γνωστό, καταλαμβάνονται από σύγχυση, ταραχή και τότε αρχίζουν να ρωτούν. Ποιος το είπε, ποιος άλλος το ξέρει; Προσπαθούν να αλλάξουν τα πράγματα να τα παρουσιάσουν κάπως ηπιότερα, να ρίξουν τις ευθύνες σε άλλους για ν' απαλλάξουν τους εαυτούς τους. Πρώτος και καλύτερος ο Αδάμ. "Κύριε εγώ δεν φταίω; η γυναίκα την οποία Εσύ μου έδωσες….." (Γένεση Γ/3: 12). Όχι μόνο προσπαθούσε να αποσείσει την ευθύνη από πάνω του, αλλά έριχνε και στο Θεό. Φτηνές δικαιολογίες ευρίσκουν οι άνθρωποι, για ν' απαλλαγούν από τις ευθύνες τους. Μια φορά είχαν πιάσει έναν άνδρα για μοιχεία. Υπήρχε τότε νόμος που τη χαρακτήριζε αδίκημα και είχε ποινή. Κάποιοι πατριώτες ρωτούσαν τον άνδρα, γιατί το έκανε αυτό και έκλεισε το σπίτι του ανθρώπου και αυτός έλεγε:  "Ε΄ τι να κάνω εγώ, άνδρας είμαι και ξέρεις οι άνδρες είναι πιο επιρρεπείς, δε φταίω εγώ η γυναίκα έφταιγε". Πρόκειται για φτηνές δικαιολογίες, που τόσο εύκολα αραδιάζουν οι άνθρωποι.
Ο Δαυίδ δεν ήταν ένας τυχαίος άνθρωπος, ήταν ο Βασιλιάς και θα έπρεπε να είναι το πρότυπο, το φωτεινό παράδειγμα για το λαό του. Η ζωή του θα έπρεπε να είναι μια ζωντανή μαρτυρία για το Θεό. Θα έπρεπε να είναι το υπόδειγμα για όλους. Όμως βλέπουμε ότι ο άνθρωπος του Θεού κατηγορείται για μοιχεία και για ηθική αυτουργία σ' ένα φρικιαστικό έγκλημα. Αλήθεια πόσο κακή μαρτυρία είναι αυτή! Πόση μικρότητα και αδυναμία χαρακτήρα εμπεριέχει, πόσο αναξιόπιστος αποδεικνύεται ο βασιλιάς και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει αυτή η άστοχη ενέργειά στον ίδιο αλλά και στους άλλους γύρω του! Ο Απ. Παύλος θέλοντας να επικρίνει κάποιους Χριστιανούς αναφέρει στην επιστολή "προς Ρωμαίους" (κεφ. Β/2, εδ. 24) "Διότι το όνομα του Θεού εξαιτία σας βλασφημείται μεταξύ των εθνών, καθώς είναι γεγραμμένον".
Τι απαράδεκτα γεγονότα είναι αυτά για έναν άνθρωπο του Θεού! Ο Δαβίδ αρνείται επίμονα να τα εξομολογηθεί μπροστά στο Θεό και προσπαθούσε να τα "καλύψει". Ίσως χρησιμοποιούσε τη δικαιολογία ότι ο «χρόνος είναι ο καλύτερος ιατρός». Με όλη αυτή την επιμονή του μαχόταν ενάντια στο Θεό και ενάντια στο δικό του συμφέρον. Είχε γίνει ένα ράκος και το πνεύμα του είχε αναστατωθεί. Αυτή είναι η χειρότερη κατάσταση στην οποία μπορεί να βρεθεί ένας άνθρωπος. Είναι μεγάλο το βάρος της ενοχής και έρχεται να αναστατώσει τη ζωή του ανθρώπου. Έρχεται να τ' αλλάξει όλα στη ζωή του. Η ενοχή, η αμαρτία, που έχει σαν αποτέλεσμα την αναστάτωση του πνεύματος, φέρνει την κατάθλιψη μέσα στη ζωή του ανθρώπου και τον οδηγεί στην πλήρη απογοήτευση. Εφόσον η αμαρτία δεν εξομολογείται, τίποτα δεν πάει καλά στη ζωή, τίποτα δεν εξελίσσεται ομαλά, η ζωή δεν έχει καμία ομορφιά. Εναγωνίως ο Δαβίδ ζητά να έρθει στη ζωή του ανακούφιση, να έρθει μέσα του αγαλλίαση και ευφροσύνη. Αισθάνεται ότι τα κόκαλά του έχουν σπάσει, έχουν συντριβεί (εδ. 8).  Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία περιέρχεται ο άνθρωπος, όταν αμαρτήσει και διακοπεί η σχέση του με το Θεό, όταν η αμαρτία τον αποκόψει από το Θεό.   
Ο προφήτης του Θεού έρχεται μ' ένα δικό του τρόπο να του αποκαλύψει τα  μεγάλα λάθη του βασιλιά. Για το σκοπό αυτό εξιστορεί στο Δαβίδ την ιστορία  μ' ένα φτωχό άνθρωπο, που μόνη του περιουσία και παρηγοριά του ήταν μια προβατίνα που την κοίμιζε στον κόρφο του κάθε βράδυ. Κάποια μέρα ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος με πάρα πολλά πρόβατα, για να παραθέσει γεύμα στους καλεσμένους του έπιασε και έσφαξε την ξένη προβατίνα. Θύμωσε πάρα πολύ ο Βασιλιάς Δαβίδ και είπε: "Ο άνθρωπος που έκανε αυτή την πράξη είναι άξιος θανάτου". Τότε ο άνθρωπος του Θεού του αποκάλυψε: "εσύ είσαι αυτός βασιλιά". Και συνεχίζει ο προφήτης του Θεού: "γιατί Βασιλιά καταφρόνησες το λόγο του Κυρίου, ώστε να πράξεις το κακό εις τους οφθαλμούς αυτού;"
Εδώ βλέπουμε την πρώτη θέση να παίρνει όχι μια βαριά επίπληξη προς το Δαβίδ, αλλά ένα μεγάλο ερώτημα του ανθρώπου του Θεού: «Γιατί καταφρόνησες τον λόγο του Κυρίου, ώστε να κάνεις αυτό το κακό μπροστά στα μάτια Του;». Πίσω από κάθε αμαρτία υπάρχει περιφρόνηση του Λόγου του Θεού, περιφρόνηση του ίδιου του Κυρίου. Πόσο καλά το είχε καταλάβει αυτό ο Ιωσήφ, ο οποίος στα κελεύσματα και τις συνεχείς προκλήσεις της συζύγου του Πεντεφρή, μια ήταν η απάντησή του: «πώς να πράξω τούτο το μέγα κακόν, και να αμαρτήσω εναντίον του Θεού;» (Γένεση ΛΘ/39: 9). Κάθε αμαρτία, κάθε αστοχία, είναι κατευθείαν στον Κύριο με απρόβλεπτες συνέπειες. Και ο Προφήτης συνεχίζει: «τώρα δεν πρόκειται  να αποσυρθεί η ρομφαία από την οικογένειά σου, επειδή, με καταφρόνησες  και πήρες τη γυναίκα του Ουρία του Χετταίου, για να είναι γυναίκα σου…. Επειδή, όμως με την πράξη σου αυτή έδωσες μεγάλη αφορμή στους εχθρούς του Κυρίου να βλασφημούν, γι’ αυτό, το παιδί που γεννήθηκε σε σένα θα πεθάνει οπωσδήποτε».
Ο Δαυίδ, καθώς άκουσε τα λόγια του Νάθαν, του προφήτη του Θεού, δεν προσπαθεί να δικαιολογηθεί, να ρίξει την αμαρτία σε άλλους ή να μειώσει κατά κάποιο τρόπο τις ευθύνες του. Μόνον δυο λέξεις αφήνει να φύγουν από τα χείλη του: «ΑΜΑΡΤΗΣΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ». Επί τέλους ακούστηκε η φράση την οποία ο Θεός περίμενε να ακούσει.  Καμία προσπάθεια δεν κάνει ο Δαυίδ να μειώσει το μέγεθος της αμαρτίας του. Καμία προσπάθεια δεν κάνει να ρίξει τις ευθύνες σε άλλους ή να δικαιολογηθεί και εδώ φαίνεται όλο το μεγαλείο της ψυχής του, εδώ φαίνονται τα μεγάλα προτερήματά του. Δε βάζει στην πρώτη θέση τις κοινωνικές επιπτώσεις, αλλά πάνω απ’ όλα και πρώτα απ’ όλα βάζει τη σχέση του με το Θεό. Γι’ αυτό το πρώτο που κάνει είναι μια σοκαριστική ομολογία. «Σε σένα, σε σένα μόνον αμάρτησα  και έπραξα μπροστά Σου το πονηρό». Αυτό είναι το κεντρικό νόημα του "Ψαλμού" ΝΑ/51. Ο ψαλμός αυτός είναι το μεγάλο υπόδειγμα για τον άνθρωπο που βασανίζεται από κάποια ενοχή. Ο εχθρός έρχεται να βάλει αμφιβολίες μέσα μας και πολλές φορές αναρωτιόμαστε, άραγε άκουσε ο Θεός τη συγνώμη μας; Θα μας συγχωρήσει μια τόσο μεγάλη αμαρτία; Ο ψαλμός ΝΑ/51 μας δείχνει το δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσουμε, για να απαλλαχτούμε από την αμαρτία μας. 
Μεγάλες αμαρτίες βαρύνουν τον Δαυίδ με απώτερες συνέπειες στη ζωή του, στο αξίωμά του, στην οικογένειά του, στο περιβάλλον του, στο λαό του. Όλα αυτά τα γνωρίζει πολύ καλά ο Δαυίδ, όμως το πρώτο που σκέπτεται, καθώς ελέγχεται για την αμαρτία του, είναι να επικοινωνήσει με το Θεό. Πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα θέλει να διατηρήσει ανέπαφη τη σχέση του με το Θεό. Πρώτα να τακτοποιηθεί με το Θεό. Γι' αυτό και οι πρώτες του φράσεις είναι: «Ελεησέμε ώ Θεέ, κατά το έλεός σου, κατά το πλήθος των οικτιρμών σου, εξάλειψε τα ανομήματά μου. Πλύνε με … από την ανομία μου και από την αμαρτία μου καθάρισέ με….».
«Ελέησέ με». Δεν πάει ο άνθρωπος με την θρησκευτική του αξία μπροστά στο Θεό. Δεν μπορεί κάποιος να έρθει μπροστά στο Θεό και να πει, εκείνα τα λόγια  που είπε ο  Φαρισαίος, που προσευχόταν στο Ναό. "Εγώ νηστεύω, αποδεκατίζω, εγώ κάνω αυτό ή το άλλο" (Λουκάς ΙΗ/18: 11). Ο Θεός δε θέλει να κάνουμε τίποτα γι’ Αυτόν, θέλει μόνον να πιστέψουμε. Ο ίδιος ο Κύριος διακήρυξε ότι τούτο είναι το έργο το οποίο θα πρέπει να κάνει ο άνθρωπος: "να πιστέψει σε Εκείνον τον οποίον ο Θεός απέστειλε" (Ιωάννης Σ/6: 29). Δεν πάει ο άνθρωπος με το θάρρος κάποιων δήθεν «καλών θρησκευτικών έργων» που έχει διαπράξει. Εάν πήγαινε έτσι, τότε θα έλεγε: «αντάμοιψον Κύριε». ΌΧΙ. θα πρέπει να πάει συντετριμμένος και να ζητήσει το Έλεος του Θεού. Μόνον αυτήν την προσευχή ακούει ο Θεός. Γι’ αυτό άλλωστε και Τελώνης που προσευχόταν μέσα στο Ναό μαζί με το Φαρισαίο, όπως μας λέει ο Λόγος του Θεού, κατέβηκε δικαιωμένος στο σπίτι του…… (Λουκάς ΙΗ/18: 14). Ο Τελώνης, ο οποίος έχοντας επίγνωση της αμαρτωλότητάς του, «δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να υψώσει εις τον ουρανό» (Λουκάς ΙΗ/18: 13).
 Εξομολογούμαι ότι τούτο το εδάφιο καθώς και η συγκλονιστική ομολογία του Ζακχαίου: «Σταθείς δε ο Ζακχαίος, είπε προς τον Κύριον Ιδού, τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδω εις τους πτωχούς, και εάν εσυκοφάντησά τινά εις τι, αποδίδω τετραπλούν» (Λουκάς ΙΘ/19: 8), που αποτελεί το θρίαμβο της μετάνοιας, καθώς και το δίλεπτο της χήρας, (Λουκάς ΚΑ/21: 2), που  δεν διστάζει να τα δώσει όλα για το Θεό, είναι για μένα από τα πιο συγκινητικά σημεία μέσα στο Λόγο του Θεού.   
Κάποτε ο Δαβίδ είχε κάνει το λάθος να αριθμήσει το λαό του Θεού. Ενώ σε όλη του τη ζωή στηριζόταν στο Θεό, αρχίζει σιγά – σιγά να μη στηρίζεται και στον εαυτόν του και στην ισχύ του στρατεύματός του. Ο Λόγος του Θεού αναφέρει ότι η ιδέα της απογραφής ήταν υποκίνηση του σατανά (Α΄ Χρονικόν ΚΑ/21: 1). "Εσύ ήταν το πνεύμα του Κυρίου, θα μετρήσεις τους δικούς Μου;" (Α' Χρονικόν ΚΑ/21: 1–14). Γι’ αυτό το λόγο τούτο το πράγμα δεν άρεσε στον Κύριο. Ο Θεός του είπε λοιπόν να επιλέξει πως  θα ήθελε να τιμωρηθεί: "Τρία χρόνια πείνας ή τρεις  μήνες να ηττάται από τους εχθρούς του ή τρεις ημέρες να τιμωρείται από τη ρομφαία του Κυρίου και παντού να υπάρχει θανατικό". Και είπεν ο Δαβίδ: «ας πέσω λοιπόν εις την χείρα του Κυρίου, διότι οι οικτιρμοί αυτού είναι πολλοί σφόδρα».
Και τούτη τη φορά ο Δαβίδ, παρά τις μεγάλες και τρομερές συνέπειες, δεν σκέπτεται τίποτα άλλο, από τον Κύριο και τη σχέση του μ’ Αυτόν. Δε θέλησε να δικαιώσει τον εαυτόν του, αλλά θέλησε να δικαιώσει τον Κύριο. Εμπιστεύτηκε απόλυτα τη δικαιοσύνη του Θεού και το Έλεός Του. Θέλει να δικαιώσει το Θεό.  «Επειδή, τα ανομήματά μου εγώ γνωρίζω ….. για να είσαι άμεμπτος στις κρίσεις σου».
Συνήθως βλέπουμε τις κοινωνικές προεκτάσεις της αμαρτίας περισσότερο, παρά τις προεκτάσεις αυτής στη σχέση μας με το Θεό. Βάζουμε δηλαδή τις ανθρώπινες σχέσεις μας πάνω από τη σχέση μας με το Θεό. Εδώ βλέπουμε το Δαβίδ να κάνει το αντίθετο δίνοντας προτεραιότητα στη σχέση του με το Θεό. «σε σένα, σε σένα μόνον αμάρτησα και έπραξα μπροστά σου το πονηρό». Μα θα πει κάποιος: "μόνον στο Θεό αμάρτησε; και ο Ουρίας, που έχασε άδικα τη ζωή του και το παιδάκι που έρχεται για να πεθάνει; Μόνον στο Θεό αμάρτησε ο Δαβίδ;" Η απάντηση είναι: Ναι, μόνον στο Θεό.
Ο Θεός είναι Θεός του φτωχού, που είχε μία προβατίνα, είναι Θεός του Ουρία, της Βηθσαβεέ, είναι Θεός του κάθε αδικημένου. Αδικώντας όλους αυτούς και αμαρτάνοντας, ο άνθρωπος αμαρτάνει πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα στο Θεό, του οποίου είναι δημιουργήματα. Η δολοφονία του Ουρία ήταν ένα έγκλημα κατά του Θεού του Ουρία. Ο Δαβίδ πριν κάνει όλα αυτά που έκανε περιφρόνησε πρώτα απ’ όλα το Θεό και αυτή η περιφρόνηση και απαξίωση του Θεού είναι μεγαλύτερη από το φόνο που διέπραξε. Να γιατί η αμαρτία και κάθε αδικία σε βάρος του πλησίον μας είναι τόσο τρομερή. Η αμαρτία λοιπόν είναι αμαρτία, που κατευθύνεται εναντίον του προσώπου του Θεού. Γι’ αυτό και η αμαρτία που διέπραξε ο Δαβίδ, αγνοώντας το Θεό, είναι πολύ μεγαλύτερη από το φόνο και τη μοιχεία, διότι αποτελεί ευθεία περιφρόνηση του Ύψιστου Θεού και παραβίαση των νόμων Του. Αν κάποιος σε πιάσει να κλοτσάς το σκυλί του γείτονα και το μάθει ο γείτονας, θα σου επιτεθεί, γιατί με τον τρόπο αυτό προσβάλεις πρώτα απ’ όλα το πρόσωπο του γείτονα, ο οποίος είναι το αφεντικό και ο προστάτης του σκύλου του. Ο Θεός είναι προστάτης του αδελφού, του φτωχού, του γείτονα που αδίκησες, του πελάτη που εξαπάτησες. Να λοιπόν γιατί όταν αδικείς τον πλησίον σου, αμαρτάνεις εναντίον του Θεού.
Ο Δαβίδ όχι μόνον αναγνωρίζει ότι αδίκησε το Θεό, αλλά κάνει  ένα ακόμα βήμα, που είναι πολύ σοβαρό και το οποίο θα πρέπει να ακολουθούμε στη ζωή μας. Ποιο είναι αυτό το τόσο σοβαρό βήμα; Όχι μόνον παραδέχεται την ενοχή του, αλλά και δεν προσπαθεί να δικαιολογηθεί γι’ αυτή. "Αμάρτησα" είπε.  Εμείς ίσως λέγαμε: "Να …. Εκείνη την ώρα, όπως την είδα κλπ. …. και αυτή η γυναίκα να βγει τελείως γυμνή…. Εντάξει φταίω και εγώ, αλλά αυτή ήταν που με προκάλεσε… και πολλά άλλα". Ο Δαβίδ δε σκέπτεται τίποτα απ' όλα αυτά και συνεχίζει να επαναλαμβάνει μία φράση μόνον: "Αμάρτησα" και εκεί σταματάει. Αναγνωρίζει την αμαρτία του και αντί να επικαλεστεί φτηνές δικαιολογίες, επικαλείται το Έλεος του Θεού. Επίσης αναγνωρίζει τη διαφθορά, που υπάρχει μέσα στην καρδιά του και που τον σπρώχνει πάντοτε στο κακό (Ιερεμίας ΙΖ/17: 9). Συνεπώς αναγνωρίζει ότι αμάρτησε εναντίον του Θεού και ταυτόχρονα παραδέχεται ότι είναι απελπιστικά αμαρτωλός: «ιδού συνελήφθηκα σε ανομία και σε αμαρτία με γέννησε η μητέρα μου». Με τον τρόπο αυτό δεν κατηγορεί τους γονείς του, απλώς αναγνωρίζει το γεγονός. Δεν εννοεί ότι η γενετήσια πράξη είναι αμαρτία μέσα στα πλαίσια του γάμου, αλλά εννοεί ότι και οι δύο αυτοί άνθρωποι ήταν μέσα στην αμαρτία και κατά συνέπεια αυτός που γεννήθηκε απ’ αυτούς, είναι μέσα στην αμαρτία. «Δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία μπήκε σε όλο το ανθρώπινο γένος και δια της αμαρτίας, ο θάνατος» (Ρωμαίους Ε/5: 12).  Ο Δαβίδ όχι μόνον δε δικαιολογεί τον εαυτόν του, αλλά αναγνωρίζει το πόσο ελεεινός είναι. Ζητάει το Έλεος του Θεού όχι μόνον για το κακό που έκανε, αλλά και γι' αυτό που είναι. Ξέρετε πότε ο άνθρωπος θα ξεφύγει από αυτή την κατάσταση; Όταν "το θνητό ντυθεί αθανασία" (Α' Κορινθίους  ΙΕ/15: 54).
Θα μπορούσε μετά απ’ αυτά ο άνθρωπος να περάσει στο άλλο άκρο και να πει: "Δεν είμαι καλός, είμαι αμαρτωλός, είμαι διεφθαρμένος, άρα δεν μπορώ να αποφύγω την αμαρτία". Όταν ο άνθρωπος μιλάει έτσι, ουσιαστικά κατηγορεί το Θεό, ο οποίος έδωσε πολλά όπλα στον άνθρωπο, όπως τη λογική, τη μετάνοια, την προσευχή, για να αντιμετωπίσει τον πειρασμό, τη δύσκολη κατάσταση στη ζωή του. Κληρονομεί κάποιος μια επιχείρηση, με αρκετά χρέη. Προσπαθεί να τη διαχειριστεί ο ίδιος, αλλά δεν είναι και τόσο εργατικός και έτσι αποτυγχάνει να κάνει βιώσιμη την επιχείρηση. Τον καλούν οι πιστωτές και αρχίζει τις διάφορες δικαιολογίες. "Δε φταίω εγώ, τα χρέη του πατέρα μου με έφεραν εδώ και αρχίζει να κατηγορεί τον πατέρα του". Όμως αυτές οι δικαιολογίες δεν ενδιαφέρουν τους πιστωτές και δεν πρόκειται σε τίποτα να τον βοηθήσουν. Μπροστά στους πιστωτές μια και μόνη επιλογή έχεις, να αναγνωρίσεις την ευθύνη σου για τα χρέη σου. Μπροστά στο Θεό μία και μόνη επιλογή έχουμε. Να αναγνωρίσουμε την αμαρτία μας και επειδή εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα απολύτως, να επικαλεστούμε το Έλεός Του. Να θυμηθούμε την υπόσχεσή Του ότι «πας όστις επικαλεσθεί το όνομα του Κυρίου, θέλει σωθεί» (Ρωμαίους Ι/10: 11).
Ο Δαβίδ αναγνωρίζει εξ’ ολοκλήρου την ευθύνη των πράξεών του. Εμείς πολλές φορές βρίσκουμε δικαιολογίες, για να μειώσουμε τις ευθύνες μας ή να τις ρίξουμε σε άλλους. Όμως με τον τρόπο αυτό κάνουμε μεγάλο κακό στον εαυτόν μας. Για να μας βοηθήσει ο Θεός, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την ευθύνη μας και να την εξομολογηθούμε ενώπιον Του. Διαφορετικά, αν δικαιολογούμε την αμαρτία μας, δένουμε τα χέρια του Θεού και δεν Τον αφήνουμε να ενεργήσει μέσα στη ζωή μας. Πρέπει να κοιτάξουμε κατάματα την αμαρτία που διαπράξαμε, να αφήσουμε τις δικαιολογίες, για να μπορέσει να ενεργήσει ο Θεός μέσα στη ζωή μας. Στο βιβλίο των "Παροιμιών" αναφέρεται το εξής: «Ο κρύπτων τας αμαρτίας αυτού δεν θέλει ευοδωθή ο δε εξομολογούμενος και παραιτών αυτάς, θέλει ελεηθή» (Παροιμίες ΚΗ/28: 13).
Ο Θεός θέλει να είμαστε ειλικρινείς, να είμαστε αληθινοί. «Ιδού, αγάπησες αλήθεια στην καρδιά». Μόνον ο Θεός μπορεί να καθαρίσει και να κάνει αληθινή την καρδιά μας, η οποία είναι «απατηλή και σφόδρα διεφθαρμένη». Η καρδιά του ανθρώπου μπορεί να καθαριστεί, μόνον με το αθώο αίμα του Ιησού Χριστού, που έτρεξε πάνω στο σταυρό του Γολγοθά (Εβραίους Θ/9: 13-14). «ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες, επί της γης» (Μάρκος Β/2: 10) "επί της γης" σημαίνει τώρα που βρισκόμαστε στη ζωή, στον ουρανό δε θα μπορεί να μας συγχωρήσει κανένας). Γι’ αυτό ο Χριστός πέθανε πάνω στο Σταυρό για μας. Οι αμαρτίες που έχουν εξομολογηθεί έχουν καθαριστεί. «το αίμα του Χριστού, καθαρίζει ημάς, από πάσης αμαρτίας» (Α'  Ιωάννου Α/1: 7). Καθαρισμός δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, ότι οι αμαρτωλές τάσεις, που υπάρχουν μέσα μας, θα εξαφανιστούν. Αυτό θα ήταν ό,τι καλύτερο, αλλά δεν μπορεί να συμβεί. Μέσα από την "πεσμένη" φύση μας, η αμαρτία θα παρουσιαστεί και πάλι, ο εχθρός δε θα ησυχάσει ποτέ. Πότε ως «άγγελος φωτός» (Β' Κορινθίους ΙΑ/11: 14) και πότε «ως λέων ωρυόμενος» (Α' Πέτρου Ε/5: 8) θα προσπαθεί να μας καταπιεί. Όμως πάντοτε το πρώτο βήμα θα πρέπει να είναι η ειλικρινής εξομολόγηση. Η αμαρτία ποτέ δε θα μας αφήσει ήσυχους, όμως να θυμόμαστε πάντοτε ότι δεν πρέπει να παίζουμε με το Θεό και  ότι: «ο Θεός δεν  εμπαίζεται, διότι ότι αν σπείρει ο άνθρωπος, τούτο και θέλει θερίσει» (Γαλάτες Σ/6: 7). Ο Θεός μπορεί να συγχωρήσει "επτά φορές", αλλά μπορεί να συγχωρήσει και "εβδομηκοντάκις επτά" φορές (Ματθαίος ΙΗ/18: 21,22), μπορεί να συγχωρήσει μύριες φορές, το βλέπουμε μέσα στην καθημερινή μας ζωή, πλην όμως, δεν εμπαίζεται.
«Απόστρεψε το πρόσωπό σου από τις αμαρτίες μου και όλες τις ανομίες μου εξάλειψε», ικετεύει ο Δαβίδ. Αυτό ακριβώς θέλει να κάνει ο Κύριος μέσα στη ζωή μας. Τις αμαρτίες μας, καθώς τις εξομολογούμαστε, δεν τις ενθυμείται πλέον. Ο Λόγος του Θεού μας διαβεβαιώνει ότι τις έχει θέσει στα βάθη των ωκεανών (Μιχαίας Ζ/7: 19).  Ο καθαρισμός που κάνει ο Θεός είναι πλήρης. «εξάλειψον» κράζει το Δαβίδ. Ο άνθρωπος μπορεί να συγχωρήσει, ο Θεός είναι ο μόνος που μπορεί να εξαλείψει. Ο προφήτης Ησαΐας αναφωνεί : «εξάλειψες ως πυκνή ομίχλη τις παραβάσεις  μου και ως νέφος τις αμαρτίες μου» (Ησαΐας ΜΔ/44: 22).
Ο καθαρισμός των αμαρτιών φέρνει την αγαλλίαση στην ψυχή του ανθρώπου και αποκαθιστά  την επικοινωνία με το Θεό. Ο Δαβίδ λέει στο Θεό: «κάνε με  να ακούσω αγαλλίαση και ευφροσύνη, για να ευφρανθούν τα κόκαλα που έσπασες… Απόδωσέ μου την αγαλλίαση  της σωτηρίας σου».  Η αμαρτία αποξενώνει τον άνθρωπο από το Θεό. Αυτή η αποξένωση είναι που συνθλίβει τον άνθρωπο. Ο Ιωάννης Βουνιάνος (1628 - 1688) είχε πει: "Η αμαρτία είναι ένα βάρος δεμένο στην πλάτη του Χριστιανού, καθώς αυτός προχωράει με δυσκολία προς την απόγνωση".
«Μη με απορρίψεις από το πρόσωπό σου και το Πνεύμα σου το Άγιο μη αφαιρέσεις από μένα». Ο Δαβίδ ήξερε ότι η αμαρτία του τον είχε αποκόψει από το Θεό και είχε διακόψει την επικοινωνία μαζί Του. Αυτό το μεγάλο μάθημα δυστυχώς δεν το γνώριζε ο Σαμψών. Στο βιβλίο των "Κριτών" (κεφ. ΙΣ/16: 20), αναφέρεται: «αλλ’ αυτός δεν εγνώρισε ότι ο Κύριος είχε απομακρυνθεί απ’ αυτού». Είναι μεγάλη τραγωδία να νομίζεις ότι ο Θεός είναι μαζί σου και Αυτός να έχει απομακρυνθεί από σένα εξαιτίας της αμαρτωλής ζωής σου. Η κοινωνία του Δαβίδ με το Θεό ήταν το πρώτο μέλημα μέσα στη ζωή του. Αυτό  σημαίνει: "τα πρώτα πράγματα, στην πρώτη θέση". Γι’ αυτό ζητούσε τον καθαρισμό των αμαρτιών του, για να αποκαταστήσει τη σχέση του με το Θεό και να επανέλθει μέσα στη ζωή του, η ζωή, η χαρά, η δύναμη, η επικοινωνία μαζί Του.                       Ο Δαβίδ επίσης είχε καταλάβει ότι το να προσφέρει στο Θεό κάποια υλική θυσία  δεν ήταν αρκετό. Θα μπορούσε να κάνει προσφορά περί αμαρτίας (Έξοδος ΚΘ/29: 14), αλλά αυτό δε θα μπορούσε να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με το Θεό. «Θυσίες στο Θεό, είναι πνεύμα συντετριμμένο, καρδιά συντετριμμένη και ταπεινωμένη, Θεέ δεν θα καταφρονήσεις». Τι σημαίνει "συντετριμμένο πνεύμα" και μια ταπεινωμένη καρδιά; Σημαίνει να έρθει η ψυχή μπροστά στο Θεό και να πει: "Αμάρτησα, γι’ αυτό που έπραξα, δεν μπορώ να κάνω τίποτα, για να το επανορθώσω. Κύριε μόνον Εσύ μπορείς να διορθώσεις τα πράγματα". Και είναι έτοιμος ο Κύριος να ανταποκριθεί στο ειλικρινές κάλεσμα, όποιας ψυχής Τον επικαλεστεί "εν πνεύματι και αληθεία" (Ιωάννης Δ/4: 23, 24) και να διορθώσει τα πράγματα φέρνοντας ειρήνη και αγαλλίαση.   
Τι μένει στην ψυχή εκείνη που συγχωρέθηκε η αμαρτία της, που αποκαταστάθηκε η σχέση της με το Θεό;  Εκτός από την ευχαριστία και τη δοξολογία χρειάζεται και η ομολογία μας. «Θα διδάξω στους παραβάτες τους δρόμους σου, και οι αμαρτωλοί θα επιστρέφουν σε σένα…. η γλώσσα μου θα ψάλλει με αγαλλίαση τη δικαιοσύνη σου». Ο φυλακισμένος όταν βγαίνει από τη φυλακή κράζει από χαρά. Έτσι ακριβώς θα πρέπει να κάνει και ο λυτρωμένος του Χριστού.   
O Δαβίδ αναλογιζόμενος τις επεμβάσεις του Θεού μέσα στη ζωή του αναφωνεί: «…με αναβίβασε από λάκκο ταλαιπωρίας και από βορβορώδη πηλό και έστησε πάνω στην πέτρα τα πόδια μου, εστερέωσε τα βήματά μου» (Ψαλμός Μ/40: 2). Ο Κύριος είναι έτοιμος να ενεργήσει κατά τον ίδιο τρόπο για όποια ψυχή Τον επικαλεστεί ειλικρινά, όσο χαμηλά και αν έχει πέσει, γιατί είναι αγαθός και πιστός ο Κύριος, γιατί είναι Σωτήρας (Β' Πέτρου Γ/3: 18). Αναφωνεί. «Ο Κύριος υποστηρίζει πάντας τους πίπτοντας και ανορθώνει τους κεκυρτωμένους (πνευματικά)  (Ψαλμός ΡΜΕ/145: 14). 
Ο Θεός συγχώρησε το Δαβίδ, αλλά είπε και μια φοβερή και τρομερή φράση. «Δεν θέλει αποσυρθεί ποτέ η ρομφαία από του οίκου σου». Εδώ πρόκειται για τις συνέπειες της αμαρτίας οι οποίες πολλές φορές, μπορεί να είναι πολύ σκληρές. Πρόκειται για την εφαρμογή του διαχρονικού, υπέρτατου νόμου: «ότι σπείρει ο άνθρωπος, τούτο και θέλει θερίσει» (Γαλάτες Σ/6: 7).
Ακολουθεί ο βιασμός της κόρης του, της Θάμαρ, από τον αδελφό της, τον Αμνών, (Β'  Σαμουήλ ΙΓ/13: 14), τον οποίο Αμνών για την πράξη του αυτή δολοφόνησε ο αδελφός του, ο Αβεσσαλώμ. (Β' Σαμουήλ ΙΓ/13: 28), Ο Αβεσσαλώμ ηγήθηκε μιας επανάστασης εναντίον του πατέρα του Δαβίδ, για να του πάρει την εξουσία, επειδή γνώριζε ότι ο πατέρας του προόριζε για διάδοχό του το Σολομώντα. Έγινε μάχη μεταξύ των δύο στρατευμάτων. Το παιδί εναντίον του πατέρα και πάνω στη μάχη σκοτώθηκε ο Αβεσσαλώμ (Β' Σαμουήλ ΙΗ/18: 33). Η συνωμοσία του Αβεσσαλώμ ήταν από τις πιο δύσκολες μέρες στη ζωή του Δαυίδ. Μαζί με τον Αβεσσαλώμ αποστάτησαν από κοντά του έμπιστοι άνθρωποί του και αυτό ήταν που έκανε τον πόνο του ακόμα μεγαλύτερο. Πολλά τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Δαβίδ, όμως είχε μάθει ένα μεγάλο μάθημα στη ζωή του. Την αποκατάσταση της επικοινωνίας του με το Θεό.
Ίσως γι’ αυτό να χαρακτηρίστηκε άνθρωπος «κατά την καρδίαν του Θεού» (Πράξεις ΙΓ/13: 22), ίσως γι’ αυτό να θεωρείται μέχρι σήμερα ο μεγαλύτερος βασιλιάς που κυβέρνησε ποτέ τον Ισραήλ.
«ΑΜΑΡΤΗΣΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ». Ας προσέξουμε μια ιδιαίτερη πλευρά τούτου του «αμάρτησα». Το είπε και ο ψευδοπροφήτης Βαλαάμ χωρίς όμως να επιστρέψει από το δικό του δρόμο (Αριθμοί ΚΒ/22: 34). Το είπε και ο Άχαν  (Ιησους του Ναυί Ζ/7: 18-20), αλλά ήταν πολύ αργά πλέον. Το είπε και ο βασιλιάς Σαούλ (Α΄ Σαμουήλ ΙΕ/15: 20-24), αλλά δεν ήταν ειλικρινές. Το είπε και ο Ιούδας «ήμαρτον παραδόσας αίμα αθώον» (Ματθαίος ΚΖ/27: 4,5), αλλά δεν το πίστευε και πήγε και κρεμάστηκε. Το είπαν και πολλοί άλλοι, χωρίς ποτέ να μετανιώσουν ειλικρινά. Μόνον η ειλικρινής μετάνοια ανοικοδομεί τα χαλάσματα, που προκαλεί μέσα στη ζωή μας η αμαρτία.
Καθώς ο Δαβίδ ειλικρινά εξομολογήθηκε την αμαρτία του και έλαβε, δια Πνεύματος Αγίου, τη διαβεβαίωση ότι συγχωρέθηκε, πλέον ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και ανακούφισης πλημμυρίζουν τη ζωή του. Τούτα τα αισθήματα φαίνονται καθαρά στον   "Ψαλμό" ΛΒ/32, αναφέρεται: 
«1 ΜΑΚΑΡΙΟΣ εκείνος του οποίου συγχωρήθηκε η παράβαση, του οποίου σκεπάστηκε η αμαρτία.
2 Μακάριος ο άνθρωπος, στον οποίο ο Κύριος δεν λογαριάζει ανομία, και στο πνεύμα τού οποίου δεν υπάρχει δόλος
3 Όταν αποσιώπησα, τα κόκαλά μου πάλιωσαν από τον ολολυγμό μου όλη την ημέρα·
4 επειδή, ημέρα και νύχτα το χέρι σου έγινε βαρύ επάνω μου η υγρότητά μου μεταβλήθηκε σε καλοκαιριάτικη ξηρασία.  
5 Την αμαρτία μου φανέρωσα σε σένα, και την ανομία μου δεν έκρυψα είπα: Στον Κύριο θα εξομολογηθώ τις παραβάσεις μου κι Εσύ συγχώρησες την ανομία τής αμαρτίας μου. 
6 Γι' αυτό, κάθε όσιος θα προσεύχεται σε σένα σε πρέποντα καιρό βέβαια, σε κατακλυσμό πολλών νερών, αυτά δεν θα τον αγγίζουν.
7 Εσύ είσαι η σκέπη μου θα με φυλάττεις από θλίψη· με αγαλλίαση λύτρωσης θα με περικυκλώνεις.  
8 Εγώ θα σε συνετίσω, και θα σε διδάξω τον δρόμο, στον οποίο πρέπει να περπατάς θα σε συμβουλεύω επάνω σου θα είναι το μάτι μου.
9 Μη γίνεστε σαν άλογα, σαν μουλάρια, στα οποία δεν υπάρχει σύνεση που το στόμα τους πρέπει να συγκρατείται με φίμωτρο και χαλινάρι, αλλιώς δεν θα σε πλησίαζαν.
10 Οι μάστιγες του ασεβή είναι πολλές εκείνον, όμως, που ελπίζει στον Κύριο, έλεος θα τον περικυκλώνει.
11 Ευφραίνεστε στον Κύριο, δίκαιοι, και αγάλλεστε· και αλαλάξτε όλοι εσείς οι ευθείς στην καρδιά.
Ο θρίαμβος, η επιτυχία, η αποκατάσταση της επικοινωνίας με το Θεό, η επανασύνδεση της γραμμής επικοινωνίας μαζί Του. Πρόκειται για μια γραμμή άμεσης επικοινωνίας που κανένας άνθρωπος και καμία δύναμη δεν μπορεί ποτέ να διακόψει, παρά μόνον η δύναμη της αμαρτίας.

Ως συμπέρασμα σε όλα τα παραπάνω θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια κάποιου πιστού ο οποίος έλεγε: «Αν αμαρτάνεις, γνώριζε ότι, αν συντριβείς με μετάνοια, μπορείς να  χαίρεσαι και να πιστεύεις στον Χριστό με τέλειο θάρρος ότι σε συγχωρεί, επειδή Αυτός είναι Σωτήρας».

Όπως φαίνεται από τον ψαλμό ΝΑ/51 ο Δαβίδ όταν αμάρτησε έχασε :
1. την καθαρότητα της καρδιά του (10)
2. την επικοινωνία του με το Θεό (11)
3. την αγαλλίαση της σωτηρίας του (12)
4. τη μαρτυρία του στο περιβάλλον (13)
5. τη δύναμη της δοξολογίας (15)

        Όταν μετάνιωσε κέρδισε :

1            1. την πνευματική του κάθαρση (2 , 7)
              2. τη συγχώρηση των αμαρτιών του (9)
3            3. την ευθύτητα του πνεύματός του (10)
4            4. τη χαρά και τη δύναμη (12)
5            5. την αποκατάσταση της μαρτυρίας του (13)
6            6. τη δύναμη για δοξολογία (15)
              7. την ταπείνωσή του μπροστά στο Θεό (17). ---









Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ.
 
Ευαγγέλιον "κατά ΛΟΥΚΑΝ", κεφ.  ΚΔ/24, εδ. 13 – 35.

13 Και ιδού, δύο εξ αυτών επορεύοντο εν αυτή τη ημέρα εις κώμην ονομαζομένην Εμμαούς, απέχουσαν εξήκοντα στάδια από Ιερουσαλήμ.
14 Και αυτοί ωμίλουν προς αλλήλους περί πάντων των συμβεβηκότων τούτων.
15 Και ενώ ωμίλουν και συνδιελέγοντο, πλησιάσας και αυτός ο Ιησούς επορεύετο μετ' αυτών
16 αλλ' οι οφθαλμοί αυτών εκρατούντο διά να μη γνωρίσωσιν αυτόν.
17 Είπε δε προς αυτούς Τίνες είναι οι λόγοι ούτοι, τους οποίους συνομιλείτε προς αλλήλους περιπατούντες, και είσθε σκυθρωποί;
18 Αποκριθείς δε ο εις, ονομαζόμενος Κλεόπας, είπε προς αυτόν Συ μόνος παροικείς εν Ιερουσαλήμ και δεν έμαθες τα γενόμενα εν αυτή εν ταις ημέραις ταύταις;
19 Και είπε προς αυτούς Ποία; Οι δε είπον προς αυτόν Τα περί Ιησού του Ναζωραίου, όστις εστάθη ανήρ προφήτης δυνατός εν έργω και λόγω ενώπιον του Θεού και παντός του λαού,
20 και πως παρέδωκαν αυτόν οι αρχιερείς και οι άρχοντες ημών εις καταδίκην θανάτου και εσταύρωσαν αυτόν.
21 Ημείς δε ηλπίζομεν ότι αυτός είναι ο μέλλων να λυτρώση τον Ισραήλ αλλά και προς τούτοις πάσι τρίτη ημέρα είναι σήμερον αύτη, αφού έγειναν ταύτα.
22 Αλλά και γυναίκές τινές εξ ημών εξέπληξαν ημάς, αίτινες υπήγον την αυγήν εις το μνημείον,
23 και μη ευρούσαι το σώμα αυτού, ήλθον λέγουσαι ότι είδον και οπτασίαν αγγέλων, οίτινες λέγουσιν ότι αυτός ζη.
24 Και τινές των υμετέρων υπήγον εις το μνημείον και εύρον ούτω, καθώς και αι γυναίκες είπον, αυτόν όμως δεν είδον.
25 Και αυτός είπε προς αυτούς Ω ανόητοι και βραδείς την καρδίαν εις το να πιστεύητε εις πάντα όσα ελάλησαν οι προφήται
26 δεν έπρεπε να πάθη ταύτα ο Χριστός και να εισέλθη εις την δόξαν αυτού;
27 Και αρχίσας από Μωϋσέως και από πάντων των προφητών, διηρμήνευεν εις αυτούς τα περί εαυτού γεγραμμένα εν πάσαις ταις γραφαίς.
28 Και επλησίασαν εις την κώμην όπου επορεύοντο, και αυτός προσεποιείτο ότι υπάγει μακρότερα
29 και παρεβίασαν αυτόν, λέγοντες Μείνον μεθ' ημών, διότι πλησιάζει η εσπέρα και έκλινεν η ημέρα. Και εισήλθε διά να μείνη μετ' αυτών.
30 Και αφού εκάθησε μετ' αυτών εις την τράπεζαν, λαβών τον άρτον ευλόγησε και κόψας έδιδεν εις αυτούς.
31 Αυτών δε διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί, και εγνώρισαν αυτόν. Και αυτός έγεινεν άφαντος απ' αυτών.
32 Και είπον προς αλλήλους Δεν εκαίετο εν υμίν η καρδία ημών, ότε ελάλει προς ημάς καθ' οδόν και μας εξήγει τας γραφάς;
33 Και σηκωθέντες τη αυτή ώρα υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ, και εύρον συνηθροισμένους τους ένδεκα και τους μετ' αυτών,
34 οίτινες έλεγον ότι όντως ανέστη ο Κύριος και εφάνη εις τον Σίμωνα.
35 Και αυτοί διηγούντο τα εν τη οδώ και πως εγνωρίσθη εις αυτούς, ενώ έκοπτε τον άρτον.

         ΣΧΟΛΙΑ:
      Ραγδαία και συγκλονιστικά τα γεγονότα που συμβαίνουν από το πρωί της ημέρα του Σαββάτου στην Ιερουσαλήμ. Είχαν προηγηθεί τα γεγονότα της σύλληψης, ανάκρισης, ο θάνατος του Κυρίου πάνω στο σταυρό και είχε ακολουθήσει ο ενταφιασμός. Πολύ πρωί του Σαββάτου γυναίκες έσπευσαν στο μνήμα, για να αλείψουν το σώμα του Ιησού με αρώματα, σύμφωνα με συνήθεια της εποχής. Εκεί μία έκπληξη τις περίμενε. Βρήκαν "αποκεκυλισμένο τον λίθον του μνημείου" και δύο άγγελοι που βρίσκονταν στο μνημείο τους μεταδίδουν το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα όλων των εποχών. «Τι ζητάτε, το ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς. Δεν είναι εδώ αλλά Ανέστη» (Λουκάς ΚΔ/24: 5,6).
      Στην παρούσα μελέτη δε θα αναφερθούμε ιδιαίτερα σε όλα τούτα τα συγκλονιστικά γεγονότα που συνέβησαν, αλλά θα πλησιάσουμε με το μικροσκόπιο του Λόγου του  Θεού   δύο πιστούς ανθρώπους στο Χριστό. Οι άνθρωποι αυτοί το απόγευμα της ημέρας εκείνης ξεκινούν από την Ιερουσαλήμ, για να πάνε στην πόλη Εμμαούς. Πιθανόν εκεί να ήταν ο τόπος της κατοικίας τους. Η πόλη Εμμαούς βρίσκονταν 10 χιλ. βορειοδυτικά της Ιερουσαλήμ. Η πορεία τους με τα πόδια θα διαρκούσε περίπου τρεις ώρες. Ο Λόγος του Θεού μας πληροφορεί ότι τον έναν από τους δύο τον έλεγαν Κλεόπα.
      Καθώς ξεκινούν από την Ιερουσαλήμ, έχουν προηγηθεί τα εξής γεγονότα: Ο αναστημένος Ιησούς έχει ήδη εμφανιστεί στη Μαρία νωρίς το πρωί (Μάρκος 16/ΙΣ: 9-11 & Ιωάννης Κ/20: 11-18) και επίσης στις άλλες γυναίκες (Ματθαίος ΚΗ/28: 9-10). Οι ίδιοι οι οδοιπόροι έχουν ακούσει την είδηση ότι ο τάφος είχε βρεθεί άδειος και ότι άγγελοι είχαν αναγγείλει στους επισκέπτες του τάφου ότι ο Χριστός είχε αναστηθεί. 
    Παρατηρώντας τούτους τους οδοιπόρους, που ήταν μαθητές του Χριστού, θα ήθελα να προσέξουμε αρχικά το εξής: Βαδίζουν και είναι πολύ λυπημένοι. Καθώς βάδιζαν μέσα στη θλίψη και την ταλαιπωρία τους, τους πλησίασε κάποιος που τους φάνηκε άγνωστος, ξένος. Αλήθεια πόσες φορές ανάμεσά μας ο Χριστός είναι ξένος; Πόσες φορές, ενώ ομολογούμε ότι είμαστε μαθητές Του, δεν Τον αναγνωρίσαμε και πόσες επεμβάσεις Του μέσα στη ζωή μας ποτέ δεν τις καταλάβαμε. 
     Βαδίζουν τούτοι οι οδοιπόροι πολύ λυπημένοι, χωρίς να έχουν καμία ελπίδα μέσα τους. Θα έπρεπε να ήταν ευτυχισμένοι, αφού ήταν μαθητές του Κυρίου και είχαν ακούσει πολλές φορές ότι: "ο Υιός του ανθρώπου έπρεπε να πάθη πολλά και να καταφρονηθή από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων, και να  θανατωθή και τη τρίτη ημέρα να αναστηθή" (Λουκάς Θ/9: 22). Όμως παρά το γεγονός ότι πολλές φορές είχαν ακούσει από τον ίδιο τον Κύριο για τα πάθη Του και την Ανάσταση Του από τους νεκρούς, παρά το γεγονός ότι είχαν πληροφορηθεί το γεγονός της Ανάστασής Του,  αυτοί συνεχίσουν να είναι απελπισμένοι και θλιμμένοι. Πώς εξηγείται αυτό το γεγονός; Μία μόνο λέξη είναι ικανή να το εξηγήσει: ΑΠΙΣΤΙΑ. Απιστία που τους έκανε να αμφισβητήσουν τα λόγια του Κυρίου, ν' αμφισβητήσουν τα λόγια όλων εκείνων που έφεραν το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης του Ιησού Χριστού.
      Όλα περίμεναν να συμβούν μέσα στη ζωή τους όχι όμως και να αναστηθεί ο Χριστός από τους νεκρούς. Όλα ήταν έτοιμοι να τα πιστέψουν, όχι όμως να πιστέψουν ότι Αναστήθηκε ο Κύριος. Ενώ ζούσαν τις πρώτες ώρες μιας νέας εποχής, ενός νέου κόσμου, εξαιτίας της απιστίας τους επιστρέφουν στον τόπο τους με τις καρδιές τους τσακισμένες, ματωμένες από τη θλίψη και την απελπισία. Έρχεται η απιστία να τους κλέψει τη μεγάλη χαρά και να τους γεμίσει με θλίψη. Αλήθεια, πόσες φορές αυτό το τραγικό γεγονός δεν έχει επαναληφθεί μέσα στη ζωή μας. Πόσες φορές δεν αφήσαμε την απιστία να κυριαρχήσει μέσα στη ζωή μας και να μας μετατρέψει σε "θλιμμένους χριστιανούς"; Ο Κύριος επί τρεισήμισι χρόνια προσπαθούσε να τους εξηγήσει τα γεγονότα που θα συνέβαιναν, για να μην εκπλαγούν, όμως αν και τα είχαν ακούσει πολλές φορές ουσιαστικά δεν είχαν πιστέψει στα λόγια Του.
      Πόσοι άνθρωποι βρίσκονται σ’ αυτή την τραγική κατάσταση! Γιορτάζουν το Πάσχα, ψάλλουν τους ύμνους της Ανάστασης την Κυριακή, χωρίς να πιστεύουν στην ανάσταση. Μέσα στην τραγική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τούτοι οι μαθητές τους πλησιάζει ο αναστημένος Κύριος. Ποτέ δεν άφησε τους δικούς Του ο Κύριος. Η υπόσχεσή Του είναι: «Θα είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες της ζωής σας» (Ματθαίος ΚΗ/28: 20). Η υπόσχεσή του είναι: «Όπου είναι δύο ή τρεις συνηγμένοι στο όνομά του, είμαι και εγώ εν τω μέσω αυτών» (Ματθαίος ΙΗ/18: 20).
     Στους μόνους που δε θα έπρεπε να εμφανιστεί ο Κύριος μετά την Ανάστασή Του ήταν οι δικοί Tου, που δεν μπόρεσαν να μείνουν μαζί Του για λίγο ξάγρυπνοι, οι δικοί Του που Τον απαρνήθηκαν και Τον εγκατέλειψαν. Πόσο αποκαλυπτικός είναι ο Ματθαίος, όταν λέει στο Ευαγγέλιό του: «Τότε οι μαθητές όλοι τον άφησαν και έφυγαν» (Μάρκος ΙΔ/14: 50). Όμως ο Κύριος δε σώζει γιατί εμείς έχουμε μεγάλη πίστη, σώζει γιατί Εκείνος έχει μεγάλη Αγάπη για μας. Και όταν η μεγάλη Του αγάπη  συναντάει τη μικρή δική μας επιθυμία, τότε συντελείται το θαύμα της σωτηρίας. Ακόμα και εκείνη τη μικρή αγάπη που μοιάζει μ' ένα λυχνάρι που καπνίζει, δε θα την αφήσει να σβήσει. Το συντετριμμένο καλάμι, που στην εποχή μας λέγεται άνθρωπος, δεν θα το θλάσει, δε θα το αποβάλλει ο Κύριος (Ματθαίος ΙΒ/12: 20). Ποτέ δεν έπαυσαν οι επισκέψεις του Κυρίου  στη ζωή μας, γιατί τις έχουμε ανάγκη και γιατί ο Κύριος θέλει να επεμβαίνει μέσα στη ζωή μας και να μας βγάζει από τα αδιέξοδα, που η απιστίας μας δημιουργεί.
     Τους πλησίασε λοιπόν ο Κύριος. Εφευρίσκει τρόπους ο Κύριος, για να πλησιάσει τον κάθε άνθρωπο, για να μιλήσει μαζί του, για να τον βγάλει μέσα από τη λάσπη και το βορβορώδη πηλό (Ψαλμός Μ/40: 2), για να του προσφέρει αιώνια σωτηρία. Και αφού τους πλησίασε τους είπε: «Για ποιο ζήτημα μιλάτε μεταξύ σας τόσο έντονα και είστε σκυθρωποί». Ο Κύριος έχει ξεκινήσει για να έρθει να μας συναντήσει. Η μεγάλη ώρα της "αρπαγής της Εκκλησίας" (Α΄ Θεσσαλονικείς Δ/4: 13-18), η ώρα της συνάντησης των λυτρωμένων με το Χριστό πλησιάζει. Αλίμονο, αν μέσα στη ζωή μας χάσουμε τούτη την ελπίδα. Αλίμονο, αν δεν το πιστέψουμε, αλίμονο "αν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη σωτηρία" (Εβραίους Β/2: 3). Ένα είναι το αίτημα του Κυρίου προς τους δικούς Του τούτες τις έσχατες ώρες των εσχάτων ημερών: "Λίγο ακόμα μείνετε ξάγρυπνοι" (Ματθαίος ΚΣ/26: 40). Πόσο πικρό ήταν το παράπονο του Κυρίου προς τους μαθητές του: "Λίγο χρειάστηκε να μείνετε ξάγρυπνοι και δεν μπορέσατε;". Πόσο πικρό ήταν το παράπονο του Κυρίου την ώρα της καταιγίδα, όταν οι μαθητές έτρεξαν να τον ξυπνήσουν και να του πουν: «Κύριε, δεν σε μέλει που χανόμαστε» (Ματθαίος Η/8: 28). Ο Κύριος τους κοίταξε και τους είπε: "Ολιγόπιστοι". Εύχομαι κανένας να μην ακούσει τούτο το πικρό παράπονο από τον Κύριο εκείνη την ημέρα.
     Ο Κύριος αντελήφθη αμέσως την αιτία που βρίσκονταν σε μια τόσο απελπιστική κατάσταση τούτοι οι μαθητές Του. Είχαν κάνει το λάθος και δεν  είχαν πιστέψει σ' εκείνα τα οποία ανέφεραν οι Άγιες Γραφές. Είχαν μια συγκεχυμένη γνώση των πραγμάτων. Κάποια είχαν διαβάσει, κάποια είχαν ακούσει, δεν γνώριζαν ακριβώς «τι είναι γεγραμμένο» στις Γραφές (Παλαιά Διαθήκη)  και αυτό τους οδήγησε κατευθείαν στην απιστία και στην αμφιβολία. Δεν είχαν οπλιστεί με την «μάχαιραν του πνεύματος, που είναι ο λόγος του Θεού» (Εφεσίους Σ/6: 17) και έτσι δε μπόρεσαν να σταθούν και να νικήσουν. Τι μεγάλη προσβολή για εκείνους τους ανθρώπους που ρωτούσαν τον Κύριο. «Ένας είχε μια γυναίκα και πέθανε, την πήρε ο 2ος, ο 3ος, … ο 5ος αδελφός. Στον ουρανό τίνος θα είναι γυναίκα". Την αποστομωτική, ακραία προσβλητική απάντηση του Κυρίου εύχομαι να μην την ακούσει ποτέ κανένας από μας: «Πλανάσθε μη γνωρίζοντας τας γραφάς μηδέ την δύναμιν του Θεού» (Ματθαίος ΚΒ/22: 29). Όταν ο άνθρωπος δε γνωρίζει το Λόγο του Θεού, επόμενο είναι και να μη γνωρίζει και τι λέει γύρω από τα πράγματα του Θεού.
      Και τι να κάνει ο Κύριος, άρχισε από το Μωυσή και τους άλλους προφήτες και ερμήνευε σ’ αυτούς «τα περί Αυτού γεγραμμένα εν πάσες ταις γραφαίς». Αν τούτοι οι μαθητές είχαν μέσα στη ζωή τους προσέξει τις γραφές, ποτέ δεν θα έφθαναν σ’ αυτό το αδιέξοδο της θλίψης και της απελπισίας καθώς θα είχαν βρει παρηγοριά σ’ αυτές. Ο Κύριος, για να τους προσφέρει ανακούφιση, τους οδηγεί κατ’ ευθείαν στις Γραφές. "Δεν έπρεπε να πάθει ταύτα ο Χριστός για να εισέλθει στη δόξα. Αυτού;" Από αυτά που είναι γραμμένα μέσα στον αιώνιο λόγο του Θεού δε θα μείνει ούτε ένα «ν» ούτε ένα «σ» που να μην εκπληρωθεί. 
      Τι θαυμαστό να ακούς από το Χριστό να ερμηνεύει τη "θυσία του Ισαάκ", (Γένεση ΚΒ/22: 2), το "χάλκινο φίδι" που ύψωσε ο Μωυσής μέσα στην έρημο (Αριθμοί ΚΑ/21: 9), να ερμηνεύει τον 22ο  και τον 53ο ψαλμό, να τους ερμηνεύει το ΝΓ/53 κεφάλαιο από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα! Για ένα και μόνον θέμα μιλούσε ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη. Για τον επερχόμενο Μεσσία. Έρχονται κάποιοι να πουν ότι πρέπει να προσπερνάμε την Παλαιά Διαθήκη και ότι η Καινή Διαθήκη είναι ό,τι χρειαζόμαστε. Αλλά ο ίδιος ο Κύριος και σε αυτήν αλλά και σε άλλες περιπτώσεις (πειρασμοί κλπ), τη χρησιμοποίησε και έβαλε τη σφραγίδα Του σε ό,τι είναι γραμμένον σ’ αυτή (Λουκάς Δ/4: 4-10).
      Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μια παρατήρηση. Δεν είναι μόνον αυτοί οι δύο που μέσα στην πορεία τους δεν αναγνώρισαν το Χριστό. Είναι πάρα και πολλοί άλλοι, που, ενώ ο Χριστός βαδίζει δίπλα τους, μέσα στις στράτες της ζωής τους, που γεύονται καθημερινά τα δώρα Του και την Αγάπη Του, παρ’ όλα αυτά όμως δεν Τον αναγνωρίζουν. Είναι πολλά εκείνα που μπορούν να με κάνουν να μην αναγνωρίσω το Χριστό που βαδίζει δίπλα μου. Κάποιοι θα προβάλουν τα διάφορα προβλήματα καθώς και τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής. Η βασική αιτία όμως είναι η αμαρτία, που ο άνθρωπος αρνείται να την καταδικάσει και να την εξομολογηθεί στο Θεό και που τον οδηγεί κατ’ ευθείαν στην απιστία. Και δε συμβαίνει αυτό με ανθρώπους του κόσμου, που δε γνωρίζουν το Λόγο του Θεού, άρα και τον Κύριο, οπότε υπάρχει και κάποια δικαιολογία, συμβαίνει και με πιστούς ανθρώπους, που γνώρισαν την αγάπη Του, τη δωρεάν Σωτηρία Του, το Έλεός Του μέσα στη ζωή τους. Και ενώ ο Χριστός είναι κοντά τους, αυτοί περπατούν μόνοι καθώς δεν Τον αναγνωρίζουν. Και ο Κύριος επιμένει να στέκεται δίπλα τους, δεν απομακρύνεται από κοντά τους και προσπαθεί με μύριους τρόπους, να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους.
     Μας επισκέπτεται ο Κύριος, όπως ακριβώς με εκείνο το ελαφρύ αθόρυβο αεράκι, που επισκέφτηκε τον Προφήτη Ηλία, έξω από τη σπηλιά που βρισκόταν πάνω στο βουνό Χωρήβ (Α΄ Βασιλέων ΙΘ/19: 9 – 14). Μόνος και απελπισμένος ο πρ. Ηλίας δεν έβλεπε το Θεό δίπλα του, δεν έβλεπε εκείνες τις 7.000 χιλιάδες των ανθρώπων που ήταν πιστοί και που δεν είχαν κλείνει γόνυ στον Βάαλ (Α΄ Βασιλέων  ΙΘ/19: 18), δεν έβλεπε το πύρινο άρμα, που ο Θεός ετοίμαζε στον ουρανό, για να έρθει να τον παραλάβει με δόξα και τιμή. Ο Κύριος όμως δεν τον άφησε, τον επισκέφτηκε. όχι με τον άνεμο (εδ. 11), ούτε με το σεισμό, ούτε με τη φωτιά (Α' Βασιλέων ΙΘ/19: 12), ο Κύριος τον επισκέφτηκε με ένα λεπτό αεράκι. Ναι, έτσι μας επισκέπτεται ο Κύριος, γιατί δε θέλει ούτε να μας φοβίσει, ούτε να μας εκβιάσει, αλλά μ' ένα καθημερινό ελαφρύ, ανεπαίσθητο αεράκι μας επισκέπτεται ο Κύριος, για να μας προσφέρει, τα δώρα Του, ό,τι έχουμε ανάγκη για να ζήσουμε. Έχουμε αναλογιστεί πόσα μας προσέφερε μόνο σήμερα ο Κύριος, το έχουμε αναλογιστεί; Ποιος μας εξασφάλισε την υγεία, το σπιτικό, τα ρούχα, το αυτοκίνητο, τα χρήματα ….. και ο κατάλογος δεν κλείνει.
       Μας τα προσέφερε ο Κύριος με τόσο ευγενικό, με τόσο λεπτό τρόπο. Πολλές φορές νομίζουμε ότι κάτι μας ανήκει, ότι κάτι είναι δικό μας. Στη ζωή αυτή τίποτα δε μας ανήκει και τίποτα δεν είναι δικό μας. Τα πάντα είναι από τον Κύριο. Η ευγένειά Του, η λεπτότητά Του, πολλές φορές μας κάνει να μην Τον αναγνωρίζουμε, αλλά ο Κύριος δεν μπορεί να αλλάξει. Πάντα με τον ίδιο τρόπο θα στέκεται δίπλα μας και με τον ίδιο τρόπο θα ενεργεί.
      Καθώς βάδιζαν, πλησίασαν στην κόμη και παραβίασαν αυτόν λέγοντες: «μείνον μεθ’ ημών διότι πλησιάζει η εσπέρα και έκλεινεν η ημέρα». Έρχεται νύκτα πάνω στον κόσμο. Τούτη η έκφραση είναι του Κυρίου. Δεν την είπε κάποιος σοφός, κάποιος ισχυρός του αιώνος τούτου, την είπε ο ίδιος ο Κύριος προς τους μαθητές του: «Εγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα του πέμψαντός με, εωσού είναι ημέρα, έρχεται νύξ, ότι ουδείς δύναται να εργάζεται» (Ιωάννης Θ/9: 4).
       "Πάνω στον κόσμο πλησιάζει η εσπέρα και έκλεινεν η ημέρα". Ο Λόγος του Θεού μας πληροφορεί για το τι πρέπει  να κάνουμε, πώς θα πρέπει να σταθούμε: «Πάντων δε το τέλος επλησίασε. Φρονίμως λοιπόν διάγετε και αγρυπνείτε εις τας προσευχάς» (Α΄ Πέτρου Δ/4: 7). Όλες οι ανθρώπινες ελπίδες, όλα τα ανθρώπινα συστήματα, αποδείχθηκαν ουτοπίες και έχουν ήδη καταρρεύσει. Ο άνθρωπος ήλπισε σε πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά συστήματα, τα οποία όμως απέτυχαν στην εφαρμογή τους και μαζί τους σήμανε και το τέλος των ιδεολογιών. Παντού επικράτησε ο απάνθρωπος καπιταλισμός, που θα οδηγήσει τον κόσμο στον όλεθρο και την καταστροφή, γιατί έχει ένα στόχο και ένα σκοπό, το κέρδος με κάθε μέσο, με κάθε τρόπο, θεμιτό ή αθέμιτο. Οι πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται είναι η κοινωνική αδικία, η βία, ο πόλεμος και το κατευθυνόμενο ψεύδος.
      Σιγά και σταθερά μια "παγκόσμια νύχτα" έρχεται να σκεπάσει τα πάντα. Μέσα σ’ αυτήν τη ζοφερή κατάσταση κανένας δεν μπορεί να αντισταθεί στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις. Γι’ αυτό ένα θα πρέπει να είναι το μήνυμα των ημερών: «Και μάλιστα, εξεύροντες τον καιρόν, ότι είναι ήδη ώρα να εγερθώμεν εκ του ύπνου διότι είναι πλησιεστέρα εις ημάς η σωτηρία παρ' ότε επιστεύσαμεν (Ρωμαίους ΙΓ/13: 11).
     Έχουμε ανάγκη μέσα στη ζωή μας να  ζητήσουμε από τον Κύριο να μείνει μαζί μας τούτες τις στερνές ώρες της ανθρωπότητας, που τα σύννεφα στον ορίζοντα πληθαίνουν, που η αμαρτία πολλαπλασιάζεται όπως η «Λερναία Ύδρα» και όλα μαρτυρούν ότι η μεγάλη νύχτα και η μεγάλη καταιγίδα, δε θα αργήσουν να καλύψουν τον πλανήτη απ’ άκρου εις άκρον.
     "Μείνε μαζί μας Κύριε", γιατί Εσύ είσαι η μοναδική μας ελπίδα. «Όποιος ελπίσει επ’ Αυτόν δεν θα καταισχυνθεί εις τον αιώνα». (Ιωάννης Ι/10: 28). Μείνε μαζί μας, Κύριε, γιατί όλα γύρω μας καταρρέουν. Ένας ολόκληρος πολιτισμός, αγώνες, κόποι, μόχθοι, αιώνων καταρρέουν, γιατί έγιναν χωρίς το Θεό, έγιναν ενάντια στο θέλημά Του, ήταν δημιουργήματα του ανθρώπινου "εγώ". Μοναδική ελπίδα στις ημέρες μας «ο Θεός της ελπίδας» (Ρωμαίους ΙΕ/15: 13). "Μείνε μαζί μας Κύριε". Την θέλει ο Κύριος, την περιμένει τούτη την πρόσκληση. Εμπειρία αιώνων μας αναφέρει ότι δεν υπάρχει ψυχή που να έκραξε μάταια στον Κύριο. Στην κραυγή του δικού Του παιδιού ο Κύριος θα ενεργήσει  στην ώρα που πρέπει μετρώντας με το δικό Του ακριβέστατο ρολόι.
      Πόσο έχουμε ανάγκη την παρουσία του Κυρίου γύρω μας τούτες τις τραγικές ημέρες και ώρες που ζούμε! Σφαγές, πόλεμοι, τρομοκρατία, ανεργία, φόβοι "επερχομένων δεινών" κυριαρχούν παντού (Λουκάς ΚΑ/21: 26). Οι άνθρωποι μιλούν για Ειρήνη και εννοούν τον πόλεμο. Μιλούν για Αγάπη και εννοούν μίσος. Πόσες φορές δεν ελπίσαμε στην ανθρώπινη συμπάθεια και αγάπη και πόσο τραγικά προδοθήκαμε. Πόσες φορές ακόμα και εκείνη η λίγη αγάπη που προσφέρει ο άνθρωπος δεν ζητάει την αμοιβαιότητα, την ανταπόδοση.  Ο Κύριος δια του αιωνίου Λόγου Του μας συμβουλεύει: «μείνατε εν τη αγάπη μου» (Ιωάννης ΙΕ/15: 9).  Η αγάπη του Θεού μακροθυμεί, αγαθοποιεί, δεν φθονεί, δεν αυθαδιάζει, δεν επαίρεται, δεν ασχημονεί, δεν ζητεί τα εαυτής, δεν παροξύνεται, δεν διαλογίζεται το κακό, δεν χαίρει εις την αδικίαν, συγχαίρει δε εις την αλήθειαν. Πάντα ανέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει (Α΄ Κορινθίους ΙΓ/13: 4-7). Ένας πολύ ωραίος στοίχος που είχε γραφεί από μία πιστή γυναίκα έλεγε: «Κι’ αν σκοτάδι απλώνεται κι όλο πέφτει τριγύρω, της αγάπης τα λούλουδα ξεψυχούν μαραμένα, θα ελπίζω σε Σένα. Ποιος μπορεί της αγάπης Σου να μου κλέψει το μύρο, τον αμάραντο στέφανο ποιος μπορεί να κρατήσει, σε κοιτάζουν τα μάτια μου στην οδύνης το ξύλο, ποιος μπορεί περισσότερο από ΣΕ ν' αγαπήσει;».
     "Κύριε μείνε μαζί μας". Και ο Κύριος, που ακούει τη φωνή των δικών Του παιδιών, εισήλθε για να μείνει μαζί τους. Υπάρχει ψυχή που να κάλεσε τον Κύριο και ο Κύριος να μην ανταποκρίθηκε; Μπήκε μέσα στο σπίτι, κάθισε στο τραπέζι σαν επισκέπτης, όμως αν και φιλοξενούμενος, γίνεται αμέσως οικοδεσπότης. Αν και ξένος, πήρε το ψωμί ο Κύριος, το έκοψε και το μοίρασε. Χωρίς ακόμα οι οικοδεσπότες να έχουν αντιληφθεί ποιος ήταν, παραχώρησαν οι δύο εκείνοι στο φιλοξενούμενό τους τη θέση του οικοδεσπότη. Αυτή τη θέση θέλει ο Κύριος μέσα στη ζωή μας. Πολλές φορές είμαστε πρόθυμοι να ξοδέψουμε πολλά γι' Αυτόν, όχι όμως και να γίνουμε εμείς οι φιλοξενούμενοί Του. Θέλουμε εμείς να έχουμε να τον πρώτο λόγο, να κρατάμε πεισματικά τα κλειδιά της ζωής μας και να μην τα παραδίδουμε.
      Ήρθε ο Κύριος στο σπιτικό τους, κάθισε, ευλόγησε, έκοψε, έδωσε σε αυτούς. Τι ωραία εικόνα! Κάθε τραπέζι στο οποίο συμμετέχει ο Κύριος δεν είναι τίποτα άλλο από μια εικόνα ενός άλλου τραπεζιού το οποίο ο Κύριος την ημέρα εκείνη θα κάνει στον ουρανό για να φιλοξενήσει τους δικούς Του (Λουκάς Ζ/7: 37 & ΙΒ/12: 37). Εκεί ο Κύριος ως οικοδεσπότης σύμφωνα με την υπόσχεσή του θα προσφέρει στον κάθε καλεσμένο, "εκείνα τα οποία μάτι δεν είδε, αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκαν" (Α΄ Κορινθίους Β/2: 9). Εκείνου του τραπεζιού τη χαρά κανείς δεν μπορεί να φανταστεί, κανένας ανθρώπινος νους δε μπορεί να την περιγράψει.
     Όλα πλέον είναι έτοιμα και ο Κύριος με τους δύο μαθητές Του είναι καθισμένοι στο τραπέζι. Κάποιος φαντάζεται τον Κλεόπα να λέει προς τον φιλοξενούμενό τους: "Κύριε, κάνε μια ευχαριστία για τα αγαθά που έχουμε μπροστά μας". Φαντάζεται τον Κύριο να σηκώνει τα χέρια ψιλά, για να ευχαριστήσει τον Πατέρα και ξαφνικά οι δύο μαθητές βλέπουν τις τρύπες στα χέρια του και Τον αναγνώρισαν αμέσως. Μπορεί να έγινε έτσι, μπορεί να έγινε αλλιώς, πάντως ο Λόγος τους Θεού αναφέρει: «Ανοίχτηκαν τότε τα μάτια τους και Τον αναγνώρισαν». Κατάλαβαν ότι ο ξένος που ήταν μαζί τους δεν ήταν άλλος από τον Κύριο. Άφησε τα πληγωμένα χέρια του Κυρίου να απλωθούν πάνω στο τραπέζι της ζωής σου, όπως εκείνο το βράδυ απλώθηκαν πάνω από το τραπέζι των δύο αυτών μαθητών στην πόλη Εμμαούς.
     Όταν ο άνθρωπος συναντήσει το Θεό, το πρώτο πράγμα που ο Θεός κάνει είναι να του "ανοίξει" τα μάτια. Αυτό το έχουμε όλοι ανάγκη, γιατί όσον αφορά τα πνευματικά πράγματα όλοι είμαστε εκ γενετής τυφλοί. Ψάχναμε μέσα στα σκοτάδια να βρούμε το Θεό. "Ανοίγαμε λάκκους σε συντετριμμένους τόπους εκεί που δεν υπήρχε νερό, για να ξεδιψάσουμε" (Ιερεμίας Β/2: 13). Όλες μας οι προσπάθειες ήταν μάταιες, όμως μέσα στη ζωή μας, μας συνάντησε ο Κύριος και μας "άνοιξε" τα μάτια. "Τώρα γνωρίζουμε σε ποιόν πιστέψαμε" (Β'  Τιμοθέου Α/1: 12).
     Διαβάζουμε ότι καθώς αναγνώρισαν τον Ιησού Εκείνος έγινε άφαντος απ’ αυτούς. Και αυτοί σηκώθηκαν την ίδια εκείνη ώρα και επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ και εκεί βρήκαν συγκεντρωμένους τους δέκα μαθητές μαζί με άλλους ανθρώπους που ήταν μαζί τους (έλειπαν ο Ιούδας, ο Ισκαριώτης που είχε κρεμαστεί καθώς και ο Θωμάς). Αφού λοιπόν τους βρήκαν τους διηγήθηκαν όλα αυτά που συνέβησαν στο δρόμο και πως αναγνώρισαν τον Κύριο. Δεν πρέπει ο άνθρωπος που γνώρισε το Θεό να κρατάει για τον εαυτόν τους τις εμπειρίες του. Έχουν ανάγκη οι άλλοι άνθρωποι, που ακόμα ζουν στην άγνοια και το σκοτάδι, από την ομολογία του και από τη ζωή του.
      Η πορεία από την Ιερουσαλήμ προς την πόλη Εμμαούς ξεκίνησε με φόβο, με θλίψη, με απόγνωση. Οι άνθρωποι της ιστορίας μας προχωρούσαν σκυθρωποί, κατσούφηδες, ολοκληρωτικά απελπισμένοι. Η πορεία από Εμμαούς προς Ιερουσαλήμ, η πορεία της ζωής του ανθρώπου που συναντήθηκε με τον Αναστημένο Ιησού Χριστό έχει τελείως διαφορετικό περιεχόμενο, έχει χαρά, έχει πόθο για υπηρεσία, για ομολογία. Έτσι λοιπόν μια ημέρα, που είχε αρχίσει τόσο σκυθρωπή, έγινε η ευτυχέστερη ημέρα της ζωής τους. Τι μεσολάβησε; Μία συνάντηση με το αναστημένο Ιησού Χριστό και όλα άλλαξαν. Η χαρά, η ελπίδα, η ζωή ξανά πήραν τη θέση τους μέσα στη ζωή των πιστών ανθρώπων. Η θλίψη, η απελπισία, ο φόβος, η αβεβαιότητα, έφυγαν, εξαφανίστηκαν. Όσο ο άνθρωπος μένει κοντά στον Αναστημένο και Δοξασμένο Ιησού Χριστό δεν πρόκειται να τις ξανασυναντήσει ποτέ πλέον.
      Ψυχή, ίσως από τούτη και πολλές άλλες θαυμαστές ιστορίες του Κυρίου, να έχεις κάποιες απορίες και ν' αναρωτιέσαι:  "γιατί τούτο, γιατί εκείνο, γιατί έγινε έτσι και όχι αλλιώς". Μην προσπαθήσεις να τις λύσεις τώρα. Ψάξε, ερεύνησε και ζήτησε από τον Κύριο να σου αποκαλύψει ακόμα περισσότερα, να σου προσφέρει "κατά τον πλούτον Αυτού" (Εφεσίους Γ/3: 16). Ο Κύριος τίποτα δε θα αφήσει κρυφό, όλα θα τ' αποκαλύψει εκείνη την ημέρα στην παρουσία Του. Μέχρι τότε, αν αισθάνεσαι κάπου ελλιπής, αν κάπου δε βλέπεις το Χριστό δίπλα σου, "μη φοβάσαι μόνον πίστευε" (Μάρκος Ε/5: 36). Προσήλωσε τα μάτια σου πάνω στα τρυπημένα χέρια Του και πες: "Σ’ ευχαριστώ Κύριε, γιατί πέθανες για μένα. Πλήρωσες Εσύ το βάρος της δικής μου αμαρτίας, πέθανες Εσύ, για να μην πεθάνω εγώ" (Ρωμαίους Δ/4: 25). Οι πληγές του σταυρού μιλάνε από μόνες τους. Μιλάνε τη γλώσσα της Αγάπης του Θεού, για τον κάθε άνθρωπο. Πες το μέσα από την καρδιά σου και τότε θα Τον αναγνωρίσεις δίπλα σου και τότε θα βαδίζεις το δύσβατο δρόμο της ζωής, «χαίρων», όπως εκείνος ο ευνούχος ο Αιθίοπας, των "Πράξεων των Αποστόλων" (κεφ. Η/8, εδ. 39).---

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ. Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΥΙΟΣ. (Β' ΜΕΡΟΣ).

     Ευαγγέλιον  «κατά Λουκάν», κεφ.  ΙΕ/15,   εδ.   25 – 32.   (Β'  ΜΕΡΟΣ).

25 Ήτο δε ο πρεσβύτερος αυτού υιός εν τω αγρώ και καθώς ερχόμενος επλησίασεν εις την οικίαν, ήκουσε συμφωνίαν και χορούς, 
26 και προσκαλέσας ένα των δούλων, ηρώτα τι είναι ταύτα. 
27 Ο δε είπε προς αυτόν ότι ο αδελφός σου ήλθε και έσφαξεν ο πατήρ σου τον μόσχον τον σιτευτόν, διότι απήλαυσεν αυτόν υγιαίνοντα. 
28 Και ωργίσθη και δεν ήθελε να εισέλθη. Εξήλθε λοιπόν ο πατήρ αυτού και παρεκάλει αυτόν. 
29 Ο δε αποκριθείς είπε προς τον πατέρα· Ιδού, τόσα έτη σε δουλεύω, και ποτέ εντολήν σου δεν παρέβην, και εις εμέ ουδέ ερίφιον έδωκάς ποτέ διά να ευφρανθώ μετά των φίλων μου. 
30 Ότε δε ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών, ήλθεν, έσφαξας δι' αυτόν τον μόσχον τον σιτευτόν. 
31 Ο δε είπε προς αυτόν Τέκνον, συ πάντοτε μετ' εμού είσαι, και πάντα τα εμά σα είναι· 
32 έπρεπε δε να ευφρανθώμεν και να χαρώμεν, διότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ήτο και ανέζησε, και απολωλώς ήτο και ευρέθη. 

       ΣΧΟΛΙΑ: 
     Σ’ ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας γραμματείας, που είναι η «παραβολή του ασώτου υιού» (Λουκάς ΙΕ/15: 11-32) πέρα από το βαθύτατα πνευματικό περιεχόμενο, που μας αποκαλύπτεται για το ποιος είναι αληθινά ο Θεός και τι ζητάει από εμάς, βλέπουμε μία μορφή που ο Χριστός μάς καλεί να την ψηλαφήσουμε με πολύ μεγάλη προσοχή. Πρόκειται για τον «πρεσβύτερο υιό» της οικογένειας. 
     Πολλές φορές ίσως να μοιάζουμε, ως πιστοί, με τον άνθρωπο αυτόν. Έχοντας τη βεβαιότητα ότι είμαστε πάντοτε δίπλα στο Θεό, τον οποίο αναγνωρίζουμε και αποκαλούμε «Πατέρα μας» (Ματθαίος ΚΓ/23: 9), έρχεται η στιγμή που διαπιστώνουμε ότι η αγάπη του Θεού δεν περιορίζεται στην ηθική μας ή την υπακοή μας ή το δίκιο μας, αλλά είναι μία ασύλληπτη αγάπη που απλώνεται σε όλους τους τομείς της ύπαρξής μας, ανεξαρτήτως έργων, κοινωνίας κλπ. Για όποιον πιστεύει σ’ ένα Θεό που αποβλέπει σε αυστηρούς «νόμους», που δε δίνει ευκαιρίες στους ανθρώπους όταν κάνουν λάθη, όταν ενεργούν άστοχα, όταν Τον περιφρονούν, ακόμα και όταν φεύγουν από κοντά Του, φαίνεται σκανδαλώδης αυτή η αγάπη και έξω από κάθε πραγματικότητα. 

       Ας παρατηρήσουμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά που εξελίσσονται. Μπορεί μετά τη μετάνοια και επιστροφή του, όπως είδαμε στο πρώτο μέρος της παραβολής (η δημοσίευση έγινε 02-03-2012) να σταμάτησε το δράμα του αποστατημένου υιού, όχι όμως και το οικογενειακό δράμα, αφού μια τελευταία πράξη του, πολύ ανέλπιστη παίχτηκε γύρω από το τραπέζι της χαράς, που έστησε ο πατέρας, για να γιορτάσουν όλοι μαζί την επιστροφή του χαμένου του παιδιού. 
        Ο πρεσβύτερος υιός ζει με την βεβαιότητα ότι μόνον αυτός έχει θέση στην καρδιά του Πατέρα και για το σκοπό αυτό εργάζεται σκληρά, για να φανεί αντάξιος της αποκλειστικότητάς του, την οποία όπως πιστεύει, δικαιούται για τον εαυτό του. Καθώς επιστρέφει από την εργασία του και παρατηρεί τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του, ολόκληρο το οικοδόμημα που έχει χτίσει μέσα του με κέντρο τον εαυτό του, αρχίζει να καταρρέει. 
          «και οργίσθη και δεν ήθελε να εισέλθει». 
        Καθώς η γιορτή έχει φουντώσει και όλοι με μεγάλη χαρά γιορτάζουν την επιστροφή του μικρότερου παιδιού της οικογένειας και τη λήξη της περιπέτειάς του, φτάνει στο σπίτι, επιστρέφοντας από τη δουλειά, ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας και βρίσκει το σπίτι κυριολεκτικά να «καίγεται» από τα φώτα, τους χορούς (χορωδίες) και τις μουσικές. Έκπληκτος ρωτάει έναν από τους δούλους για να μάθει τι ακριβώς συμβαίνει. Αμέσως  πληροφορήθηκε ότι ο χαμένος αδελφός του είχε γυρίσει μετανοημένος στο σπίτι τους και ο πατέρας από τη μεγάλη του χαρά έσφαξε το "σιτευτό μοσχάρι" και ξεκίνησε μια μεγάλη γιορτή, για να γιορτάσει την επιστροφή του γιου του. 
        Όταν άκουσε τούτα τα λόγια από το δούλο της οικογένειας, οργίστηκε και δεν ήθελε να μπει μέσα στο σπίτι, που γινόταν το τραπέζι της χαράς. Ένας ολόκληρος κόσμος τακτοποιημένος σε «καλούπια» ανθρώπινης ηθικής γκρεμίστηκε μέσα του. Ζούσε δίπλα σ’ έναν πατέρα που ποτέ δε μπόρεσε να τον καταλάβει. Όλο το ενδιαφέρον του πρεσβύτερου γιού ήταν στο κέρδος, στο συμφέρον, στην επιθυμία να γίνουν όλα δικά του. Η καρδιά του σκοτείνιασε, γέμισε από θυμό και αγανάκτηση, καθώς άκουσε τα νέα για το μικρότερο αδελφό του. Συμβαίνει άραγε αυτό αναμεταξύ μας; Ας σκεφτεί και ας απαντήσει ο καθένας για τον εαυτόν του. Ο Απ. "Ιάκωβος", ο αδελφόθεος στην καθολική επιστολή του αναφέρει  μία χαρακτηριστική φράση την οποία δε θα πρέπει να παραβλέπουμε: "εις πολλά πταίομεν άπαντες" (Ιακώβου Γ/3: 2). Πολλές φορές αγανακτούμε και εκφράζουμε παράπονα, όπως: «Γιατί ευλόγησες εκείνον, εγώ έχω τα δικαιώματα, γιατί έχω τόσα χρόνια μέσα στην Εκκλησία, όχι αυτός που ήταν μακριά, που κατέφαγε, σπατάλησε, ντρόπιασε......». 
      Μάταια ο πατέρας θα βγει έξω για να εξηγήσει και να ηρεμήσει το μεγαλύτερο γιό του και να τον καλέσει να μπει κι αυτός μέσα στο τραπέζι της χαράς. Ο μεγάλος γιος πεισματικά αρνείται να μπει και παραμένει σκληρός και ανένδοτος. Αφήνει να βγουν από την ψυχή του όλα τα "απωθημένα του". Ένας μεγάλος θυμός τον έχει καταλάβει και ένα πικρό παράπονο έρχεται στα χείλη του, καθώς απευθύνεται στον πατέρα του: «Σε δούλεψα, ποτέ εντολή σου δεν παραβίασα και ποτέ δεν μου έδωσες, ούτε ένα κατσίκι να το φάω με τους φίλους μου, όμως σαν ήρθε ο γιος σου τούτος ο άσωτος, που κατέφαγε το βιός σου με τις πόρνες, έσφαξες γι’ αυτόν, το μόσχο τον σιτευτό». Πικρά, σκληρά λόγια που δείχνουν ασπλαχνία, μεγάλη σκληρότητα, πείσμα, απαίτηση και πάνω απ’ όλα έλλειψη συχωρητικότητας και αγάπης. Ο Κύριος ήταν κατηγορηματικός: "εάν δεν συγχωρήσητε εις τους ανθρώπους τα πταίσματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ σας θέλει συγχωρήσει τα πταίσματά σας" (Ματθαίος Σ/6: 15). 
       Θα ήθελα να ξεχωρίσω και να επισημάνω μία φράση σε τούτα τα λόγια: "ποτέ δεν μου έδωσες, ούτε ένα κατσίκι να το φάω με τους φίλους μου". Αν ο πατέρας του έδινε και ένα και δύο και παραπάνω κατσίκια, με ποιους θα τα έτρωγε; Ο ίδιος ομολογεί με τους φίλους του, με τους δικούς του, με την παρέα του, με αυτούς που ταίριαζε και αγαπούσε. Η καρδιά όμως του πατέρα είναι διαφορετική. Τους καλεί όλους, τους θέλει όλους, τους αγαπάει όλους, τους περιμένει όλους και έχει για όλους ετοιμάσει τα καλύτερα. "έκαμε δείπνον μέγα και εκάλεσε πολλούς" (Λουκάς ΙΔ/14: 16). Αλήθεια ποιους καλούμε στο σπίτι μας, στη ζωή μας; Ο Κύριος ήταν κατηγορηματικός: "αν αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν, ποια χάρη οφείλεται σε σας; Επειδή, και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. Και αν αγαθοποιείτε εκείνους που σας αγαθοποιούν, ποια χάρη οφείλεται σε σας; Επειδή, και οι αμαρτωλοί κάνουν το ίδιο" (Λουκάς Σ/6: 32, 33). 
      Ο μεγαλύτερος γιος δε δίνει καμία απολύτως σημασία στο μικρότερο αδελφό του. Δεν τον αποκαλεί καν αδερφό του, δεν είπε: "ο αδερφός μου", αλλά "ο υιός σου ούτος" (εδ. 30). Όλη η ανησυχία του επικεντρώνεται στα μοσχάρια, τα ρούχα και κυρίως στο δαχτυλίδι του Πατέρα. Είχε ξεχάσει τον αδελφό του και θα επιθυμούσε πάρα πολύ να τον είχε ξεχάσει και ο Πατέρας. Άραγε υπάρχει κάτι δικό μας σ' αυτό το σημείο της παραβολής; Ναι υπάρχει! Πόσες φορές δίνοντας προτεραιότητα στα εφήμερα πράγματα τούτης της ζωής, ξεχάσαμε τον αδελφό μας, ξεχάσαμε τον "πλησίον" μας (Λουκάς Ι/10: 25-37), το συνάνθρωπό μας, δεν προσέξαμε, δε δώσαμε σημασία, δε χαρήκαμε γι' αυτόν, δεν τον καλοδεχτήκαμε, δεν τον αγαπήσαμε. Ο Χριστός, σε αντίθεση με τη δική μας συμπεριφορά, δε μας ξέχασε και δε μας εγκατέλειψε μέσα στην αμαρτία και τον αιώνιο θάνατο που βρισκόμαστε. «Πατέρα, είπε θα πεθάνω Εγώ γι' αυτούς και θα πληρώσω για τις αμαρτίες τους» (Εβραίους Ι/10: 7). 
        Αφού λοιπόν ο μεγάλος γιος της οικογένειας αρνείται να μπει μέσα, ας βγούμε εμείς έξω και ας τον πλησιάσουμε, προσέχοντας ιδιαίτερα να μην τον αδικήσουμε με εύκολα και ρηχά συμπεράσματα. Καθώς τον παρατηρούμε, συναντάμε έναν άνθρωπο πάνω απ' όλα σοβαρό, τίμιο, ηθικό, αξιοπρεπή. Ποτέ δεν πήγε με πόρνες, ούτε συναναστράφηκε με μέθυσους ή άλλους ανήθικους παραβάτες. Θεωρείται «μακάριος» διότι ουδέποτε «περιεπάτησεν εν βουλή ασεβών και εν οδώ αμαρτωλών δεν εστάθη, και επί καθέδρας χλευαστών δεν εκάθησεν» (Ψαλμός Α/1: 1). Ήταν ένας άνθρωπος σωστός, τυπικός, σοβαρός, αξιοπρεπής, μετρημένος στις εκδηλώσεις του, εργατικός, που κράτησε και αξιοποίησε με την εργασία του το μερίδιό του από την πατρική του περιουσία. 
     Με μια γρήγορη ματιά φαίνεται ο άνθρωπος αυτός να τα κάνει όλα σωστά. Προσεύχεται, πάει στην εκκλησία, νηστεύει, μελετάει το Λόγο του Θεού, τον κηρύττει  και έχει προσφέρει ένα πολύ σημαντικό έργο μέσα από την πολύχρονη διακονία του. Από μία εξωτερική παρατήρηση και προσέγγιση θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι το υπόδειγμα ενός καθώς πρέπει πνευματικού ανθρώπου. Όμως, παρ' όλα τα προσόντα που αναφέραμε, παρατηρούμε ότι στην κυριολεξία μέσα στα βάθη της καρδιάς του είναι ένας χαμένος και συγχυσμένος στη σχέση του με τον Πατέρα του. Είναι και αυτός ένα "απολωλός πρόβατο". Ενώ από τη μία πιστεύει ότι υπηρετεί το Θεό, από την άλλη δε φαίνεται να γνωρίζει την Αγάπη και το Έλεός Του. Η τραγωδία βρίσκεται ακριβώς σ' αυτό το σημείο. Τόσα χρόνια υπηρετώντας μέσα στο σπίτι του πατέρα δεν είχε καταλάβει πιο πατέρα είχε δίπλα του. Η σχέση του με τον πατέρα του βασίζεται στην τήρηση κάποιων αυστηρών νόμων, κανόνων και διατάξεων και όχι σε μια αγαθή, στενή, πνευματική σχέση αγάπης και λατρείας. Αλήθεια μπορεί να είναι κάποιος μέσα στο σπίτι του Πατέρα (εκκλησία) και να είναι χαμένος; Ναι, γιατί πολλές φορές είναι τυφλωμένος από τα τυπικά "θρησκευτικά" του έργα και νομίζει πως εκτελώντας όλα αυτά έχει προσφέρει πολύ μεγάλη υπηρεσία στο Θεό. 
     Τούτος ο άνθρωπος ένα δρόμο γνώριζε και αυτόν ακολουθούσε καθημερινά στη ζωή του, από το σπίτι στη δουλειά και αντίθετα. Είχε εργαστεί και είχε προσφέρει ένα πολύ σημαντικό έργο μέσα στο σπίτι του Πατέρα. Με τα μέτρα της δικής μας ηθικής θα λέγαμε ότι ήταν ένας σωστός, τυπικός και υποδειγματικός πολίτης. Δεν έλειψε ποτέ δίπλα από τον Πατέρα και ήταν το στήριγμά του σε όλη εκείνη την περίοδο, που ο μικρότερος υιός είχε φύγει μακριά του. Πολλές φορές τα "θρησκευτικά" μας έργα μας επαναπαύουν και νομίζουμε ότι είμαστε τακτοποιημένοι με το Θεό. 
      Τούτη τη φορά γίνεται μάρτυρας ενός φαινόμενου, το οποίο ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι θα συνέβαινε, να γίνεται τόσο μεγάλη χαρά για έναν αμαρτωλό, για έναν άσωτο που ντρόπιασε τον πατέρα του και σπατάλησε την περιουσία του!!! Αυτό του είναι αδιανόητο, δεν το χωράει ο νους του και γι' αυτό αρνείται να συμμετάσχει. Δεν ήταν μόνον ο θυμός, δεν ήταν μόνον το μίσος, δεν ήταν η αγανάκτηση που τον κράτησαν καθηλωμένο έξω από το σπίτι, ήταν η μεγάλη του έκπληξη, που δεν τον άφησε να προχωρήσει, για να μπει μέσα. Γι’ αυτόν ήταν κάτι αδιανόητο, που πραγματικά τον γέμιζε με φρίκη και αγανάκτηση, το θεωρούσε πολύ μεγάλη αδικία να στρωθεί ένα τόσο μεγάλο τραπέζι υποδοχής για εκείνον το βρωμερό άνθρωπο που είχε προσβάλει το όνομά τους, που είχε κατασπαταλήσει την περιουσία του με τις πόρνες. 
      Ένας έντονος διάλογος γίνεται μεταξύ του Πατέρα και του γιου: "Παιδί μου", λέει ο Πατέρας……, "σε δούλεψα" λέει ο υιός, "ποτέ εντολή σου δεν παρέβηκα και ποτέ δε μου έδωσες ούτε ένα κατσίκι να το φάω με τους φίλους μου. Σαν όμως ο γιος σου τούτος, ο άσωτος, που κατέφαγε το βιό σου με τις πόρνες ήρθε, έσφαξες γι’ αυτόν το μόσχο τον σιτευτόν". Πρόκειται για πικρά λόγια, σκληρά, που δείχνουν ασπλαχνία, αχαριστία, σκληρότητα, θυμό, πείσμα, απαίτηση. Από την άλλη η κριτική, τα παράπονα μέσα στην Εκκλησία του Θεού, ποτέ δεν έλλειψαν. "αυτός" όχι "ο αδελφός" μου, που τον ευλογείς, που του έχεις αναθέσει την (τάδε) υπηρεσία, ενώ εγώ με τόσα χρόνια προσφοράς και ενσυνείδητης εργασίας,  δεν έχω λάβει απάντηση. Κριτική στον αδελφό ακόμα και στο Θεό. Δεν είναι αδελφός μου, είναι δικό σου γιός. Παρατηρούμε πολλές φορές και εκφράζουμε κρίσεις: "Πώς ήρθε αυτός ο νέος έτσι μέσα στην εκκλησία, τι φόραγε, πώς μίλησε, πώς καθόταν....." Ο Κύριος ήταν κατηγορηματικός: "μη κρίνετε, και δεν θέλετε κριθή, μη καταδικάζετε και δεν θέλετε καταδικασθή, συγχωρείτε, και θέλετε συγχωρηθή" (Λουκάς Σ/6: 37). Πόσο μακριά βρίσκεται ο άνθρωπος, που ζητάει να δικαιωθεί από τα έργα του και την τήρηση των εντολών του Νόμου, από τη χαρά του ουρανού! Αδυνατεί να καταλάβει τη λογική της αγάπης. Κατηγορηματικός ο Απόστολος Παύλος: «εάν η δικαίωση γίνεται διά του νόμου, άρα ο Χριστός εις μάτην απέθανεν» (Γαλάτας Β/2: 21). Εάν ο άνθρωπος μπορούσε να σωθεί με τα έργα του, τότε ο Χριστός μάταια πέθανε. 
       Ο άνθρωπος αυτός στηρίζεται στο "γράμμα" του Νόμου (Β' Κορινθίους Γ/3: 6), που απαιτεί την παραδειγματική τιμωρία του "πεισματώδη και απειθή υιού". Αυτό άλλωστε προέβλεπε και ο Μωσαϊκός Νόμος (Δευτερονόμιο ΚΑ/21: 18-20) και αδυνατεί να καταλάβει τη Χάρη του Θεού προς τον μετανοημένο αμαρτωλό, το Έλεος του Θεού για όσους ειλικρινά Τον επικαλούνται, την Αγάπη του Θεού που επιβάλει να χαρεί κανείς στην ανεύρεση του «χαμένου πρόβατου» (Λουκάς ΙΕ/15: 6). Ένας "χαμένος θησαυρός" (Ματθαίος ΙΓ/13: 44) είναι ο άνθρωπος για το Θεό. Εμείς αξιολογούμε τους ανθρώπους ανάλογα με την εμφάνιση, την κοινωνική τους θέση, τη νοημοσύνη, την οικονομική τους επιφάνεια και τόσα άλλα ευτελή κριτήρια. Μόνον ο δημιουργός που έφτιαξε τον άνθρωπο, "κατ’ εικόναν Αυτού" (Γένεση Α/1: 27), ξέρει την αξία του κάθε ανθρώπου. Να γιατί χαίρεται ο ουρανός για τη σωτηρία μίας πολύτιμης ψυχής. Ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Χαρά μεγάλη γίνεται στον Ουρανό για ένα αμαρτωλό που μετανοεί» (Λουκάς ΙΕ/15: 7-10). 
      Τούτος ο μεγαλύτερος αδελφός, καθώς στέκεται έξω από το τραπέζι της χαράς, μένει στη σκιά και ζει το δικό του δράμα, καθώς χάνει την εμπειρία της μεγάλης γιορτής, της αγκαλιάς του πατέρα. Δε γελάει, δε χαίρεται για τη σωτηρία του αμαρτωλού και δε ζητάει και ο ίδιος τη σωτηρία του γιατί δε νοιώθει καμία ανάγκη για να σωθεί. Αντίθετα νομίζει ότι είναι απόλυτα τακτοποιημένος με το Θεό και μάλιστα, με όλα αυτά που έχει προσφέρει μέσα στον οίκο του Θεού, θεωρεί ότι ο Θεός του οφείλει και από πάνω και μάλιστα πάρα πολλά. Δε φροντίζει να έχει κάποια ιδιαίτερη προσωπική, πνευματική - εσωτερική - σχέση αγάπης με τον πατέρα, απλά, τυπικά κάνει ό,τι ορίζει "το γράμμα" του Νόμου. Εξαντλεί όλη του τη σχέση δουλεύοντας και υπακούοντας στις εντολές Του. Νομίζει ότι επειδή μένει μέσα στον οίκο του Πατέρα και δεν κοιμάται με τις πόρνες και δεν τρώει με τα γουρούνια, όπως έκανε ο μικρότερος αδελφός του, είναι πολύ καλός. "Ευχαριστώ σοι, Θεέ, ότι δεν είμαι καθώς οι λοιποί άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και καθώς ούτος ο τελώνης" (Λουκάς ΙΗ/18: 11). Όλων μας η ζωή είναι καλύτερη, αν αρχίσουμε να τη συγκρίνουμε με τη ζωή κάποιων άλλων ανθρώπων που εμείς επιλέγουμε. 
    Πρόκειται για έναν άνθρωπο ανίκανο να δημιουργήσει γνήσιες σχέσεις, έναν άνθρωπο σκληρόκαρδο, εγωιστή, που αρνείται ν’ αγαπήσει, να υποταχθεί, ν’ αγκαλιάσει…. Απέναντι σε μια τέτοια στάση ζωής ο Πατέρας απαντά με απίστευτη τρυφερότητα, με πολύ μεγάλη διάκριση: «Παιδί μου, όλα όσα έχω είναι δικά σου» επιβεβαιώνοντας για άλλη μία φορά ότι κανένας δε μπορεί να του στερήσει τα δικαιώματα που κατέχει και πάνω απ’ όλα την πατρική αγάπη. Η αγάπη δεν έχει όρια, σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει, είναι ανεξάντλητη. Παιδί μου… «έπρεπε να χαρείς γιατί ο αδερφός σου νεκρός ήταν και αναστήθηκε, χαμένος και βρέθηκε», υπενθυμίζοντάς του ότι η αδελφική σχέση δε διαγράφεται, ότι «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α’ Κορινθίους ΙΓ/13: 8) και θα πρέπει πάντοτε να στέκεται στο υψηλότερο επίπεδο, να μπαίνει πάνω απ’ όλα. 
        Ο μεγαλύτερος γιος δε φαίνεται ν' αντιλαμβάνεται όλα τούτα και τη μόνη λογική που καταλαβαίνει είναι να δείχνει τα ροζιασμένα χέρια του στον Πατέρα και να του λέει: «σε δούλεψα….». Είναι αυστηρός και στηρίζεται στη δική του δικαιοσύνη, που την προβάλει με περηφάνια. Είναι η εικόνα του θρησκευόμενου, του αυτοδικαιούμενου ανθρώπου. Θρησκεία είναι η αυτοδικαίωση του ανθρώπου με τα έργα του, μέσα από την τήρηση κάποιων νόμων ή κανόνων. Η δικαιοσύνη του Θεού δεν έχει να κάνει με έργα ή την τήρηση κάποιων κανόνων ή νόμων, αλλά έχει να κάνει με το περιεχόμενο της καρδιάς του ανθρώπου. "ο άνθρωπος βλέπει το φαινόμενον, ο δε Κύριος βλέπει την καρδίαν" (Α' Σαμουήλ ΙΣ/16: 7). Ο Θεός θέλει να πάρει την "πέτρινη" καρδιά μας, που μισεί τον αδερφό μας και να μας δώσει μια νέα καρδιά, που θα εκφράζει ένα "νέο πνεύμα" (Ιεζεκιήλ ΛΣ/36: 26). Τ' ανθρώπινα "θρησκευτικά έργα" δεν μπορούν να δημιουργήσουν μία εσωτερική, πνευματική σχέση με το Θεό. Δε μπορεί ο άνθρωπος μέσα απ' αυτά να χαρεί, να νοιώσει αγάπη για τον αδερφό του, να περπατήσει μαζί με το Θεό, να συμμετέχει στις μεγάλες γιορτές που κάνει Αυτός για να τιμήσει τους δικούς Του. Ο μεγαλύτερος αδελφός δεν έχει καμία εμπειρία γιορτής, αγκαλιάς με τον πατέρα, με αποτέλεσμα να μη νιώθει καμία ευχαρίστηση. Οι άνθρωποι αυτοί περπατούν με το Θεό από φόβο για να μην καταλήξουν στην κόλαση, όμως δεν είναι αυτή η σχέση που θέλει να έχει ο Θεός με τα παιδιά Του. Δε θέλει μια σχέση: "Κύριε, Κύριε..." (Ματθαίος Ζ/7: 21), αλλά θέλει μια σχέση "εν πνεύματι και αληθεία" (Ιωάννης Δ/4: 23). 
      Ο Ιησούς Χριστός όλους αυτούς που στηρίζονταν στα έργα και δεν επεδίωξαν να έχουν μια στενή πνευματική σχέση μαζί Του, τους αναγνώρισε στο πρόσωπο όλων εκείνων των Φαρισαίων και Σαδουκαίων, των Γραμματέων και των Πρεσβυτέρων του λαού. Πίστευαν ότι προσέφεραν εκδούλευση στο Θεό με το να είναι θρησκευόμενοι (Λουκάς ΙΗ/18: 10–14). Να εφαρμόζουν τους τύπους και τους νόμους της θρησκείας τους και μέσα απ’ όλα αυτά να είναι διδάσκαλοι των άλλων ανθρώπων. Ο Κύριος, αφού τους αποκάλεσε "τυφλούς, οδηγούς τυφλών" τους εξήγησε πού θα καταλήξουν: "τυφλός δε τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθρον θέλουσι πέσει" (Ματθαίος ΙΕ/15: 14).
       Περιφρονούσαν τον Ιησού, γιατί έφερνε ένα παράξενο γι’ αυτούς μήνυμα. Έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός (Ρωμαίους Γ/3: 23) και ως εκ τούτου έχει ανάγκη σωτηρίας. Δεν μπορεί να σωθεί με τα έργα του και αυτό δεν τους άρεσε, γιατί αυτοί εκεί στηρίζονταν στα δικά τους ψεύτικα, υποκριτικά έργα. Έκαναν τους θρησκευόμενους, αλλά στην ουσία, όπως τους χαρακτήρισε και ο Κύριος, ήταν «τάφοι ασβεστωμένοι» (Ματθαίος ΚΓ/23: 27) και τίποτα άλλο. Φρόντιζαν να καθαρίζουν το «έξωθεν του ποτηρίου» (Λουκάς ΙΑ/11: 39), για να τους βλέπουν οι άνθρωποι, ενώ μέσα τους ήταν βρώμικοι, πονηροί και άρπαγες. 
      Με τη σκληρή, άκαρδη και κακή συμπεριφορά του ο πρεσβύτερος γιος αδίκησε τον Πατέρα του, γιατί δεν μπόρεσε να Τον καταλάβει. Ο πατέρας είχε αγάπη, είχε μεγάλη καρδιά. Τούτη την αγάπη δε μπόρεσε να την καταλάβει ο μεγαλύτερος γιος και με τα σκληρά του λόγια Τον πίκρανε, Τον πλήγωσε. Πόσες φορές δεν μπορούμε να καταλάβουμε τα σχέδια του Θεού μέσα στη ζωή μας. Η αιτία που δεν τα καταλαβαίνουμε είναι ότι παραμένουμε απ’ έξω. Είναι ανάγκη να έρθουμε πιο κοντά στο Θεό, να μπούμε μέσα, να καθίσουμε στο πατρικό τραπέζι και είναι βέβαιο ότι ο Θεός θα μας εξηγήσει όλα τα σχέδιά Του για τη ζωή μας. 
       Ο πρεσβύτερος γιός με τη συμπεριφορά του αδίκησε τον πατέρα του, αδίκησε όμως και τον αδελφό και μάλιστα στην πιο δύσκολη ώρα της ζωής του. Η πιο δύσκολη ώρα για το νεότερο γιο δεν ήταν, όταν ήταν όταν βρισκόταν μέσα στα γουρούνια, εκείνη τη θέση την άξιζε. Η πιο δύσκολη ώρα ήταν τώρα που βρέθηκε να κάθεται στο τραπέζι, δίπλα στον Πατέρα του, γιατί ήξερε ότι τη θέση αυτή δεν την άξιζε. Μέσα σε κείνο το λαμπρό περιβάλλον είναι βέβαιο ότι αισθάνθηκε πιο βαριά την ενοχή του. Αισθάνθηκε ξένος στο σπίτι του πατέρα του. Τούτη την ώρα είχε μεγάλη ανάγκη από λίγη συμπάθεια, από λίγη ενθάρρυνση, είχε ανάγκη από δυο λόγια αγάπης. Όμως αντί να πάρει αυτό που είχε ανάγκη, άκουσε από τη μισάνοιχτη πόρτα τα σκληρά και άκαρδα λόγια του αδελφού του. 
     Υπάρχουν άνθρωποι που μόλις τώρα γνώρισαν την αγάπη του Θεού, γνώρισαν το Χριστό και τη σωτηρία που μόνον Αυτός προσφέρει, δωρεάν, "κατά χάριν" (Εφεσίους Β/2: 8), άνθρωποι, που ακόμα μυρίζουν από την οσμή των χοίρων και τα ξυλοκέρατα της αμαρτίας. Πλούσιο το τραπέζι που έστρωσε ο πατέρας, για να τους υποδεχθεί, όμως το περιβάλλον (που είμαι εγώ και συ), πολύ ξένο και αφιλόξενο. Στέκεται η ψυχή δίπλα μας συντετριμμένη και "πεινάει" για λίγα λόγια συμπάθειας, για λίγη συντροφιά, για δυο λόγια αγάπης, φιλίας, ενθάρρυνσης. Εκείνη την ώρα περνά από μπροστά ο "μεγαλύτερος αδελφός", ο άνθρωπος που έχει πολλά χρόνια στην πίστη, με πολύ μεγάλη δράση μέσα στην εκκλησία, ο άνθρωπος που τον χωρίζουν πολλά χιλιόμετρα από τους πλησιέστερους "χοίρους" και στέκεται αδιάφορος. Ίσως τα σκληρά λόγια του μεγαλύτερου αδελφού να είναι πολύ καλύτερα από την παγερή αδιαφορία, που πολλές φορές δείχνουμε. 
       Τι άλλο να πει κανείς για τούτο το μεγάλο γιο! Αδίκησε τον πατέρα του, αδίκησε τον αδελφό του, όμως πιο πολύ από κάθε άλλον αδίκησε τον εαυτόν του. "Κάθισε δίπλα στον αδελφό σου, γνώρισέ τον, βοήθησέ τον και δίνοντάς του θα πάρεις και συ πολλά πράγματα που έχεις ανάγκη". Τούτος ο γιος έμεινε σκληρός, αλύγιστος στη δική του δικαιοσύνη και δε θέλησε να μπει στο σπίτι της χαράς. Ένα συμπέρασμα βγαίνει απ’ όλα αυτά. Ας μη στηριζόμαστε στη δική μας δικαιοσύνη, στα δικά μας έργα, στις δικές μας προσπάθειες. Ας μην προσπαθούμε να αυτοδικαιωθούμε, όπως ο Φαρισαίος μπροστά στο ιερό (Λουκάς ΙΗ/18: 10-14), όπως τούτος ο μεγαλύτερος γιος της ιστορίας μας. Ο Λόγος του Θεού μας προτρέπει: "Ας γίνει γνωστή η επιείκειά μας σε όλους" (Φιλιππησίους Δ/4: 5). Ας καταλάβουμε ότι μπροστά στο Θεό είμαστε τόσο αμαρτωλοί και χαμένοι, όσο ο ληστής και η πόρνη. Όλοι έχουμε ανάγκη από ένα Σωτήρα. Αυτόν το Σωτήρα τον έδωσε ο ουρανός είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού (Γαλάτας Δ/4: 4). Ας Τον δεχθούμε, ας Τον πιστέψουμε, ας Τον ομολογήσουμε, ας στηριχτούμε στο Έργο, που Εκείνος έκανε πάνω στο σταυρό για τη δική μας σωτηρία. Εν κατακλείδι, ας πλησιάσουμε το Θεό, ας μπούμε στο τραπέζι της χαράς και της ευφροσύνης, που ο Πατέρας Θεός έχει ετοιμάσει για τον καθένα από μας (Λουκάς ΙΒ/12: 37). Ο πατέρας μας περιμένει, αγωνιά για μας, "θέλει πάντες να σωθούν και να έρθουν εις επίγνωσιν" (Α΄ Τιμοθέου Β/2: 4). 

        ΕΠΙΛΟΓΟΣ: 
      Την παρούσα παραβολή την αναφέρουμε ως "η παραβολή του ασώτου", όμως όπως φαίνεται από την εξιστόρηση των γεγονότων τούτοι οι γιοί ήταν και οι δύο άσωτοι. Όλοι οι άνθρωποι είναι άσωτοι. Ο Λόγος του Θεού αναφέρει: "πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού" (Ρωμαίους Γ/3: 23. O "νεότερος γιος" έδειχνε με κάθε τρόπο την ασωτία του και την πρόβαλε, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός την πραγματική φτωχή πνευματική του κατάσταση την έκρυβε κάτω από μια δήθεν αξιοπρεπή εμφάνιση στην πατρική στέγη. Θέλοντας να χαρακτηρίσει ο Κύριος αυτή την κατηγορία των ανθρώπων ανέφερε: "έχοντες μεν μορφήν ευσεβείας, ηρνημένοι δε την δύναμιν αυτής" (Β' Τιμοθέου Γ/3: 5). 
      Και οι δύο λοιπόν γιοί ήταν άσωτοι και των δύο η καρδιά ήταν πολύ μακριά από την καρδιά του Πατέρα και οι δύο έδειξαν πόσο λίγο αγαπούσαν και υπολόγιζαν τον Πατέρα τους. Ο μεν νεότερος το έδειξε όταν ζήτησε την κληρονομιά του, ενώ ο πατέρας ήταν εν ζωή, ο δε πρεσβύτερος όταν μίλησε με τόσο σκληρά λόγια για τον αδελφό του που είχε επιστρέψει μετανιωμένος. 
      Και οι δύο ήταν άσωτοι και συνεπώς και οι δύο ήταν χαμένοι, όμως ο ένας απ' αυτούς μετάνιωσε για την ασωτία του, για την αμαρτωλή του ζωή, αναγνώρισε την αναξιότητά του και ταπεινώθηκε μπροστά στον Πατέρα του και έτσι αξιώθηκε να λάβει το φιλί της πατρικής αγάπης και συγχώρησης, να λάβει τη σωτηρία του. Ο άλλος, ο θρησκευόμενος, παρά το γεγονός ότι γνωρίζει πολύ καλά το Νόμο του Θεού και υπηρετούσε μέσα στον οίκο Του, δεν είχε καταλάβει το βάθος της καρδιάς του Θεού, που θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να έρθουν σε μετάνοια, που τους αγαπάει όλους, που τους καλεί όλους, που τους θέλει όλους κοντά Του. Ο άνθρωπος αυτός μένοντας σκληρός, αμετανόητος προβάλλοντας τα "θρησκευτικά" του έργα, δείχνοντας αδιαφορία και παντελή έλλειψη συχωρητικότητας και αγάπης για τον αδελφό του τελικά μένει έξω από το τραπέζι της χαράς.
   Την ημέρα της παρουσίας Του με όλους αυτούς ο Κύριος θα έχει ένα διάλογο. "Όταν εγερθεί ο οικοδεσπότης και κλείσει την θύρα, τότε θ' αρχίσετε έξω να στέκεστε και να κρούετε τη θύρα λέγοντας": 
---"Κύριε άνοιξέ μας".
---"Δεν σας ξέρω, από πού είστε;
---"Φάγαμε μπροστά σου και είπιαμε και στις πλατείες μας δίδαξες....".
---"Δεν σας ξέρω από που είστε, σταθείτε μακριά από μένα όλοι οι εργάτες της αδικίας (Λουκάς ΙΓ/13: 25-27).
    Ας είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, γιατί "άσωτοι" δεν υπάρχουν μόνον "στη χώρα στης ασωτίας", υπάρχουν παντού και γύρω μας, ακόμα και μέσα στην Εκκλησία. Πρόκειται για ανθρώπους που ζουν μία φαινομενικά αξιοπρεπή, ηθική και ανεπίληπτη ζωή, όμως η καρδιά τους είναι πολύ μακριά από την καρδιά του πατέρα. ---
 
    Υ.Γ. Ανάλυση του πρώτου μέρους της παραβολής του "Ασώτου Υιού" (Λουκάς ΙΕ/15: 11-32) έχει δημοσιευθεί στο blog:  giorgoskomninos.blogspot.com στις  02 - 03 - 2012.